ΑρχικήΔιαφοραΑνατολική Θράκη και Μικρά Ασία, μια ιστορία που πονάει

Ανατολική Θράκη και Μικρά Ασία, μια ιστορία που πονάει

Οκτώβριος 1922
250.000 Έλληνες της Ανατολικής Θράκης και 100.000 Μικρασιάτες πρόσφυγες, που κατέφυγαν στην Ανατολική Θράκη για να σωθούν, πήραν τους δρόμους της Μεγάλης Φυγής.

29 Αυγούστου 1922

Μόλις το βαπόρι απ’ τα Μουδανιά έριξε άγκυρα στ’ ανοιχτά της Ραιδεστού, έτρεξαν γρήγορα γύρω του βάρκες και καΐκια να πάρουν τον κόσμο.

Οι αξιωματικοί φώναζαν δυνατά σε όλους να βιαστούν.

Το βαπόρι έπρεπε να αδειάσει γρήγορα και να ξαναγυρίσει στα Μουδανιά, να πάρει κι άλλους.
Οι βάρκες που τους μετέφεραν στην ακτή χτυπούσαν πάνω σε ανθρώπινα πτώματα που επέπλεαν και σε τουμπανισμένα κουφάρια αλόγων του στρατού, που σιγά σιγά το κύμα τα ξέβραζε στην αμμουδιά. Μια βαριά και αφόρητη μυρωδιά ήταν απλωμένη παντού.

