Κάχα Καλάτζε, η ψυχή και οι δύσκολες στιγμές που πέρασε

0

”Ο Λέβαν ήθελε να γίνει γιατρός.

Όλοι ήξεραν ότι ήταν καλός.

Αγαπούσε τους ανθρώπους και τον αγαπούσαν.

Γελούσε και έκανε τους ανθρώπους να γελούν.

Τον απήγαγαν καθώς γύριζε σπίτι από το Πανεπιστήμιο και στη συνέχεια δολοφονήθηκε.

Τον προσέγγισε ομάδα ατόμων με ψεύτικες στολές αστυνομικών που τον απήγαγαν.

Απατεώνες.

Ανθρώπινα αποβράσματα.

Τον πήραν μακριά, χωρίς να καταλάβει πολλά από όσα συνέβαιναν, με την έννοια ότι δεν μπορούσε να το καταλάβει.

Είχε απλή ψυχή, ήταν ένα καλό εικοσάχρονο αγόρι.

Ο Λέβαν, ηταν ένας φοιτητής, ήταν καρδιοπαθής και κρατούσε μια σακούλα με φάρμακα, οπότε δύο άνθρωποι ντυμένοι αστυνομικοί τον πλησίασαν και του είπαν…

”Αυτά είναι ναρκωτικά?? Ελάτε μαζί μας.”

Από εκεί και μετά το κενό.

Οι απαγωγείς ήρθαν σε επαφή, ζητώντας λύτρα και δίνοντάς μας μια εντολή…

Κανείς δεν έπρεπε να πει τι συμβαίνει.

Ήλπιζαν ότι όλα θα περνούσαν σιωπηλά.

Αντίθετα, συνέβη το ακριβώς αντίθετο.

Όλοι άρχισαν να μιλάνε γι’ αυτό.

Τηλεόραση, εφημερίδες, αστυνομία.

Ασχοληθήκαμε κρυφά με τους απαγωγείς, κάτι το οποίο δεν είναι ηθικά σωστό, αλλά όταν τραβάνε ένα κομμάτι σου δεν υπάρχει άλλος τρόπος, δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς.

Πέρασε ο καιρός, έκλαψα πολύ.

Οι ερωτήσεις σφυροκόπησαν το μυαλό μου.

Πού είναι ο Λέβαν??

Γιατί αυτός??

Θα γίνει καλά??

Θα τον ταΐζουν??

Τι γίνεται με τα φάρμακα που χρειάζεται για την καρδιά του??

Πήραν τηλέφωνο, μας ζητούσαν χρήματα, μερικοί άνθρωποι προσποιήθηκαν ότι ήταν απεσταλμένοι, λέγοντας ότι μπορούσαν να ελευθερώσουν τον αδερφό μου, ότι είχαν πολύτιμες και χρήσιμες πληροφορίες αλλά κάθε φορά που δίναμε χρήματα σε κάποιον, τότε κάποιος άλλος ερχόταν με τις ίδιες απαιτήσεις.

Μας εξαπάτησαν και μας έπνιξαν.

Ήταν μια τόσο δύσκολη περίοδος για μένα.

Πεθαίνω μέσα μου.

Έκανα προπόνηση και σκεφτόμουν τον Λέβαν.

Παίζω παιχνίδια και σκέφτομαι τον Λέβαν.

Ό,τι και να έκανα, ο Λέβαν ήταν στο κεφάλι μου.

Το χειρότερο ήταν τη νύχτα.

Δεν κοιμόμουν, κοιτούσα το ταβάνι, τρελάθηκα ψάχνοντας για διέξοδο, για μια λύση.

Έψαχνα τον Λέβαν.

Τότε, μια μέρα, όλες οι επαφές με τους απαγωγείς κόπηκαν.

Αυτή ήταν η χειρότερη στιγμή.

Η αναμονή και το σπάσιμο νεύρων κράτησε πέντε χρόνια.

Μέχρι που ήρθε η ώρα να φύγω για το Μόναχο…

Λίγες μέρες νωρίτερα χτύπησε το τηλέφωνο, αμέσως ένιωσα περίεργα μια ρίγη, ιδιαίτερη αίσθηση.

Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα μου είπαν ότι βρήκαν τον αδερφό μου.

Στην πραγματικότητα, το πτώμα του αδερφού μου.

Κλείνω τα μάτια μου.

Όταν τα άνοιξα, ήταν γεμάτα πόνο.

Αμέσως προειδοποίησα τον Αντριάνο Γκαλιάνι και τον Αριέντο Μπραίντα.

-Πρέπει να σας πω, οτι ο Λέβαν είναι νεκρός.

-Κάχα, δεν χρειάζεται καν να μας ρωτήσεις…

Φύγε αμέσως, πήγαινε στην οικογένειά σου.

-Ευχαριστώ, αλλά όχι. Θέλω να παίξω.

-Είσαι σίγουρος??

-Ναι. Θα μπω στο γήπεδο γι’αυτόν.

Δεν πειράζει που εκείνο το παιχνίδι έληξε ισόπαλο με γκολ του Μπάλακ και του Σεφτσένκο, το βασικό είναι ότι ήμουν ένας από τους καλύτερους.

Από το πρώτο μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο, σκεφτόμουν τον Λέβαν, δεν μπορούσα να δω τίποτα άλλο.

Δεν υπήρχαν συμπαίκτες, ούτε αντίπαλοι, μόνο αυτός και η μνήμη του που έπρεπε να τιμηθεί.

Κανείς δεν θα με σταματούσε εκείνο το βράδυ.

Ήθελα οι άνθρωποι να θυμούνται τι έκανα εναντίον της Μπάγερν Μονάχου, να ξέρουν τον λόγο που έπαιξα, έτσι κανείς δεν θα ξεχνούσε ποτέ τον αδερφό μου.

Το πτώμα του Λέβαν, βρέθηκε σε έναν ομαδικό τάφο στα περίχωρα της Τιφλίδας και αναγνωρίστηκε μόνο μέσω πολύ περίπλοκων δοκιμών που διεξήγαγε γραφείο ερευνών.

Ο θάνατος του αδερφού μου χρονολογείται μόλις λίγες εβδομάδες μετά την απαγωγή.

Τα χρόνια περνάνε, η πληγή είναι πάντα εκεί στη θέση της, ανοιχτή, πλατιά, όπως ήταν την πρώτη μέρα.

Δεν πρόκειται ποτέ να θεραπευτεί.”

Κάχα Καλάτζε

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here