Από τον Αύγουστο του 1922 καταφθάνουν στο νησί της Λέσβου αναρίθμητα πλήθη Μικρασιατών προσφύγων από τα απέναντι παράλια.
Διωκόμενοι από τους Τούρκους, εγκαταλείπουν με τον πιο άδικο τρόπο τις πατρογονικές τους εστίες.
Ταλαιπωρημένοι από τις κακουχίες έβγαιναν με βάρκες και καΐκια σε τούτες τις ακτές και ήταν αρκετοί εκείνοι, κυρίως Αϊβαλιώτες, που εγκαταστάθηκαν μόνιμα στα χωριά και τις πολιτείες του νησιού, δημιουργώντας αρχικά τους δικούς τους προσφυγικούς οικισμούς, χωρίς να πάψουν να διηγούνται ανελλιπώς στους απογόνους τους την μαρτυρική και αιματόβρεκτη ιστορία της Μικρασίας.
Οι Τούρκοι, ηττημένοι από τους Βαλκανικούς πολέμους, μισούσαν ακόμα πιο πολύ τους Χριστιανούς.
Το 1914 αρχίζουν τον πρώτο μεγάλο διωγμό, την ίδια χρονιά που είχε ξεσπάσει ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος, όπου οι Τούρκοι τάχθηκαν στο πλευρό των Γερμανών, βρίσκοντας την ευκαιρία να εκκαθαρίσουν με τις πιο απάνθρωπες μεθόδους τις Ελληνικές περιοχές που δεν είχαν ακόμα απελευθερωθεί. Δημιούργησαν τα «αναγκαστικά τάγματα εργασίας» με τα οποία εξολόθρευσαν 400.000 Έλληνες.
Χιλιάδες οικογένειες εκδιώχθηκαν από τα σπίτια τους και σκορπίστηκαν ως πρόσφυγες. Πολλές πόλεις και χωριά της Μικρασίας, της Θράκης και του Πόντου ερημώθηκαν ή καταστράφηκαν. Στο Αϊβαλί εφαρμοζόταν τα χρόνια αυτά οι αποφάσεις των νεότουρκων.
Ο αφανισμός και η εκδίωξη των Ελλήνων.
«Η Τουρκία για τους Τούρκους».
Οι Αϊβαλιώτες, όσοι δεν αιχμαλωτίσθηκαν έπαιρναν το δρόμο της προσφυγιάς, γιατί ήξεραν ότι οι Τούρκοι θα επιστράτευαν βίαια όλους τους ραγιάδες Έλληνες, που ήταν υποχρεωμένοι να καταταγούν στο στρατό τους και θα τους χρησιμοποιούσαν ως σκλάβους κάτω από άθλιες και δυσχερείς συνθήκες, χωρίς ρούχα, τροφή και όπλα, γιατί δεν τους εμπιστευόντουσαν.
Θα τους είχαν μόνο για καταναγκαστικά έργα, χωρίς ξεκούραση στα τάγματα εξόντωσης των στρατευμένων Χριστιανών, που ως αποτέλεσμα θα είχε τον θάνατο των περισσοτέρων.
Έτσι, μάζεψαν τις οικογένειές τους και διέφυγαν, περνώντας στο αντικρινό νησί της Μυτιλήνης, που είχε ήδη απελευθερωθεί.
Επιβιβάσθηκαν αιφνιδιαστικά σε καΐκια, έχοντας ελάχιστο χρόνο για να πάρουν μαζί τους ότι μπορούσαν και βάζανε πλώρη για το αδελφό νησί της Αιολίδας, τη Λέσβο, αφήνοντας πίσω τους τα σπίτια, τις δουλειές και τις ψυχές τους καταρρακωμένες.
Ήταν ο πρώτος διωγμός.
