Από την «απελευθέρωση» στη βία, την αρπαγή και την πυρπόληση
Η είσοδος του βουλγαρικού στρατού στις Σέρρες, στις 7 Νοεμβρίου 1912, δεν έγινε αρχικά αντιληπτή από τον ελληνικό πληθυσμό ως απειλή.
Αντιθέτως, οι Έλληνες της πόλης, μαζί με τον μητροπολίτη Απόστολο, υποδέχθηκαν τους Βουλγάρους ως συμμάχους και ελευθερωτές. Η προσδοκία ήταν ότι η αποτίναξη της οθωμανικής εξουσίας θα οδηγούσε σε μια νέα εποχή εθνικής και πολιτικής ελευθερίας.
Η πραγματικότητα όμως αποδείχθηκε ριζικά διαφορετική. Πολύ σύντομα, η βουλγαρική παρουσία στις Σέρρες έλαβε χαρακτηριστικά κατοχικής διοίκησης. Η κατάληψη των δημοσίων κτηρίων, του Διοικητηρίου, των στρατώνων και των νοσοκομείων δεν σήμαινε απλώς στρατιωτικό έλεγχο, σήμαινε εγκαθίδρυση εξουσίας. Με τον διορισμό Βουλγάρων πολιτικών διοικητών, όπως ο Στόγιεφ και στη συνέχεια ο Χαμαμτζίεφ, η πόλη πέρασε σε ένα καθεστώς όπου η βία, η αυθαιρεσία και η εθνική επιβολή έγιναν καθημερινότητα.
Η συμπεριφορά των Βουλγάρων απέναντι στους πληθυσμούς των Σερρών υπήρξε αποκαλυπτική των προθέσεών τους. Δεν περιορίστηκε σε μεμονωμένες πράξεις στρατιωτικής σκληρότητας, όπως συμβαίνει συχνά σε περιόδους πολέμου. Αντιθέτως, σύμφωνα με τις μαρτυρίες που παραθέτει ο Καφταντζής, διαμορφώθηκε ένα σύστημα εκφοβισμού και καταπίεσης τόσο σε βάρος των Ελλήνων όσο και σε βάρος των Τούρκων και μουσουλμάνων κατοίκων ή προσφύγων που είχαν συγκεντρωθεί στην πόλη.
Ιδιαίτερα σκληρή ήταν η βία απέναντι στους Τούρκους πρόσφυγες από τα χωριά. Η αναφορά ότι σε μία μόνο ημέρα σφαγιάστηκαν πάνω από 400 άνθρωποι δείχνει ότι δεν πρόκειται απλώς για «παρεκτροπές» ενός στρατού εν κινήσει, αλλά για τρομοκρατική πρακτική. Η βουλγαρική εξουσία επιχείρησε να επιβληθεί με τον φόβο.
Παράλληλα, η βία δεν ήταν μόνο σωματική. Ήταν και διοικητική, κοινωνική, θρησκευτική και πολιτιστική. Το κλείσιμο σχολείων, η δίωξη δασκάλων και κληρικών, οι περιορισμοί στο εμπόριο και στις μετακινήσεις, η επιστράτευση των βουλγαρόφωνων και η μετατροπή μουσουλμανικών τεμενών σε χριστιανικούς ναούς συγκροτούν μια πολιτική εθνοτικής επιβολής. Το Παλιό Τζαμί, που μετατράπηκε σε εκκλησία του Αγίου Μπορίς, δεν αποτελεί απλώς επεισόδιο θρησκευτικής μετατροπής· αποτελεί συμβολική πράξη κυριαρχίας πάνω στη μνήμη και στην ταυτότητα της πόλης.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η δράση του Μπόγνταν Φίλοβ, διευθυντή του Εθνικού Μουσείου Βουλγαρίας. Τα ημερολόγιά του μαρτυρούν ότι, κατά τη διάρκεια της κατοχής, πραγματοποιήθηκε οργανωμένη καταγραφή, επιλογή και μεταφορά έργων τέχνης, χειρογράφων, χαλιών, όπλων και άλλων αντικειμένων στη Σόφια. Εδώ η βουλγαρική συμπεριφορά αποκτά και δεύτερη διάσταση: δεν έχουμε μόνο στρατιωτική κατοχή· έχουμε και πολιτιστική λεηλασία.
Η περιγραφή των τουρκικών χειρογράφων από τη βιβλιοθήκη του Εσκί Τζαμί είναι χαρακτηριστική. Τα χειρόγραφα αναγνωρίζονται ως πολύτιμα δείγματα παλαιογραφίας και καλλιγραφίας, όμως αντί να προστατευθούν στον τόπο προέλευσής τους, αφαιρούνται και αποστέλλονται στη Σόφια. Η φράση ότι «τα μικρά αντικείμενα συνήθως τα παίρνουμε για τον εαυτό μας, ενώ τα βαρύτερα τα παίρνουμε έναντι υπογραφής» είναι εξαιρετικά αποκαλυπτική. Δείχνει νοοτροπία κατοχικής ιδιοποίησης. Το αντικείμενο δεν αντιμετωπίζεται ως τεκμήριο μιας πόλης, αλλά ως λάφυρο.
