Μάρκο Φαν Μπάστεν, μια καριέρα γεμάτη γκολ και πόνο

0

”Aπολάμβανα να παίζω ποδόσφαιρο, ήταν κάτι που αγαπούσα να κάνω κάθε μέρα. Και έγινα καλός.

Σε όλες τις άλλες εκδηλώσεις της ζωής μου, ήμουν νορμάλ.

Δεν ήμουν αρκετά καλός στο σχολείο και έκανα ό,τι όλα τα άλλα παιδιά της ηλικίας μου.

Η μόνη μας διαφορά ήταν το πάθος που είχα για το ποδόσφαιρο.

Πέτυχα ιδιαίτερα πράγματα, γιατί υπήρξα καλός παίκτης.

Την ίδια ώρα, όμως ήμουν μέλος μιας καλής ομάδας.

Το ποδόσφαιρο είναι ένα ομαδικό σπορ, με έντεκα παίκτες σε κάθε ομάδα -δηλαδή, υπό φυσιολογικές συνθήκες οι παίκτες είναι έντεκα. Νικάς με όλους τους άλλους, μαζί.

Χάνεις με όλους τους άλλους, μαζί. Κάθε παίκτης, κάθε άνθρωπος έχει συνεισφορά.

Σε ένα παιχνίδι χρειάζεσαι τη φυσική κατάσταση, την ευφυΐα, την τεχνική, χρειάζεσαι τα πάντα.

Είναι αδύνατο να τα κάνει όλα μαζί, ένας. Ό,τι πετυχαίνεις είναι προϊόν προσπάθειας που κάνει ένα γκρουπ 11, 17, 18, 25 παικτών.

Άρχισα το ποδόσφαιρο σε μια πλατεία, στην περιοχή που μεγάλωσα στην Ουτρέχτη,όταν ήμουν 6 χρόνων.

Ο αδελφός μου έπαιζε εκεί,είναι λίγο μεγαλύτερος. Από εκεί ξεκίνησαν όλα. Θυμάμαι τον εαυτό μου να είναι λίγο πιο δυνατός.

Εγώ ήμουν λίγο πιο έξυπνος και λίγο καλύτερος στην τεχνική.

Δεν καταλάβαινα πώς έκανα τόσο περίπλοκα πράγματα. Αντιλαμβανόμουν ότι περνούσα ωραία και πως ήμουν καλός. Για αυτό και συνέχισα.

Στην εποχή μου (στις αρχές του ’70) ο Άγιαξ ήταν το μεγάλο πράγμα στο ποδόσφαιρο, αυτός που βλέπαμε στην τηλεόραση.

Θυμάμαι παρακολουθούσα τα ματς με τον πατέρα μου. Έβλεπα τους μεγάλους αστέρες, σε ασπρόμαυρη εικόνα. Έβλεπα τον Άγιαξ και την εθνική να νικούν. Μετά κατάλαβα πως αυτό ήταν κάτι το ιδιαίτερο.

Ο Γιόχαν Κρόιφ ήταν ο καλύτερος της εποχής μου και έγινε ο ήρωας μου, το ίνδαλμα μου.

Ήταν το παράδειγμα που ‘χα. Λάτρευα να τον βλέπω να παίζει. Ήταν ο σταρ της εποχής.

Υπήρχε ο Τζορτζ Μπεστ -είχε κερδίσει το ευρωπαϊκό στο τέλος του ’60 με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ- και μετά εμφανίστηκε ο Κρόιφ. Μετά, όταν πήγα στον Άγιαξ τον γνώρισα και αργότερα έγινε ο προπονητής μου, ο σύμβουλος μου, ο συμπαίκτης μου και ο αντίπαλος μου. Έζησα μαζί του πολλά διαφορετικά συναισθήματα.

Την πρώτη φορά που έιδα τον Κροίφ,ήταν σε ένα ματς της δεύτερης ομάδας του Άγιαξ.

Στο δεύτερο ημίχρονο κατέβαινε τις σκάλες για να φύγει και εγώ τις ανέβαινα -γιατί μόλις είχα φτάσει στο γήπεδο. Ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπα live. Ξετρελάθηκα!