Εγκαταλείποντας ότι είχαν αγαπήσει, πορευόμενοι σ’ ένα άγνωστο τόπο, αισθανόμενοι τυχεροί που ζούσαν κοντά στη θάλασσα και απέναντί τους ήταν το νησί, γιατί πολλοί Έλληνες που ζούσαν στα ενδότερα της Μικρασίας, αιχμαλωτίσθηκαν και υποχρεώθηκαν απ’ τους Τούρκους σε εξοντωτικές πορείες προς τα βάθη της Ανατολής, πεθαίνοντας στο δρόμο απ’ την πείνα, τις κακουχίες, τους βιασμούς, τους τουφεκισμούς και τις σφαγές.
Ήταν τα μαύρα σύννεφα του 1914 που επισκίασαν ολόκληρη τη Μικρασία και τον υπόδουλο Ελληνισμό.
Πατώντας το πόδι τους στη Λέσβο, οι ξεριζωμένοι αυτοί άνθρωποι, ψάχνανε απεγνωσμένα, προσπαθώντας κυρίως να συνειδητοποιήσουν τι τους είχε συμβεί.
Ήθελαν να συνέλθουν από το κακό που τους βρήκε, από τα γεγονότα που συνέβησαν, τα οποία αδυνατούσαν να τα πιστέψουν, αφού ο άδικος αυτός διωγμός είχε αλλάξει τόσο γρήγορα και βίαια όλη τη ζωή τους.
Ήταν πρόσφυγες, σχεδόν χωρίς τίποτα. Ούτε τα απαραίτητα δεν διέθεταν.
Έπρεπε όμως να βρουν κουράγιο να ζήσουν. Σύντομα βρήκαν στέγη. Εγκαταστάθηκαν
πρόχειρα όπου έβρισκε η κάθε οικογένεια. Αγναντεύοντας στο βάθος προς το βορά, έψαχναν με τη φαντασία τους να βρουν το Αϊβαλί τους, την αγαπημένη τους Μικρασία.
Η θάλασσα γινόταν ένα μεγάλο μονοπάτι που περιδιάβαιναν οι σκέψεις τους μέχρι ν’ ανταμώσουν με τον τόπο τους τον λατρεμένο και με ότι είχε γίνει ένα με το αίμα στις φλέβες τους. Ο διωγμός, τους είχε γεμίσει στενοχώρια και πίκρα.
Ένα πλήγμα στην καρδιά τους που μερόνυχτα ολόκληρα τους βασάνιζε αφόρητα.
Το 1917 τα σύνορα άνοιξαν. Το Αϊβαλί ήταν πάλι «ελεύθερο», αλλά υπόδουλο στους Τούρκους. Οι Αϊβαλιώτες, χαρούμενοι πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Οι εξόριστοι αυτοί άνθρωποι επέστρεφαν στην πολιτεία τους μετά την ανακωχή. Όμως ήταν λιγότεροι από τους μισούς.
Οι άντρες, οι πολεμιστές, που γύριζαν με λαχτάρα να σφίξουν τους δικούς τους στην αγκαλιά τους, έζησαν ανατριχιαστικά δράματα. Έρχονταν στο Αϊβαλί οι παλιννοστούντες από τη Μυτιλήνη και έτρεχαν κατευθείαν στα σπίτια τους, να δουν τους γονείς και τα παιδιά τους και εύρισκαν τα σπίτια τους ρημαδιά. Παρόλα αυτά, οι Αϊβαλιώτες ξαναγύριζαν στα σπίτια τους, στις Εκκλησίες και στις όμορφες γειτονιές τους, που είχαν μείνει έρημες για τρία χρόνια.
Συναντούσαν τα αγαπημένα πρόσωπα, που δεν ξέρανε που βρισκόταν αυτά τα χρόνια, αφού είχαν διασκορπιστεί «κακήν κακώς». Σιγά – σιγά, όλα άρχισαν να παίρνουν την πρωτινή ομορφιά τους και να βρίσκουν το ρυθμό τους.
Το Αϊβαλί και η Μικρασία ξαναζούσαν. Τα χρόνια αυτά ήταν δύσκολα. Ο πόνος και οι δυσκολίες της προσφυγιάς ήταν αβάσταχτοι. Η μικρή Δήμητρα, αποτύπωνε μέσα στην παιδική ψυχούλα της τα βάσανα και τις περιστάσεις που διαδραματίσθηκαν όλα αυτά τα χρόνια.
