Ντίνο Τζοφ: ”Ορισμένες στιγμές, διαρκούν μια ζωή”

0
«Έπαιξα ποδόσφαιρο σαράντα χρόνια, εκ των οποίων τα έντεκα συνεχόμενα, χωρίς να ξεκουραστώ ποτέ, ούτε μια Κυριακή, με πυρετό και πόνους. 
Σαράντα χρόνια, που πέρασαν με το πρόσωπό μου βυθισμένο στο χορτάρι, ή στη λάσπη, ή στις άσπρες γραμμές της περιοχής με ανθρώπους έτοιμους να σου βγάλουν το κεφάλι μόνο και μόνο για να σε προλάβουν ένα δευτερόλεπτο σε μια μπαλιά.
Μερικές φορές έχω χάσει, πιο συχνά κέρδιζα, αλλά αυτό δεν είναι τόσο σημαντικό.
Με έλεγαν μύθο, μνημείο, θρύλο.
Τα χέρια μου κατέληξαν σε ένα αναμνηστικό γραμματόσημο.
Έχω γνωρίσει κλέφτες, ποιητές, ήρωες, αρχηγούς κρατών, χρεοκοπίες, αλκοολικούς. 
Και σήμερα, μετά από όλα αυτά, μπορώ να πω ότι η γιαγιά Αδελαΐδα, σκληρή σαν μαόνι, αλλά πολύ γλυκιά από το Φριούλι, είχε δίκιο:
«Ο Ναπολέων έφυγε από τη ζωή με χρυσά σπιρούνια στις μπότες του».
Όλα ξεκίνησαν από αυτήν, αν το καλοσκεφτείς.
Ένα συνηθισμένο απόγευμα πριν από πολλά χρόνια, στο Μαριάνο. 
Μάζεψα ξεθωριασμένες φωτογραφίες τερματοφυλάκων, σκισμένες από τις λίγες εφημερίδες που έφταναν στο χωριό και ονειρευόμουν να γίνω κι εγώ σαν κι'αυτούς. 
Όμως ήμουν αδύνατο, δεν ψήλωνα και γι' αυτό με έβαζε να τρώω αυγά κάθε μέρα.
Τότε εκείνο το απόγευμα άρχισε να παίζει μαζί μου: πετούσε τα δαμάσκηνα στον αέρα και έπρεπε να τα πιάσω. 
Ήταν ένα παιχνίδι να το πω έτσι: στα σπίτια των χωρικών, αν και το φαγητό δεν πάει ποτέ χαμένο, ποτέ. 
Έτσι, αν ήθελα να συνεχίσω να παίζω μαζί της, έπρεπε να τα πάρω όλα.
Μετά από λίγο, το παιχνίδι έγινε ιεροτελεστία...
Φόρεσα το βαμβακερό φανελάκι στο οποίο η μητέρα μου είχε ράψει ένα ωραίο νούμερο «1» και ετοιμάστηκα να πάρω τα δαμάσκηνα.
Ξεκίνησε έτσι. Και όλα τα άλλα ήρθαν. 
Η πραγματική μπάλα, Ουντινέζε, Μάντοβα, Νάπολι, Γιουβέντους.
Οι καλές και οι κακές στιγμές.
Είδα τους πρωταθλητές  από κοντά, λαμπεροί άνθρωποι, με θεϊκό ταλέντο, Σιβόρι, Πελέ, Αλταφίνι. 
Και μετά πάλι ο προπονητικός πάγκος, η εθνική ομάδα σε όλες τις μορφές της.
Οι κούπες, οι αποδοκιμασίες, τα πάντα.
Μα πάνω απ' όλα μένουν οι αληθινοί άντρες, οι σωστοί και σιωπηλοί σαν τον πατέρα μου.
 Gaetano και Enzo, Scirea και Bearzot, φίλοι, αδέρφια, παραδείγματα.
Άνθρωποι αφοσιωμένοι στην κουλτούρα της δουλειάς, της σοβαρότητας, οι οποίοι γνώριζαν ότι όλα κάποτε περνούν, εκτός από την ικανοποίηση και την γαλήνη όσων έχουν κάνει το καθήκον τους, μέχρι το τέλος.
Είναι αυτοί οι άντρες που έχουν την ευφυΐα της σιωπής τους που σκέφτομαι ακόμα και σήμερα, τόσα χρόνια μετά και με τόσες πολλές παραστάσεις.
Συμβαίνει κάθε μέρα, ξαφνικά, όταν στο γήπεδο, στο γκολφ ή στο πάρκο με τα εγγόνια μου, μυρίζω το άρωμα του γρασιδιού.
Τότε δεν μπορώ να τιθασεύσω μια συγκίνηση, μια όμορφη, ενστικτώδη νοσταλγία. 
Και λέω στον εαυτό μου ότι ναι, η γιαγιά μου είχε δίκιο, η δόξα κρατάει μόνο μια στιγμή.
Αλλά ορισμένες στιγμές, αν ξέρεις πώς να τις καλλιεργήσεις, μπορεί να διαρκέσουν μια ζωή».
Ντίνο Τζοφ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