15 Μαΐου του 1919, μια στιγμή που ξεκίνησε με εθνική ανάταση και ελπίδα για τον ελληνισμό, αλλά εξελίχθηκε σε τραγωδία λόγω των γεωπολιτικών παιχνιδιών και των εσωτερικών αντιδράσεων.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον ύπουλο ρόλο του Ιταλού ταγματάρχη Κοροσίνι, ο οποίος λειτούργησε ως προβοκάτορας για να υπονομεύσει την ελληνική παρουσία.
Η Ιταλία είχε τις δικές της βλέψεις για την περιοχή και η απόφαση των μεγάλων δυνάμεων να επιτρέψουν στην Ελλάδα να αποβιβαστεί πρώτη προκάλεσε την οργή της.
Ο Κοροσίνι, δρώντας με δόλο, άνοιξε τις πόρτες των ποινικών φυλακών τη νύχτα πριν από την αποβίβαση, απελευθερώνοντας Τούρκους εγκληματίες και εξοπλίζοντάς τους με μαχαίρια, ενώ παράλληλα παρότρυνε ένοπλους να επιτεθούν από διάφορα σημεία της πόλης. Αυτή η συντονισμένη ενέδρα είχε ως στόχο να δημιουργήσει χάος και να προκαλέσει βίαια επεισόδια, ώστε η Ιταλία να έχει το πρόσχημα να ζητήσει την παρέμβαση των δικών της στρατευμάτων για την «αποκατάσταση της τάξης».
Το αποτέλεσμα ήταν να βαφτεί με αίμα μια ημέρα γιορτής, με πρώτο θύμα τον σημαιοφόρο Βασίλειο Τσακύρογλου, και να ξεκινήσει μια αλυσίδα γεγονότων που η ιταλική προπαγάνδα εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο για να δυσφημίσει την Ελλάδα στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Είναι φανερό πως η στάση του Ιταλού αξιωματικού δεν ήταν μια μεμονωμένη πράξη, αλλά μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου υπονόμευσης που προμήνυε την μετέπειτα εγκατάλειψη και την τελική Μικρασιατική Καταστροφή.




