Τὰ βελανίδια τὰ ματζεύανε οἱ ταχτατζῆδες (ταχτατζή, τουρκ. = ξυλοκόπος), Αὔγουστο καὶ Σεπτέμβριο, ἐκεῖ στὰ γεμᾶτα μεσέδες (μεσέ, τουρκ. = βελανιδιά) ρουμάνια (ὀρμάν, τουρκ. = δάσος) τὰ βρισκούμενα στὰ τρογύρ’ ἀπτή Σμύρνη βουνά. Κι’ ἀποκεῖ οἱ βελανιδεμπόροι, σὲ τσουβάγια, τὰ κατεβάζανε μὲ καμῆλες στὴ Σμύρνη καὶ τὰ ἀποκουμπούσανε
στὰ βελανιδάδικά τως, ὅπου ἡγενούντανε καὶ τὸ δούλεμα τοῦ βελανιδιοῦ. Οἱ βελανιδεμπόροι στὴ Σμύρνη ἤτανε Ρωμιοὶ καὶ Τοῦρκοι.
Τὰ μαγαζιὰ αὐτὰ ἡβρισκούντοστε στὸ Τσαρσὶ (τσαρσού, τουρκ. = ἀγορά) καὶ ἤτανε μουντά (μισοφέγγερα).
Γιαταυτὸ καὶ τὸ δούλεμα τοῦ βελανιδιοῦ, ἡ πίζουλη (λεπτή, ἐπικίνδυνη) καὶ βρώμικια αὐτὴ δουγιά, ἡγενούντανε ἔξω στὸ δρόμο, ὀμπρὸς στὸ μαγαζί. Στὰ ἀνοιχτὰ καὶ φέγγερα, γιὰ νὰ βλέπουνε καλὰ οἱ δουλευτάδες καὶ νὰ μὴν ἀγκυλώνουνται τὰ χέρια τως ἀπτ’ ἀγκύγια (ἀγκύλια) τοῦ βελανιδιοῦ.
Στὰ βελανίδια ἡδουλεύανε ἄντροι, γυναῖκες καὶ παιδιά, Ρωμιοί, Αρμεναῖοι καὶ Τοῦρκοι. Τὸ δουλευτὴ ἄντρα τόνε λέανε βελανιδά καὶ τὴ γυναίκα, βελανιδού. Ἡ δουλευτάδαινα αὐτή, σὰ φτωχιὰ ποὺ ἤτανε, ἡντυνούντανε ἄγαρμπα καὶ ἄχαρα. Γιαταυτό, ἄμαν ἡβλέπανε μιὰν ἄγαρμπα ντυμένη κοπέλλα, ἡλέανε «αὐτὴ εἶναι σὰ βελανιδού».
Οἱ δουλευτάδες αὐτοὶ (ἄντρας εἴτες γυναίκα) ἡκαθούντοστε κατάχαμα, σταυροπόδι, ἀπάνω σὲ ἕνα κουλουριαστὸ τσουβάλι ὁ καθένας, γιὰ νὰ δουλεύουνε καλλίτερα. Οἱ χαμάληδοι, τότες, ἡφέρνανε τὰ γεμᾶτα βελανίδια τσουβάγια καὶ τ’ ἀδειάζανε ὀμπροστά τως, ἕνα σωρό. Οἱ δουλευτάδες, γιὰ νὰ φέρνουνε κοντά τως τὰ βελανίδια, ἡμεταχειριζούντοστε τὴν πασπαρτούρα, ἕνα ξυλένιο φτιάρι. Γιατίς, ἂν τὰ φέρνανε κοντά τως μὲ τσὶ φοῦχτες τως, θὰ ν’ ἡαγκυλωνούντοστε ἀπτ’ ἀγκύγια τως.
Ἡπιάνανε, τὸ λοιπόν, τὸ κάθε βελανίδι μὲ προσοχὴ καὶ μὲ ἕνα σὰ κατσαβίδι, ποὺ τὸ λέανε τσιβὶ (τουρκ. = καρφί), ἡχωρίζανε τὸ ἀγκυλερὸ ἀπτὸν καρπό. Καὶ τὸ μὲν ἀγκυλερὸ τὸ κρατούσανε, ἐπειδὴς αὐτὸ εἶχε τὴν ἀξία, ἐνῶ τὸν καρπὸ τόνε ρίχνανε σ’ ἕνα πανέρι ποὺ ’χανε δίπλα τως. Αὐτὸς ἤτανε ἄχρηστος γιὰ τσοὶ βελανιδοεμπόροι. Τονὲ πουλούσανε, ὅμως, γιὰ τροφὴ γιὰ τσοὶ διάνου (γάλλοι), τὰ γουρούνια καὶ τσὶ κατσίκες.
Ἡ δουγιὰ ἡγενούντανε ἐκεῖ ἀπόξ’ ἀπτὸ μαγαζί, χειμώα – καλοκαίρι. Ἄμαν, ὅμως, ἤβρεχε, τότες ἡ δουγιὰ ἡσταματούσε καὶ δὲν ἡξαναρχίνευε, παρὰ μόνε σὰν ἤτανε παντοῦ στεγνά. Οἱ δουλευτάδες ἡερχούντοστε στὴ δουγιὰ ἀπτσὶ 5 ὧρες τὸ πρωὶ κ’ ἡδουλεύανε ὥσαμ’ τσὶ 4 τ’ ἀπόεμα, κ’ ἡσκολνούσανε κουρασμένοι.
Τὸ μεροκάματο, στὸ 1914, ἤτανε 4 ὀχταράκια ἀσημένια (8 γρόσια) γιὰ τσοὶ μεγάλοι 2 μὲ 3 ὀχταράκια γιὰ τὰ παιδιά.
Μᾶς τὰ ἱστόρισε ἡ Ἑλένη, κόρη τοῦ Καμπακάκη τοῦ Στέφανου, στὸ 1963, ποὺ τότες ἤτανε 63 χρονῶ καὶ ἡκαθούτανε στὴ Δραπετσώνα.
Ματζὶ μὲ τὸν πατέρα της ἡδούλευε στὸ βελανιδάδικο τοῦ Τούρκου ἐμπόρου Ἰμπραὴμ-ἐφέντη. Ἐκεῖ, οὐστὰς (τουρκ. = ἀρχιμάστορας) ἤτανε ὁ Ἀλὴ-μπεης καὶ ἐπιστάτης ὁ Μουσταφὰ-ἐφέντης. Ἡδουλεύανε 35 μὲ 40 ἐργάτηδοι. Οἱ χαμάληδοι, ὅμως, τὼς ἡαδειάζανε τὰ τσουβάγια μὲ τὰ βελανίδια ὀμπροστὰ στσοὶ δουλευτάδες. Καί, τότες, σκόνη-κακό, ποὺ τσοὶ ’πιανε βήχας καὶ δὲν ἡμπορούσανε ν’ ἀνοίξουνε τὰ μάτια τως.
Μας τα περιγράφει ο ιατρός της Σμύρνης Δημήτρης Αρχιγένης στη σμυρνέικη διάλεκτο στα Σινάφια τση Σμύρνης.
Αρχείο Συνδέσμου Μικρασιατών Κωνσταντινουπολιτών Χαλανδρίου Ρίζες.