Ήθελα να πω κάτι, αλλά ντρεπόμουν. Σκέφτηκα να του δώσω το χέρι μου, για χειραψία και να του πω ‘άκου, θα ξαναϊδωθούμε πολύ σύντομα’. Δεν βγήκε λέξη από το στόμα μου. Δεν κουνήθηκα. Είχα μείνει ‘άγαλμα’ και πέρασε από δίπλα μου. Μετά αισθάνθηκα λίγο ηλίθιος, αλλά ήμουν χαρούμενος που τον είχα δει”.

Τότε έπαιζε στις ΗΠΑ και είχε επιστρέψει, ως τραυματίας.

Ένα χρόνο μετά, για την αποθεραπεία του έκανε προπονήσεις με τη δεύτερη ομάδα του Άγιαξ, όπου είχα πάει κι εγώ -στα 16.

Ήταν κάτι το απίστευτο. Ο μεγάλος ήρωας έπαιζε μαζί μας. Ήταν ένας από εμάς, συμπεριφερόταν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Δεν ‘έκανε’ το μεγάλο σταρ.

Τότε ήμουν καλύτερος στο να παίζω ποδόσφαιρο από το να μιλάω.

Ήταν ο καλύτερος τρόπος για να επικοινωνήσουμε μεταξύ μας.

Σε αυτήν τη συνθήκη δεν ‘μετράει’ η ηλικία, αν είσαι 16 ή 26 ή 36.

Στο γήπεδο που μετράει είναι η κατάσταση σου, να είσαι έξυπνος όταν έχεις την μπάλα, να είσαι καλός με τις τοποθετήσεις. Έγινε αμέσως το click. Παίζαμε σαν να γνωριζόμασταν χρόνια”.

Η πρώτη επαφή, εντός γηπέδου ήταν σε “δύο εναντίον δύο.

Ήμουν μαζί του και αντιμετωπίσαμε έναν καλό μου φίλο που ήταν και δικός του φίλος. Κι εκείνος ήθελε να εντυπωσιάσει τον Κρόιφ, με το παιχνίδι του, με τον ύψιστο σεβασμό. Περάσαμε ωραία!

Το ωραίο με το ποδόσφαιρο είναι πως αφορά το σώμα, αλλά πρέπει να χρησιμοποιείς το μυαλό σου, τα συναισθήματα σου. Αλλιώς δεν θα καταφέρεις να γίνεις αρκετά καλός.

Δεν υπάρχει η πολυτέλεια του χρόνου, για να σκεφτείς για ώρα τι θα κάνεις. Απλά το αφήνεις να συμβεί.

Γκολ σαν και αυτο με την Σοβιετική Ένωση δεν τα σκέφτεσαι. Τα κάνεις.

Θυμάμαι πως αισθανόμουν λίγο κουρασμένος σε εκείνο το σημείο -προηγούμασταν 1-0-, όταν μου πέρασε την μπάλα ο Μίλερ.

Το πρώτο μου ένστικτο ήταν να την ξεφορτωθώ, γιατί δεν είχα ενέργεια.

Σε κλάσματα σκέφτηκα ότι δεν ήταν το πιο εύκολο που υπήρχε να κάνω πάσα.

Οπότε ‘πήγα’ με το σουτ volley, που δεν ήταν το ‘δυνατό’ μου κομμάτι. Αλλά ‘βγήκε’ πολύ καλά, μολονότι ο αστράγαλος μου δεν ήταν ακόμα νορμάλ. Στο τέλος της ημέρας, πιστεύω ότι με επέλεξε ο Θεός”.

Aν ήταν σε καλή φυσική κατάσταση “το πιθανότερο είναι να μην έμπαινε αυτό το γκολ. Αλλά η ζωή είναι αυτό που έχεις.

Το Μιλάνο ήταν ένα πολύ ωραίο μέρος για να ζεις σε αυτό.

Είχε καλό φαγητό, καλά γήπεδα και πολύ καλή οργάνωση σε όλα.

Στις προπονήσεις είχα απέναντι μου τους Κοστακούρτα, Μαλντίνι και Μπαρέζι. Κατά συνέπεια, έπρεπε να κάνω ό,τι καλύτερο μπορούσα, ώστε να μπορώ να κάνω και τη διαφορά, να σκοράρω και να βοηθήσω την ομάδα μου. Αυτός ήταν ο τρόπος που γινόμασταν όλο και καλύτεροι.

Είχαμε αποκτήσει ήδη όλοι τη νοοτροπία του νικητή και θέλαμε να συνεχίσουμε να βελτιωνόμαστε, για να βοηθάμε περισσότερο. Αυτό συμβαίνει τώρα στη Λίβερπουλ.