Έξω, στο μεϊντάνι απ’ τη σκάλα ως την Παναγία Φανερωμένη, οι πρόσφυγες πατείς με πατώ σε.
Εκατό χιλιάδες Μικρασιάτες πέρασαν με βάρκες, βαπόρια, ακόμη και κολυμπώντας, στα θρακικά ακρογιάλια της Προποντίδας απ’ τον Άγιο Στέφανο ως την Καλλίπολη, για να γλιτώσουν απ’ το μαχαίρι. Ψυχές ναυαγισμένες, κυρίως γυναικόπαιδα, δίχως τους προστάτες τους, με χαμένα παιδιά, γονείς και συγγενείς, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, ζουν μια αρχαία τραγωδία. Γυμνοί, νηστικοί κι απελπισμένοι, χωρίς χαρτιά, δυσκολεύονται να πιστοποιήσουν ακόμη και ποιοι είναι. Άνθρωποι χωρίς ταυτότητα και χωρίς ελπίδα. Το μόνο προσωπικό τους στοιχείο, το όνομά τους. Είναι «η Μαρία», «ο Νικόλας», «ο Γιώργης»… Πολλοί τα έχουν χαμένα και με μάτια τρομαγμένα από τη φρίκη που έζησαν, μιλούν λόγια ακατανόητα. Άλλοι βουβοί, με βλέμμα απλανές θωρούν απέναντι στις μικρασιατικές ακτές και δάκρυα πλημμυρίζουν τα μάτια τους. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που πριν λίγο καιρό, έκαναν γιορτές και πανηγύρια για τη λευτεριά τους.
Τη Φωτεινή και τη Θεοπούλα, μαζί με πολλούς άλλους πρόσφυγες τις βόλεψε ο στρατός σε μια αποθήκη στο ύψωμα με τους ανεμόμυλους. Την άλλη μέρα το πρωί, κατέβηκαν στο μεϊντάνι του Μπαλούκ Παζάρ κι άρχισαν να ψάχνουν ανάμεσα στους πρόσφυγες και τους στρατιώτες, μήπως βρουν κάποιον δικό τους. Κι όπως γυρνούσαν μέσα στο πλήθος, βλέπουν μπροστά τους έξω απ’ την Παναγία Φανερωμένη έναν παππού να σκοντάφτει, να παραπατάει και να σωριάζεται καταγής. Έτρεξαν, τον βοήθησαν να σηκωθεί και τον έβαλαν να καθίσει σε ένα πεζούλι.
«Να είστε καλά, κορτσούδια μ’! Ένα κεράκ’ ήρθα ν’ ανάψω, μα δε βαστούνε τα έρμα τα ποδάρια μ’. Παππούς, μαθές! Ευτυχώς δε χτύπησα. Ο Θεγιός να σας δίνει τα χίλια καλά!» τις είπε και τις ρώτησε από πού είναι. Του είπαν με αναφιλητά ότι είναι απ’ την Προύσα και ότι χάθηκαν απ’ τους δικούς τους στην αποβάθρα των Μουδανιών.
«Μεγάλο κακό σας ήβρε, μπρε παιδάκια μ’! Καταπώς με τα λέτε, εσείς τώρα είστε ντίμπιντουζ (εντελώς) ολομόναχα. Άνθρεπο δικόνα σας δεν έχετε κοντά σας… Άμα είναι έτσ’ τα πράματα, σκωθείτε! Σκωθείτε να πάμε σπίτ’!»
Ήταν ένας γλυκός άνθρωπος, που θύμιζε τον παππού τους τον Γιάγκο. Σαν είδε που δίσταζαν, τις κοίταξε στα μάτια.
«Ακούτε να σας πω. Η ανθρωπιά δεν φαίνεται στσι καλές τσ’ ώρες, στσι μαύρες φαίνεται. Κι εμείς ξέρμε καλά τι θα πει προσφυγιά. Τα πέρασαμε απ’ το ’14 ως το ’20. Άιντε τώρα, να πααίνμε, να μη χασομεράμε. Εσείς θα πεινάτε κιόλας. Ποιος ξέρ’ από πότε έχτε να φάτε», τις είπε κι ο λόγος του έμοιαζε με προσταγή.
Τον βοήθησαν να σηκωθεί. Ευτυχώς μπορούσε να περπατήσει χωρίς να πονάει. Τον έπιασαν απ’ τις μασχάλες και σιγά σιγά πήγαν στον ρωμαίικο μαχαλά, τα Μνηματάκια. Στην αυλόπορτα, δυο θεόρατα σκυλιά έτρεξαν να τους καλωσορίσουν. «Ήσυχααα!» είπε ο μπαρμπα-Σίμος, κι εκείνα κούνησαν τις ουρές τους κι αποτραβήχτηκαν στον ίσκιο. «Άνθρεπο, που είναι μαζί μας, δεν τόνε πειράζουνε, μα ξένος δεν κοτάει να ζυγώσ’ στην αυλή», τις είπε. Μόλις πέρασαν την αυλόπορτα, άρχισε να φωνάζει:
