Τι σου συνέβη, με θυμάσαι;
Φυσικά με θυμάσαι…
Ήμασταν πάντα μαζί, αχώριστοι, πονούσε η ψυχή σου όταν έπρεπε να με αλλάξεις.
Πάντα θα υπάρχει κάτι να της πεις, οπως όταν την κλωτσούσες στον μικρό τοίχο, όταν σερνόσουν κάτω από τα αυτοκίνητα, όταν πήγαινε σε αγκάθια κι’εσύ την χάιδευες με αγωνία για να δεις αν ξεφούσκωνε.
Ωραίες αναμνήσεις…
Που είσαι, δεν έχεις εμφανιστεί εδώ και χρόνια, κάποτε ούτε η βροχή δεν θα σε σταματούσε, έκανες τα μαθήματά σου και αμέσως με έπαιρνες και κατέβαινες στον δρόμο, εκεί βρισκαμε κι’ άλλους….
Η μητέρα σου σε φώναζε…
”Μην ιδρώσεις και όταν σκοτεινιάσει έλα αμέσως”.
Ίσως η μαμά σου να σε τιμώρησε όλα αυτά τα χρόνια.
Δεν καταλαβαίνω, που είσαι, που πήγαν όλοι εκείνοι οι φίλοι??
Κι’όμως εγώ πάντα ήμουν εκεί για σένα!
Ήμουν εκεί όταν ξεκίνησες, θυμάσαι;
Πάντα σούταρες στις πόρτες.
Ήμουν εκεί όταν η δύναμή σου άρχισε να ανεβαίνει και με πέταξες στο μπαλκόνι αυτής της γιαγιάς, που με αντιπαθούσε, ποτέ δεν ήθελε να παίζεις κάτω από το σπίτι της και συνήθιζα να περνάω κάθε μέρα στον ήλιο μόνη σε εκείνο το μπαλκόνι χωρίς εσένα.
Ναι…
Ήμουν εκεί όταν άρχισες να γίνεσαι πραγματικά δυνατός, όταν είπες “τώρα αρχίζει να γίνεται σοβαρό”.
Ήσουν τρομερός όταν έστειλες εκεινο το σουτ στο ”Γ”.
Γκαράζ, πόρτες, ο χώρος ανάμεσα σε δύο σακίδια ή δύο πέτρες.
Θυμάσαι??
Η γειτονιά ήταν για σένα το Σαν Σίρο και το Μπερναμπέου.
Πολλές φορές διάλεγες ποιος έπρεπε να με κρατήσει σπίτι του ως την επόμενη μέρα.
Τώρα δεν το σκέφτεσαι καν, αλλά εγώ πάντα σε βλέπω να περνάς, όταν παίζω με τα παιδιά στον δρόμο.
Πάντα με κοιτάς, ελπίζεις οτι θα έρθω ανάμεσα στα πόδια σου, έστω και μόνο για να μ’αγγίξεις.
Να παίξεις και παλι, όπως παλιά.
Απλά υποσχέσου ένα πράγμα.
Σε λίγα χρόνια, όταν θα έχεις ένα μικρό παλιόπαιδο, κοίτα στην ντουλάπα, στο κελάρι ή στο γκαράζ, κοίτα καλά, κάπου θα είμαι εκεί, μπορει μέσα στην βρωμιά, μπορεί χωρίς αέρα, αλλά δώσε με στον γιο σου…
“Πες ότι είμαι η μπάλα… η μεγάλη αγάπη του μπαμπά”.