Αν τους δείτε πώς παίζουν εναντίον αντίπαλων αμυνών, μπορείτε να διαπιστώσετε πόσο απολαμβάνουν αυτό που κάνουν. Όταν στην προπόνηση αντιμετωπίζεις τους καλύτερους αμυντικούς, μαθαίνεις να κάνεις ό,τι καλύτερο μπορείς.

Είναι περισσότερα από όσα χρειάζονται εναντίον κάποιων ομάδων.

Το υψηλό επίπεδο των προπονήσεων μας βοήθησε πολύ.

Είχαμε μια πολύ καλή ομάδα, αλλά και το μεντάλιτι, μαζί με την επένδυση που κάναμε όλοι στις προπονήσεις ώστε να γίνουμε καλύτεροι- ήταν κάτι που έκανε τη διαφορά: οι προκλήσεις που βάζαμε ο ένας στον άλλον.

Όταν υπέγραψα στη Μιλαν, είχαμε συμφωνήσει να πάω ένα χρόνο μετά.

Το Δεκέμβριο του 1986, σε αγώνα με την Γκρόνινγκεν, δέχθηκα ένα τάκλιν -δεν ήταν κάτι το υπερβολικό- που μου προκάλεσε μεγάλο πόνο. Ήταν η πρώτη φορά που αντιμετώπιζα πρόβλημα με τον αστράγαλο.

Πήγα στο νοσοκομείο, μου έκαναν εξετάσεις και μου είπαν ότι δεν ήταν κάτι το σοβαρό. Θα ήταν αρκετό να ξεκουραστώ για κάποιες εβδομάδες. Κάθε φορά που δοκίμαζα να επιστρέψω, ένιωθα έντονη ενόχληση.

Ο Κρόιφ, ο οποίος ήταν τότε κόουτς του Άγιαξ μίλησε με το γιατρό.

Τον διαβεβαίωσε ότι δεν είχα κάτι το σημαντικό -κάτι που να μπορεί να χειροτερέψει.

Μετά 6-7 εβδομάδες πήγα στο Μιλάνο, πιστεύοντας πως έχω αναρρώσει.

Δυο μέρες αργότερα, ένιωσα ότι το πρόβλημα δεν έχει ξεπεραστεί. Συνέχισα να προπονούμαι, ώσπου με το πέρας δίμηνου αποφάσισα πως κάτι πρέπει να γίνει, γιατί δεν θα εξαφανιζόταν το θέμα επειδή το αγνοούσα.

Πήγαμε σε άλλους γιατρούς. Όλοι συμφώνησαν πως πρέπει να μπω στο χειρουργείο.

Υπήρξαν κακά βράδια, φορές που σκέφτηκα πως μπορεί να μη γυρίσω ποτέ, γιατί στους έξι μήνες που κράτησε η αποθεραπεία μου ο αστράγαλος συνέχισε να με ενοχλεί -να πονάω πολύ, να μην μπορώ να τον κουνήσω ελεύθερα.

Θυμάμαι ήμουν στο δωμάτιο μου, στο Milanello, κοιτούσα τον εαυτό μου στον καθρέφτη και σκεφτόμουν θα τελειώσει εδώ η καριέρα μου;’. Δεν μπορούσα να ‘χωνέψω’ ότι αυτό ήταν κάτι που μπορούσε να γίνει, γιατί είχα να δείξω τόσα πολλά στον κόσμο.

Να προσφέρω ατελείωτα πράγματα στην ομάδα μου. Ένιωθα πως αυτό που ζω είναι άδικο και ανασφάλεια.

Φοβόμουν για το μέλλον μου.

Μόλις είχα πάει στη Μίλαν και δεν μπορούσα να δείξω καμία από τις ποιότητες μου, εξαιτίας του προβλήματος αυτού.

Ένιωθα φυλακισμένος.

Έξι μήνες μετά την εγχείρηση κατάφερα να επιστρέψω, αλλά πάλι ένιωθα κάπως περίεργα τον αστράγαλο μου.

Δεν ένιωθα ελεύθερος, αλλά βελτιωνόμουν σιγά σιγά.

Ο αστράγαλος εξελίχθηκε σε ένα πολύ μεγάλο πράγμα της ζωής μου.

