«Όταν ξύπνησα από την αναισθησία, ούρλιαζα από τον πόνο.
Δεν μπορούσα να πάρω παυσίπονα.
Πάντα ήμουν αλλεργικός σε αυτά.
Είπα στη μητέρα μου: “Αν με αγαπάς, σκότωσέ με”.
Δεν μπορούσα να τρέξω πια, δεν μπορούσα να προπονηθώ όπως πριν».
Για μήνες δεν εξαργύρωνα τις επιταγές του μισθού μου από τη Φιορεντίνα.
Γιατί το έκανα αυτό; Επειδή ντρεπόμουν.
Δεν μπορούσα να δεχτώ την ιδέα να βγάζω χρήματα χωρίς να μπορώ να εργάζομαι, χωρίς να μπορώ να δίνω κάτι σε αντάλλαγμα.
Έτσι έβαζα τις επιταγές σε ένα συρτάρι.
Σκεφτόμουν τον πατέρα μου, το πρόσωπό του, τηn φωνή του όταν έλεγε ότι τα χρήματα που δεν έχουν κερδηθεί φέρνουν κακή τύχη.
Για μένα η δουλειά, η εργασία ήταν πάντοτε συνδεδεμένη με την αξιοπρέπεια.
Ακόμα κι αν ήμουν τραυματίας, ακόμα κι αν δεν ήταν δικό μου λάθος, εξακολουθούσα να ένιωθα αυτό το βάρος».
Ρομπέρτο Μπάτζιο στην Corriere dello Sport