«Μπάμπω, νύφ’, κοσάτε (τρέξτε)! Σας ήφερα μισαφίρια!»
Δυο γυναίκες, που ξεφύλλιζαν καλαμπόκια κάτω απ’ το τσαρδάκι, ήρθανε γρήγορα κοντά τους και καλωσόρισαν χαμογελαστές τα κορίτσια, σαν να τα γνώριζαν από παλιά. Ήταν η γιαγιά η Γιαννούλα και η νύφη της η Κερανιώ.
«Τα κορτσούδια είναι προσφυγάκια απ’ αντίκρα. Μόν’ μονάχα. Χάθκανε απ’ τσι δικοί τσ’. Είναι θεονήστικα. Ζεστάντε κομμά γαλατάκ’, τηγανίστε και κανείνα αυγάκ’, κόψτε καμιά ντοματίτσα, να φάνε τα καημένα, να πιάσ’ κομματάκ’ το μέσα τς».
«Ε, δύσκολη η προσφυγιά, παιδιά μ’!… Πόνος βαρύς να χάνεις βιος κι ανθρώπ’», είπε η γιαγιά η Γιαννούλα.
Σε λίγο, σε έναν σοφρά κάτω απ’ το υπόστεγο, οι δυο γυναίκες έφεραν ζεστό γάλα, ψωμί, τέσσερα αυγά μάτια και μια τοματοσαλάτα, και φώναξαν τα κορίτσια να φάνε.
Ύστερα, νύφη και πεθερά κάθισαν πάλι στον τόπο τους, πλάι στον παππού, και συνέχισαν να ξεφυλλίζουν τα καλαμπόκια.
«Πρώτα θα τα ξεφυλλίσουμε κι ύστερις θα τα ξεσποριάσουμε», είπε η Κερανιώ. Ήταν πολύ επιτήδειες και τα χέρια τους θαρρείς δούλευαν από μόνα τους.
Οι δυο αδερφές, σαν έφαγαν, κάθισαν κι εκείνες δίπλα στους άλλους, να βοηθήσουν στο ξεφύλλισμα. Δουλεύοντας, αφηγήθηκαν με αναφιλητά όσα έζησαν τις τελευταίες μέρες. Η γιαγιά σηκώθηκε κι αγκάλιασε τις δυο προσφυγοπούλες.
«Τα πέρασαμε και σας νιώθμε, πουλάκια μ’. Απ’ το Πάσχα του ’14 που μας σήκωσανε, κι ανθρώπ’ έχασαμε, και πεθαμένους έκλαψαμε, και βιος έχασαμε, και την υγειά μας έχασαμε», τις είπε και τις φίλησε.
Το μεσημέρι έφαγαν όλοι μαζί, κι οι δυο αδερφές συνέχισαν το ξεφύλλισμα. Τα χέρια τους, όμως, αμάθητα σε τέτοια δουλειά, έβγαλαν φουσκάλες και πονούσαν, μα αυτό δεν τις ένοιαζε καθόλου. Δόξαζαν το Θεό που βρέθηκαν ανάμεσα σε ανθρώπους που τις ένιωθαν. Ήταν όλοι τους τόσο καλοί άνθρωποι. Έλειπε ο γιος τους, ο Τάσος, ο άνδρας της Κερανιώς, δάσκαλος στο Γεωργιάδειο, που απ’ τον Οκτώβρη του ’20, υπηρετούσε εθελοντής στον στο Μικρασιατικό μέτωπο.
Το σούρουπο, μόλις σχόλασαν, οι δυο κοπέλες σηκώθηκαν να γυρίσουν στην αποθήκη «τους». Ο μπαρμπα-Σίμος, πετάχτηκε απάνω.
«Επ, πού σηκώθκατε να πάτε για; Α, θα μαλώσμε! Κατσίτε κάτ΄! Δε θα πάτε πουθενά. Εδώ, θα μείντε. Θα μπανιαριστείτε, θα φάμε ούλοι αντάμα και θα κοιμθείτε εδώ σαν ανθρώπ’! Η Κερανιώ σάς έστρωσε κιόλας στη τζαμαρία», τις είπε.
Η γιαγιά ζέστανε νερό σε μια μπακίρα, μπανιαρίστηκαν, φόρεσαν καθαρά ρούχα της Κερανιώς και πέταξαν τα δικά τους, που τόσες μέρες είχαν κολλήσει απάνω τους και είχαν γίνει ένα με το πετσί τους. Στο βραδινό τραπέζι, η κουβέντα πήγε στον Τάσο, που έλειπε στο στρατό και, μετά την Καταστροφή, ήταν η μεγάλη τους έννοια.