Ειδικά τότε ήταν εξόχως σημαντικό. Δεν μπορούσα να παίξω καλά στο τέλος της καριέρας μου με τον Άγιαξ ή στην αρχή αυτής στη Μίλαν.

Επέστρεψα με έναν άλλον πόνο, μετά την επέμβαση και επρόκειτο να πάω με την εθνική στο Euro.

Εκεί όλα πήγαν υπέροχα.

Μετά μια ‘μαύρη’ περίοδο βγήκε ο ήλιος και η ζωή μου έγινε πάλι, όμορφη. Μπορούσα να ξανακάνω ό,τι μου άρεσε.

Ο αστράγαλος δεν επέστρεψε ποτέ στην κατάσταση που ήταν πριν το πρώτο τραύμα, αλλά είχα καταφέρει να τον ελέγχω και να απολαμβάνω μια πολύ αξιόλογη καριέρα και να ζω μια πολύ καλή ζωή.

Ήμουν ένας από τους τύπους της Μίλαν, στην ομάδα που πήρε πολλούς τίτλους. Ήταν υπέροχο να είσαι μέλος αυτής της ομάδας.

Προς το τέλος της καριέρας μου στην ομάδα. Δεν είχα χάσει παιχνίδι, υπό τις οδηγίες του Καπέλο.

Για 52 παιχνίδια ήμασταν αήττητοι. Το τελευταίο ματς που έπαιξα με εκείνον ήταν και το πρώτο που έχασα -με αυτόν. Το χειρότερο ήταν ότι με έκανε και αλλαγή. Δεν είχα καταλάβει γιατί και δεν μου άρεσε.

Ήταν η εποχή που πονούσα πολύ στον αστράγαλο και είχα κάνει ένεση, για να αγωνιστώ. Κάπου εκεί κατάλαβα πως ήταν το τελευταίο μου παιχνίδι.

Δεν είχα σκεφτεί ποτέ πως θα αποσυρθώ από το ποδόσφαιρο, γενικά! Πάλευα για τρία χρόνια να επιστρέψω, μετά τα πολλά προβλήματα που μου δημιούργησε ο αστράγαλος, αλλά ήταν φύσει αδύνατο.

Έως τότε δεν είχα σκεφτεί ποτέ -στη ζωή μου- πως θα το ζήσω αυτό. Και έγινε η πραγματικότητα μου”.

Είχε κάνει τα πάντα για να το αποφύγει. Είχε δοκιμάσει όλους τους τύπους θεραπειών (εναλλακτικές, ανατολικές, τα πάντα) και δουλειάς με το μυαλό “αλλά μετά τρία χρόνια ένιωσα πως είχα κουραστεί. Έπρεπε να επιβιώσω.

Παίζω λίγο τένις, γκολφ και σκουός. Όχι όμως, ποδόσφαιρο γιατί είναι πολύ δύσκολο για τον αστράγαλο μου.

Δεν μπορώ να τρέξω, όχι όμως να σουτάρω. Είναι περίεργο, γιατί σε όλη μου τη ζωή δεν είχε περάσει μέρα που να μην ακουμπήσω την μπάλα, να μη σκεφτώ το ποδόσφαιρο.

Και αίφνης όλα είχαν τελειώσει.

Ήταν απίστευτο, οδυνηρό και πολύ δύσκολο. Ήταν δύσκολο να αποδεχθώ την πραγματικότητα, αλλά έπρεπε να προχωρήσω.

Και δεν μπορούσα καν, να κάνω αυτό όπως θα ήθελα γιατί δεν ήμουν καν σε θέση να περπατήσω κανονικά -χωρίς πόνο και χωρίς βοήθεια.

Αν είχα επιλογή, με τις γνώσεις που έχω σήμερα, όχι δεν θα έκανα τα ίδια.

Γιατί δεν αξίζει.

Ακόμα και αν αυτό σήμαινε πως δεν θα σκόραρα όλα τα υπέροχα γκολ που έβαλα -δεν θα κατακτούσα τους τίτλους που πήρα. Το ποδόσφαιρο ήταν όλη μου η ζωή, όταν ήμουν μικρός.

Τώρα που μεγάλωσα ξέρω πως η ζωή δεν είναι μόνο το ποδόσφαιρο. Υπάρχουν πολλά περισσότερα”.

Μάρκο Φαν Μπάστεν, συνέντευξη στο Football Daily του BBC

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here