Η ίδια συμπεριφορά παρατηρείται και απέναντι στα μουσουλμανικά μνημεία. Χαλιά, χειρόγραφα, αντικείμενα λατρείας, επιγραφές και έργα τέχνης γίνονται αντικείμενα περισυλλογής, κατάσχεσης ή λεηλασίας. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι δείχνει πως η βουλγαρική πολιτική δεν στράφηκε μόνο κατά του ελληνικού στοιχείου. Στράφηκε συνολικά κατά της ιστορικής πολυμορφίας της πόλης. Οι Σέρρες, ως οθωμανική, ελληνική, βαλκανική και πολυθρησκευτική πόλη, αντιμετωπίστηκαν ως χώρος προς κατάκτηση, όχι ως ιστορικός οργανισμός προς προστασία.
Η κορύφωση αυτής της συμπεριφοράς ήρθε με την αποχώρηση των Βουλγάρων το 1913. Η πυρπόληση των Σερρών υπήρξε πράξη εκδίκησης και καταστροφής. Από τα 6.000 σπίτια κάηκαν τα 4.050, καθώς και περίπου 1.000 καταστήματα. Τα απανθρακωμένα σώματα ηλικιωμένων, ασθενών, εγκύων γυναικών και παιδιών αποκαλύπτουν την ανθρώπινη διάσταση της τραγωδίας. Η πόλη δεν εγκαταλείφθηκε απλώς· τιμωρήθηκε.
Η σύγκριση με την οθωμανική περίοδο είναι χρήσιμη, όχι για να εξωραΐσει την οθωμανική κυριαρχία, αλλά για να κατανοηθεί η διαφορά συμπεριφοράς απέναντι στον αστικό χώρο. Οι οθωμανικές και τουρκικές πηγές που παρατίθενται για τις Σέρρες, το οροπέδιο, τα λουτρά, τα τζαμιά, τα νοσοκομεία, τις αγορές και τα εξοχικά σπίτια δείχνουν μια πόλη με μακρά διάρκεια ζωής, κοινωνική οργάνωση και πολιτιστική υποδομή. Ο Εβλιγιά Τσελεμπή, η Εμινέ Σεμιγιέ Χανούμ και οι οθωμανικές επετηρίδες παρουσιάζουν έναν χώρο κατοίκησης, αναψυχής, θρησκευτικής πρακτικής, θεραπείας και εμπορίου.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η οθωμανική διοίκηση ήταν ιδανική ή απαλλαγμένη από βία. Σημαίνει όμως ότι στις πηγές αυτές διακρίνεται μια σχέση μακράς εγκατάστασης και χρήσης του τόπου. Αντιθέτως, η βουλγαρική κατοχή του 1912-1913 εμφανίζεται στις μαρτυρίες ως σύντομη, βίαιη, αρπακτική και καταστροφική. Η μία εξουσία, όσο κι αν ήταν κυρίαρχη και αυτοκρατορική, είχε ενσωματώσει την πόλη στο διοικητικό και κοινωνικό της σύστημα. Η άλλη λειτούργησε ως δύναμη στρατιωτικής κατάληψης, εθνικής επιβολής και τελικής καταστροφής.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αναφορά στο στρατιωτικό νοσοκομείο, το οποίο πιθανόν ταυτίζεται με το σημερινό κτίριο του 3ου Γυμνασίου. Αν η ταύτιση αυτή τεκμηριωθεί, τότε το κτίριο δεν είναι απλώς ένα σχολικό κέλυφος· είναι μάρτυρας μιας ολόκληρης ιστορικής διαστρωμάτωσης: οθωμανικής στρατιωτικής υγειονομικής υποδομής, βαλκανικών πολέμων, βουλγαρικής κατοχής και μεταγενέστερης ελληνικής αστικής συνέχειας. Σε μια πόλη που κάηκε, λεηλατήθηκε και άλλαξε πληθυσμιακά, τέτοια κτίρια αποκτούν ιδιαίτερη μνημονική αξία.
Συμπερασματικά, η βουλγαρική συμπεριφορά στις Σέρρες το 1912-1913 μπορεί να χαρακτηριστεί από τρία βασικά στοιχεία: βία κατά των πληθυσμών, πολιτιστική αρπαγή και καταστροφή του αστικού ιστού. Η είσοδος των Βουλγάρων, που αρχικά έγινε δεκτή με ελπίδα, κατέληξε σε μία από τις πιο τραυματικές εμπειρίες της νεότερης ιστορίας των Σερρών. Η πόλη βρέθηκε αντιμέτωπη όχι μόνο με έναν στρατό, αλλά με μια πολιτική που ήθελε να ελέγξει, να ιδιοποιηθεί και, τελικά, να αφανίσει ό,τι δεν μπορούσε να κρατήσει.
Γι’ αυτό η μνήμη της βουλγαρικής κατοχής δεν πρέπει να περιορίζεται στην πυρπόληση. Η φωτιά ήταν το τέλος. Πριν από αυτήν είχαν προηγηθεί οι σφαγές, οι διώξεις, οι κατασχέσεις, οι λεηλασίες, η αρπαγή χειρογράφων και η προσβολή της ιστορικής συνέχειας της πόλης. Οι Σέρρες δεν κάηκαν μόνο ως κτίρια. Χτυπήθηκαν ως μνήμη.