«Όντας το ’20 γύρσαμε εδώ απ’ την Ελλάδα, μας το ξέκοψε. “Μόλις ξεσπείρω, θα πάω εθελοντής στον ελληνικό στρατό”. Κι εμείς “Να πας, παλκάρι μ’, να πας!”, τον είπαμε και τον έδωκαμε την ευχή μας. Είναι πατριώτς τρανός. “Η πατρίδα είναι απάνω απ’ ούλα”, λέει. Έφυγε τη δεύτερη μέρα του Αϊ-Δημητριού του ’20. Μας έγραφτε για νίκες…, πως πήρανε την Κιουτάχεια…, πως έφταξαν ως όξω απ’ την Άγκυρα… Μόνε που τελευταία, έχμε να λάβμε γράμμα τ’ απ’ τσ’ αρχές τ’ Αλωνάρ’, κι ο νους μας, ούλο σ’ αυτόνα είναι. Αυτό είναι το ντέρτι μας τώρα», είπε ο μπαρμπα-Σίμος, φανερά συγκινημένος.
Το πρωί, ο μπαρμπα-Σίμος έζεψε τις αγελάδες στο αμάξι, και μαζί με την Κερανιώ και τις δυο κοπέλες, πήγαν στο χωράφι να μαζέψουν ρόκες για ξεφύλλισμα. Το βράδυ, αφού σχόλασαν κι έφαγαν όλοι μαζί, οι δυο κοπέλες τους ευχαρίστησαν για την καλοσύνη τους και σηκώθηκαν να πάνε στην αποθήκη «τους». Αυτή τη φορά ο μπαρμπα-Σίμος θύμωσε.
«Α, πάλε τα ίδια; Τι είπαμε για; Θα με κάμτε να σας μαλώσω. Δε θα πάτε πουθενά. Κατσίτε κάτ’! Ώσπου να σιάξουνε τα πράματα, θα μείντε εδώ, σε μας», τις είπε και κουβέντα δεν σήκωνε. Το πρωί ξανάπιασαν όλοι δουλειά στο ξεφύλλισμα.
………
Στη Ραιδεστό, η Φωτεινή κι η Θεοπούλα συνέχισαν να φιλοξενούνται στο σπίτι του μπαρμπα-Σίμου. Το πρωί της 5ης Σεπτεμβρίου), κι ενώ όλοι ήταν στρωμένοι καταγής και ξεφύλλιζαν καλαμπόκια, τα σκυλιά, που ήταν ξαπλωμένα στον ίσκιο σαν ψόφια, πετάχτηκαν ξαφνικά απάνω και, γαυγίζοντας δυνατά, άρχισαν να τρέχουν στον κατήφορο σαν σφεντόνες, μέχρι που δεν ακούγονταν.
«Να ξέρτε, αυτά δικόνα μας άνθρεπο μυρίστηκαν. Θαρρώ έρχεται το παλκάρ’ μας», είπε με σιγουριά ο μπαρμπα-Σίμος και με γρήγορο βήμα κατευθύνθηκε στην αυλόπορτα. Από πίσω του έτρεξε κι όλη η οικογένεια.
Σε λίγο, τα γαυγίσματα ξαναζύγωσαν και ήταν παιχνιδιάρικα, ώσπου ξεπρόβαλε απ’ τη γωνία ο γιος τους, ο Τάσος. Στην αυλόπορτα, έπεσαν όλοι πάνω του. Κι εκείνος, να μην ξέρει ποιον να αγκαλιάσει. Τα κοριτσάκια του, τη γυναίκα του, τη μάνα του, τον πατέρα του; Στο τέλος έγιναν όλοι ένα κουβάρι. Δεν μιλούσαν, μόνο δάκρυα χαράς κυλούσαν απ’ τα μάτια τους και σκόρπιες λέξεις έβγαιναν απ’ τα χείλη τους. «Πουλάκια μου!», «Τασούλη μ’!», «Κερανούλα μ’», «αγόρι μου!», «μάνα!», «πατέρα!» Πόσο ακριβοί είναι οι άνθρωποί μας! Μόνο από αυτούς ζεις αληθινές χαρές. Αφού χόρτασε αγκαλιές, ο Τάσος, χωρίς να ρωτήσει ποιες είναι, αγκάλιασε και τις δυο κοπέλες. Κι εκείνες τον καλωσόρισαν σαν να ήταν δικός τους άνθρωπος.
«Σήμερις δουλειά δεν έχ’. Θα το γιορτάσμε! Γύρσε το παλκάρ’ μας!» είπε ο μπαρμπα-Σίμος και γελούσαν ως και τα μάτια του.
«Θα σφάξμε τον πέτνο τον τρανό», είπε η γιαγιά η Γιαννούλα.
Και χωρίς να περιμένει άλλη κουβέντα, γέμισε την ποδιά τους με σπυριά καλαμποκιού και, φωνάζοντας «πουλ, πουλ, πουλ», πήγε στο κουμάσι, άνοιξε την πόρτα κι έριξε μέσα το καλαμπόκι. Έτρεξαν οι κότες και τα πετεινάρια να φάνε και, μόλις μπήκε μέσα κι «ο πέτνος ο τρανός», μπήκε κι εκείνη και σφάλισε την πόρτα. Έπιασε έναν πετεινό μπαμπάτσικο, τον έσφαξε, τον ζεμάτισε και τον ξεπουπούλιασε. Στα κορίτσια έδωσε να καθαρίσουνε κρεμμύδια, να τον μαγειρέψει «κρομμυδάτο». Την ίδια ώρα η Κερανιώ, αφού ζέστανε νερό να μπανιαριστεί ο Τάσος, άνοιξε φύλλα για μια γλυκιά κολοκυθόπιτα κι άναψε τον φούρνο. Μόλις μαθεύτηκε ο γυρισμός του Τάσου, συγγενείς και φίλοι έτρεξαν να τον καλωσορίσουν.
……….
Εκείνο που εντυπωσίασε τους Έλληνες στρατιώτες που γύρισαν απ’ τη Μικρά Ασία, ήταν η αλληλεγγύη κι η συμπαράσταση που έδειξαν οι Θρακιώτες στους εκατό χιλιάδες Μικρασιάτες πρόσφυγες. Άνθρωποι πονετικοί και φιλόξενοι, που είχαν ζήσει τον Πρώτο Διωγμό του ’14 και ήξεραν καλά τι θα πει άγριος ξεριζωμός, έτρεξαν να συμπαρασταθούν στους πρόσφυγες, να τους παρηγορήσουν, να μοιραστούν τον πόνο τους. Τους πήραν στα σπίτια τους, τους έδωσαν ρούχα και τρόφιμα, τους αγκάλιασαν κι έκλαψαν μαζί τους, πρόθυμοι να σμίξουν τις ψυχές τους και το ριζικό τους, κι όλοι μαζί να πορευτούν για ένα καλύτερο αύριο. Σε μια Θράκη που, ύστερα από πέντε αιώνες σκλαβιάς, ήταν ελεύθερη και από τον Ιούλιο του 1920 ενσωματωμένη στον κορμό της Ελλάδας. Η πλούσια θρακιώτικη γη με τα μεγάλα μπερεκέτια*, μπορούσε να θρέψει και τους Μικρασιάτες πρόσφυγες. Ήρθε όμως η Ανακωχή των Μουδανιών και τα ανέτρεψε όλα.
………
Ήταν Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου, όταν ο μπαρμπα-Σίμος κίνησε νωρίς το πρωί για το Μπαλούκ Παζάρ, να αγοράσει ψάρια, την ώρα που βγαίνουν από τις ψαρόβαρκες, μα, όσο να πάει, γύρισε αλαφιασμένος.
«Τρεχάτε, Τάσο, Γιαννούλα, Κερανιώ, τρεχάτε! Συφορά! Μεγάλη συφορά! Θα φύβγει, λέν’, ο στρατός μας! Η Θράκ’ ξαναδόθκε στσι Τούρκοι. Αχ, θα μας σφάξνε!», είπε κι έκατσε σε ένα σκαμνί ξεφυσώντας.
«Τι είναι αυτά που λες, γέρο μ’! Ο Χριστός κι η Παναΐα! Δε θα γροίκησες καλά», αποκρίθηκε η γιαγιά η Γιαννούλα και προσπάθησε να τον ηρεμήσει..
«Πώς δόθηκε η Θράκη στους Τούρκους δίχως πόλεμο; Δίχως να πέσει τουφεκιά;» αναρωτήθηκε ο Τάσος.
«Δεν μπορεί, ψέματα θα είναι», συμπλήρωσε κι η Κερανιώ!
«Μακάρ’ να ήτανε ψέματα, μπρε παιδιά, μα δεν είναι. Δεν το λέει μονάχα ο κόσμος, το λέν’ κι ο αξιωματικοί μας. Ούλοι κάτ’, στο μεϊντάνι της Παναγίας της Φανερωμένης, αυτό συζητούνε. Αχ, ξανά μανά σηκωμό γλέπω», συμπλήρωσε ο μπαρμπα-Σίμος.
Η είδηση έτρεξε από στόμα σε στόμα σαν αστραπή, μα ήταν τόσο ξαφνική κι απρόσμενη, που κανείς δεν ήθελε να την πιστέψει.
«Θα κατέβω στη σκάλα, να ρωτήσω τον στρατό», είπε ο Τάσος κι έφυγε.
Περνώντας μπροστά απ’ τα τούρκικα μαγαζιά, κατάλαβε πως τα πράγματα άλλαξαν. Το έβλεπε στα πρόσωπα των Τούρκων, που μέχρι χθες ήταν μαραμένα και τώρα χαμογελούσαν με νόημα. Στη σκάλα, κόσμος πολύς είχε περικυκλώσει τους αξιωματικούς μας.
«Εχθές η Αγγλία, η Γαλλία κι η Ιταλία, υπέγραψαν στα Μουδανιά την παράδοση της Ανατολικής Θράκης στην Τουρκία, όπως είχε ζητήσει ο Κεμάλ. Μέχρι τις 15 Οκτωβρίου θα πρέπει να έχει αποχωρήσει όλος ο ελληνικός στρατός και να περάσει δυτικά του Έβρου», είπε ένας λοχαγός κουνώντας λυπημένα το κεφάλι του.
«Τελείωσαν τα ψέματα. Ο στρατός μας φεύγει», είπε ο Τάσος όταν γύρισε στο σπίτι.
