“Ἔστειλα δυὸ πουλιὰ
στὴν κόκκινη μηλιὰ
ποὺ λένε τὰ γραμμένα
τὅνα σκοτώθηκε,
τ᾿ ἄλλο λαβώθηκε
δὲ γύρισε κανένα.
Γιὰ τὸ μαρμαρωμένο βασιλιὰ
οὔτε φωνή, οὔτε λαλιά,
τὸν τραγουδάει τώρα στὰ παιδιά,
σὰν παραμύθι ἡ γιαγιά”.
Το Μέγα Ρεύμα, σημερινή ονομασία Arnavutköy, Aρναβούτκιοϊ, ήταν χωριό και σημερινό προάστιο της Κωνσταντινούπολης στο Βόσπορο. Είναι ένα από τα ομορφότερα και πλέον καλοδιατηρημένα χωριά της ευρωπαϊκής όχθης του Βοσπόρου.
Έχει ρίζες στην αρχαιότητα και στην περίοδο της ακμής του ήταν το μεγαλύτερο ελληνικό χωριό του Βοσπόρου, με περισσότερους από 6.000 Eλληνες.
Το χωριό στην αρχαιότητα, σύμφωνα με μαρτυρία του ιστορικού Πολύβιου, ονομαζόταν «Εστίαι». Κατά τον ιστορικό Σωζόμενο, ο οποίος έζησε το πρώτο ήμισυ του 5ου μ.Χ. αιώνα, οι πρώην «Εστίαι» επί των ημερών του ονομάζονται «Μιχαήλιον». Αναφέρεται επίσης το όνομα «Ανάπλους». Ο Γάλλος βοτανολόγος και περιηγητής Pierre de Gylle αναφέρει σε σύγγραμμά του (1553) ότι το Μιχαήλιον ονομάζεται από τους Γραικούς «Ασωμάτων», από τον περίφημο ναό του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, αλλά ήδη και «Μέγα Ρεύμα».
Πολύ πριν την Άλωση, πολλοί συγγραφείς αναφέρονται στην «Ασωμάτων κώμη», «χώρα των Ασωμάτων» και «Ασώματο». Μετά την Άλωση, ο Σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής εποίκησε τη ρημαγμένη περιοχή με Αλβανούς από την Ήπειρο, εξού και η τουρκική ονομασία Arnavutköy, Αρβανιτοχώρι. Οι Αρβανίτες αυτοί ήταν ελληνορθόδοξοι και αφομοιώθηκαν από τη ρωμαίϊκη κοινότητα, καθώς αναμείχθηκαν αργότερα και με Eλληνες από τα νησιά του Αιγαίου και την Ανατολική Θράκη.
Η ονομασία Μέγα Ρεύμα επικράτησε από τα μέσα του δεκάτου ενάτου αιώνα.
Οπως δηλώνει το όνομα του χωριού, το ρεύμα
του Βοσπόρου, που κατεβαίνει από τον Εύξεινο Πόντο στη Μεσόγειο, αναπτύσσει εντυπωσιακή ταχύτητα. Στα παράλια του Βοσπόρου υπάρχουν εκπληκτικής τέχνης παραθεριστικές κατοικίες αριστοκρατών (τα λεγόμενα γιαλί). Στο κέντρο του προαστίου υπάρχει η ελληνορθόδοξη εκκλησία των Ταξιαρχών, η μεγαλύτερη του Βοσπόρου, η οποία μαρτυρεί και το μέγεθος και τον αλλοτινό πλούτο της τοπικής ρωμαίικης κοινότητας.
Στο Μέγα Ρεύμα οι ντόπιοι ασχολούνταν κυρίως με την αμπελουργία και την αλιεία. Εκεί παραθέριζαν επιφανείς Φαναριώτες και ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας: οι Υψηλάντηδες, οι Μουσούροι, οι Μαυροκορδάτοι, οι Καραθεοδωρήδες, οι Σούτσοι. Ο Νικόλαος Σκουφάς απεβίωσε στο Μέγα Ρεύμα και ετάφη στο ναό των Ταξιαρχών το 1819.
Μετά την Ελληνική Επανάσταση οι Φαναριώτες αποδεκατίζονται και εγκαθίστανται στο χωριό μουσουλμάνοι.
Ελληνικότατη πόλις του Μεγάλου Ρεύματος στον Βόσπορο ή κατά τους Βυζαντινούς Μιχαήλιον και αργότερα κατά τους Τούρκους Αρναούτκιοι, ευρίσκεται πλησίον της Κωνσταντινουπόλεως και αμέσως μετά το Ρούμελη Χισάρ το φρούριο που ο Μωάμεθ ο πορθητής έκτισε προκειμένου να αποκλείσει από βορά την Βασιλεύουσα, άγνωστη στους πολλούς, υπήρξε το ιστορικό κέντρο της Φιλικής Εταιρείας.
Το Μέγα Ρεύμα, δεν ήταν μόνο τοποθεσία ρομαντική, αλλα και περιοχή υγιεινή, που προσέλκυε όλους σχεδόν, τους σημαίνοντες
Φαναριώτες αλλά και χώρα όπου σχεδόν όλοι οι κάτοικοι ήταν Έλληνες. Στην πόλη λοιπόν αυτή είχαν την κατοικία τους σπουδαίοι Φαναριώτες, ο Σκ. Βυζάντιος, γράφει ότι “μέχρις ου προπολλών ετών, το μόνον μουσουλμανικόν γνώρισμα εν τω Μιχαηλίω ήτο η παρά την είσοδο της οικίας του Σταυράκογλου μεγαλοπρεπής κρήνη, από
την εποχή του Σουλτάνου Μουράτ του Δ’ – 1611-1640 μ.Χ.”.
Γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους και και επιπλέον διότι ήταν τόπος παραθαλάσσιος, ο Πάτμιος Ξάνθος κατά το 1818 προτίμησε το Μιχαήλιον (Μέγα Ρεύμα) ως κέντρο από το οποίο θα μπορούσε να διευθύνει το κίνημα της απελευθέρωσης του Γένους. Διάλεξε λοιπόν μια απομεμονωμένη συνοικία που με το όνομα της ξεσήκωνε από το βαθύ παρελθόν ολόκληρο κόσμο εντυπώσεων και αισθημάτων, την συνοικία που ονομάζονταν, “Καντακουζηνού”, στο δρόμο που οδηγεί προς τον ποιητικότατο λόφο του Προφήτη Ηλία με τους γηραιούς του.
Σήμερα οι κάτοικοι του Μεγάλου Ρεύματος είναι κυρίως εύποροι αστοί, οι οποίοι κατοικούν στα παλιά παραλιακά ξύλινα αρχοντικά.
Η παραλιακή λεωφόρος είναι γεμάτη καλόγουστες, δυτικού ύφους, καφετέριες και εστιατόρια και παρουσιάζει ιδιαίτερη κίνηση.