Λίγο καιρό αργότερα γράφει ποιήματα, με γραφίδα βουτηγμένη στην πληγωμένη καρδία της για τα όσα στερήθηκε στα νεανικά και στα μετέπειτα χρόνια της ζωής της.
Γράφει για τον πόνο της προσφυγιάς:
«Απ’ το Αϊβαλί βρεθήκαμε
στη Λέσβο κάποια ημέρα,
τρία κορίτσια ορφανά,
μικρά ταπεινωμένα.
Στην αγκαλιά της τη ζεστή,
μας σφίγγει η μανούλα
και με θλιμμένη την καρδιά,
γιατί ήταν προσφυγούλα.
Με δίχως σπίτι και λεφτά
και δίχως μαξιλάρι,
με τα παιδιά στην αγκαλιά,
ήταν βαρύ γομάρι.
Είχαμε στην πατρίδα μας,
σπιτάκι και γωνίτσα
και έναν πατέρα που έτρεχε
τη μέρα και τη νύχτα.
Τον πήρανε αιχμάλωτο,
οι Τούρκοι κάποια ημέρα
και μείνανε πεντάρφανα
στους δρόμους πονεμένα.
Δεν έχασε η μανούλα μας,
μονάχα τον πατέρα,
επιάσανε αιχμάλωτα
τα τρία της αδέλφια
κ’ οι τρεις τους ήταν άριστοι,
γεροί ιεροψάλτες,
πασίγνωστοι στο Αϊβαλί
με τ’ όνομα Μπακλάδες.
Στα ράσα εντυθήκανε,
με ελπίδα να γλιτώσουν
που να ‘ξεραν οι άτυχοι,
πως χάρο θ’ ανταμώσουν.
Χωρίς ελπίδα πια καμιά,
εις τη δουλειά εστρώθει,
γιατί είχε τρία ορφανά
ψωμάκι να τα δώσει.
Και με ελπίδα τον Θεό,
που πάντα προσκαλούσε,
έτρεχε η άμοιρη, η φτωχή
και μας ζωογονούσε…
Όλη τη μέρα έπλενε,
στα πλούσια τα σπίτια,
και όταν εβράδιαζε καλά,
έβαζε μια μαντίλα,
και τυλιγότανε καλά,
να μην την εγνωρίσουν,
και έπαιρνε εμάς δίπλα της,
για να τη βοηθήσουν.
Με λίγα λόγια έγινε,
ζητιάνα η καημένη,
την είχε δικάσει ο Κεμάλ,
να’ ναι ταπεινωμένη.
Γι’ αυτό επήρα το χαρτί και γράφω αυτόν τον πόνο, γιατί τον έχω μέσα μου, ολημερίς το χρόνο…»
…και συνεχίζει αποτυπώνοντας με έκδηλο τρόπο την απώλεια του πατέρα της:
….«πήραν και τον πατέρα μου,
που πριν καλά γνωρίσω,
και με θλιμμένη την καρδιά,
το γράφω και δακρύζω.
Στ’ αλήθεια είναι πολύ πικρό
να μη θωρείς πατέρα,
ούτε στο άψυχο χαρτί,
ούτε μια καλημέρα.
Και τώρα που μεγάλωσα
κι ασπρίσαν τα μαλλιά μου,
θαρρείς πως πιο πολύ πονώ,
ματώνει η καρδιά μου.
Μέχρι που ζω και βρίσκομαι
στο ξένο αυτό το χώμα,
θα το ‘χω το παράπονο,
στα χείλη και στο στόμα.
Και με το νου θα βρίσκομαι,
πάντα εις τ’ Αϊβαλί μας,
αυτό που δεν εγνώρισα,
αλλ’ είναι η πατρίς μας…
Μέρος από την βιβλιογραφία: “Οικογενειακό κειμήλιο” του Στρατή Ανδριώτη.
…
Σύλλογος Μικρασιατών Πεύκης – Λυκόβρυσης “ΙΩΝΙΑ”.