Παρότι η Συμφωνία των Μουδανιών προέβλεπε την υποχρεωτική αποχώρηση μόνο του ελληνικού στρατού, και όχι του ελληνικού πληθυσμού, κανείς Θρακιώτης δεν ήταν διατεθειμένος να μείνει. «Άμα φύγει ο στρατός μας, εμάς ποιος θα μας φυλάξει απ’ τους Τούρκους;» έλεγαν όλοι κι άρχισαν κιόλας να τα μαζεύουν. Οι μαύρες μνήμες, από τις απελάσεις, τις σφαγές, τους εκτοπισμούς και τα αμελέ ταμπουρού του Πρώτου Διωγμού, ξαναζωντάνεψαν. Γνώριζαν εξ ιδίας πείρας τι τους περίμενε. Το έβλεπαν, όμως, και μπροστά τους, στους Μικρασιάτες πρόσφυγες. Σε αυτά τα ανθρώπινα κουρέλια, που με τον τρόμο στα μάτια αδυνατούσαν να βρουν λόγια, για να περιγράψουν τη φρίκη που έζησαν κυνηγημένοι απ’ τους Τούρκους.
Και τότε, διακόσιες πενήντα χιλιάδες Θρακιώτες κι εκατό χιλιάδες Μικρασιάτες πρόσφυγες, έτρεχαν πανικόβλητοι, να εγκαταλείψουν την Ανατολική Θράκη με κάθε τρόπο. Με τρένα, με βαπόρια, με κάρα. Η οικογένεια του μπαρμπα-Σίμου ήταν ξεσηκωμένη.
«Γιαννούλα, Κερανιώ, σκωθείτε! Μην κάθεστε χιτς. Κάμτε γλήγορα! Αρχέψτε να μαζώντε. Αφού φεύβ’ ο στρατός, αύριο πρωί φεύγουμε κι εμείς! Γλήγορα, προτού καταντήσμε σαν τσι Μικρασιάτες! Τάσο, παιδί μ’, να μη χασομεράμε, ετοίμασ’ τ’ αμάξ’! Αχ, τελειωμό δεν έχουνε τα πάθια μας… Κι εσείς κορτσούδια μ’, θα έρτετε μαζί μας!» είπε ο μπαρμπα-Σίμος στις δυο προσφυγοπούλες.
«Είστε όλοι σας πολύ καλοί άνθρωποι, παππού, μα εμείς πρέπει να πάμε στη Θεσσαλονίκη, να βρούμε τους δικούς μας… Οι αξιωματικοί είπανε πως θα βάλουνε βαπόρια», είπε η Φωτεινή.
«Μήπως είναι καλύτερα να φύγουμε κι εμείς με βαπόρι, πατέρα;» είπε ο Τάσος, που ήταν πιο ψύχραιμος από τον πατέρα του.
«Με τ’ αμάξ’, παιδί μ’, μπορούμε να κουβανήσμε και πράματα απ’ το νοικοκυριό μας. Και να μην πάμε μακριγιά. Να περάσμε κείθε απ’ τη Μαρίτσα, και να σταθούμε. Μπορεί να γυρίσμε γλήγορα πίσω, όπως και την πρώτ’ φορά», είπε ο παππούς, κι όλοι συμφώνησαν να φύγουν με το κάρο.
«Αχ, όσα και να κουβανήσμε με τ’ αμάξ’, γέρο μ’, ούλ’ η προκοπή μας, εδώ θ’ απομείνει. Μια κάμαρη στάρι, μια αποθήκη καλαμπόκι, κριθάρι, βρώμη, όρνιθες, γουρούνι, δυο βαρέλια κρασί, ένα βαρελάκι ρακί, ούλα εδώ θ’ απομείνουνε», μονολόγησε η γιαγιά.
Εκείνη τη νύχτα, δεν κοιμήθηκε κανείς τους. Πότε κλαίγοντας βουβά και πότε με φωνή, όλοι ετοιμάζονταν για τη φυγή. Ο Τάσος με τον μπαρμπα-Σίμο φόρτωσαν στο κάρο γέμη για τα ζώα, αλεύρι, ρακί, ρούχα, στρωσίδια, παπλώματα, έναν τέντζερη, ένα ταψί, χουλιάρια, περόνια και ό,τι χωρούσε απ’ το νοικοκυριό. Η γιαγιά τύλιξε τα εικονίσματα σ’ ένα σεντόνι, έσφαξε δυο όρνιθες και τις έβρασε, ενώ η Κερανιώ άναψε τον φούρνο κι έψησε δυο πινακωτές ψωμιά, για τις πρώτες μέρες. Η Φωτεινή με τη Θεοπούλα βοηθούσαν πότε τη γιαγιά και πότε την Κερανιώ.
«Καλά σας είπε ο παππούς. Να έρτετε μαζί μας, πουλάκια μ’. Να μην απομείντε δυο κορτσούδια μοναχά, σε ξένον τόπο», είπε η γιαγιά η Γιαννούλα.
«Εμείς, γιαγιά, πρέπει να πάμε στη Θεσσαλονίκη να βρούμε τους δικούς μας», αποκρίθηκε η Φωτεινή.
Ο Τάσος, αφού βοήθησε να ανέβουν στο κάρο ο μπαρμπα-Σίμος, οι γυναίκες και τα παιδιά, ζωσμένος με έναν τσιφτέ, για να αντιμετωπίσει στο δρόμο τους τσέτες, πήγε κοντά στις αγελάδες του και με το σύνθημα «άιντε κορίτσια», άρχισε η πορεία στο άγνωστο. Ο ίδιος θα πήγαινε στο πλάι περπατώντας, έχοντας κοντά του τα δυο σκυλιά.
…….
Ατέλειωτες φάλαγγες, μέχρι και σαράντα χιλιομέτρων, από Σηλύβρια, Τυρολόη, Ραιδεστό, Μάλγαρα, Χαριούπολη, Μακρά Γέφυρα, Σαράι, Λουλέμπουργκαζ, Μπαμπάεσκι, Σκοπό, Σαμάκοβο, Βιζύη, Σαράντα Εκκλησιές, Μπουνάρ Χισάρ, όδευαν προς τον Έβρο. Η πορεία αργή και βασανιστική κάτω από έναν μολυβένιο ουρανό που έβρεχε ασταμάτητα. Τα μικρά παιδιά, οι γέροντες κι οι άρρωστοι, στρυμωγμένοι απάνω στα κάρα, άδικα προσπαθούσαν με κουρελούδες και χράμια να φυλαχτούν απ’ την καταρρακτώδη βροχή. Οι πεζοί, δίπλα στα κάρα, εκτός απ’ τη βροχή, τσαλαβουτούσαν μέσα στη λάσπη, που έφτανε ως το γόνατο και έκανε τα πόδια ασήκωτα. Οι στενοί χωματόδρομοι είχαν μετατραπεί σε λασπόδρομους.
Συχνά, κάποιο κάρο πατίκωνε και κολλούσε. Αναγκαστικά, πίσω του κολλούσε κι όλη η φάλαγγα. Τα ζώα, αποκαμωμένα από την αδιάκοπη πορεία, αγκομαχούσαν μέσα στη λάσπη, έκαναν προσπάθειες, αλλά το κάρο παρέμενε κολλημένο. Η πορεία, όμως, δεν έπρεπε να σταματήσει ούτε μέρα ούτε νύχτα. Ο χρόνος ήταν πολύτιμος. Η όποια καθυστέρηση μπορεί να τους στοίχιζε τη ζωή. Έτρεχαν τότε όλοι από τα γειτονικά κάρα κι έσπρωχναν με τα χέρια, ώσπου το κάρο ξεκολλούσε, κι η φάλαγγα συνέχιζε την αργή της πορεία. Όλοι βιάζονταν να περάσουν στην Ελλάδα μια ώρα αρχύτερα, να γλιτώσουν απ’ τους τσέτες, που μαζί με οπλισμένους Τούρκους από τα γύρω χωριά, ορμούσαν κατά ομάδες στους πρόσφυγες, συνήθως τη νύχτα, άρπαζαν, έσφαζαν, σκότωναν, δίχως να λογαριάζουν την ανθρώπινη ζωή. Κι οι πρόσφυγες, μόνοι, έρημοι κι ανυπεράσπιστοι, αφού έχασαν την πατρίδα τους, έτρεμαν τώρα και για τη ζωή τους.
Και τα χειρότερα δεν άργησαν. Πυρετοί, βήχας, ρίγη και κοιλόπονοι, άρχισαν να ταλαιπωρούν από την πρώτη κιόλας μέρα τα μωρά, τους γέροντες, ακόμα και νεότερους που μέχρι χθες ήταν υγιέστατοι. Ώσπου ο θάνατος έγινε συνοδοιπόρος στη μαρτυρική τους πορεία.
Κάθε λίγο, μια σπαρακτική κραυγή έσκιζε τον αέρα κι η φάλαγγα σταματούσε για το στερνό κατευόδιο. Η ταφή βιαστικά, κάτω από βροχή, σε έναν λάκκο ρηχό, σκαμμένο με το φτυάρι πλάι στο δρόμο. Οι συγγενείς απαρηγόρητοι, ένιωθαν τύψεις, που έθαβαν τους ανθρώπους τους αδιάβαστους κι αθύμιαστους, έξω από τα έθιμα και τις χριστιανικές τους παραδόσεις. Όμως, δεν ήταν ώρα για χασομέρια. Με πόνο ψυχής, έκαναν τον σταυρό τους και με ένα βιαστικό «Αιωνία η μνήμη!», «Θεός σχωρέσ’ τον!», η φάλαγγα ξεκινούσε πάλι τη βουβή και πένθιμη πορεία της. Και δεν ήταν λίγοι, ιδίως γέροντες, που, μέσα στην απόγνωσή τους απ’ την απώλεια της πατρίδας και το μαρτύριο που περνούσαν, μακάριζαν τους πεθαμένους: «Αυτοί μπάρεμ (τουλάχιστον) απόμναν στην Πατρίδα. Εμείς δεν ξέρμε, νε πού θα ζήσμε, νε πού θα πεθάνμε».
Γεώργιος Μάνος
Στις φωτογραφίες:

  1. Μονάδες του Γ΄ Σώματος Στρατού αποβιβάζονται στις 5 Σεπτεμβρίου 1922 στη Ραιδεστό, προερχόμενες από την Πάνορμο της Μικράς Ασίας..
  2. Η Ραιδεστός πλημμυρισμένη από στρατό και Μικρασιάτες πρόσφυγες στις αρχές Σεπτεμβρίου 1922. Το μεγάλο κτίριο είναι το Μητροπολιτικό Μέγαρο της Μητρόπολης Ηρακλείας και Ραιδεστού.

Τελευταία Αρθρα

Φάμπιο Καναβάρο: ”Το 2006 ήμασταν μια σκληροτράχηλη ομάδα”

«Την πρώτη μέρα, ο Λίπι μάς είπε ότι το όνειρό του ήταν να φτάσουμε...

Υβ Τριαντάφυλλος, ένας ιστορικός γκολτζής του Ολυμπιακού

Ο Υβ Τριαντάφυλλος είναι Ελληνογάλλος πρώην ποδοσφαιριστής ο οποίος αγωνιζόταν στην θέση του κεντρικού...

Το ελληνικό προξενείο στην Σμύρνη

Τo ελληνικό προξενείο στην Σμύρνη ήταν ένα από τα ελάχιστα σπίτια που σώθηκαν στην...

Ο Ελληνικός στρατός στην Μικρά Ασία

Την 10η Αυγούστου 1921 σύσσωμος ο Eλληνικός Στρατός εφόρμησε. Το αριστερό επιτέθηκε εναντίον των οχυρώσεων...

Παρομοια αρθρα

Το ελληνικό προξενείο στην Σμύρνη

Τo ελληνικό προξενείο στην Σμύρνη ήταν ένα από τα ελάχιστα σπίτια που σώθηκαν στην...

Ο Ελληνικός στρατός στην Μικρά Ασία

Την 10η Αυγούστου 1921 σύσσωμος ο Eλληνικός Στρατός εφόρμησε. Το αριστερό επιτέθηκε εναντίον των οχυρώσεων...

Παλιά χωριά της Πόλης και Ελληνισμός

Ένα από τα πιο γραφικά μέρη στον Βόσπορο και από τα πιο παλιά χωριά...