Η συνοικία Ψαμαθιά διαρθρώνεται γύρω από την ομώνυμη πύλη των θαλάσσιων τειχών της Προποντίδας και σήμερα ονομάζεται Koca Mustafa Pașa.
Σύμφωνα με το Σκαρλάτο Βυζάντιο «η του Ψαμάθου ή Ψαμαθέως πύλη, αριθμουμένη έκτη των από του Σαραγίου προς το Επταπύργιον και δευτέρα των απ’ αυτού προς το Σαράγιον, ελέγετο, κατά τον Βανδούριον, και Πέμπτη».
H πύλη, η οποία σήμερα δεν υπάρχει, καθώς το αντίστοιχο τμήμα των τειχών κατεδαφίστηκε μερικώς κατά τη διάνοιξη του σιδηροδρομικού δικτύου το 1871, όφειλε την ονομασία της «από της σωρευομένης εις την ενταύθα παραλίαν υπό των νοτίων ανέμων ψάμμου, ει και πολλοί των ημετέρων, εν οις και ο Νικηφόρος Κάλλιστος, γράφοντες Υψωμαθεία, ετυμολογούσι την λέξιν από της διαερίου αναρπαγής παιδός τινός θαυματουργηθείσης ενταύθα επί Θεοδοσίου του Νέου, διά την εις τον ύμνον του Άγιος ο Θεός γενομένην προσθήκην».
Η περιοχή χαρακτηρίζεται «κατά το πλείστον ελληνική» με πολυάριθμη ενορία, ενώ αναφέρεται ότι σε αυτήν κατοικούν και Αρμένιοι και μουσουλμάνοι κατά μήκος των τειχών.
Ο Αρμένιος Ιερεμίας Κιομουρτζιάν που επισκέφτηκε την πόλη στα τέλη του 17ου αιώνα αναφέρει ότι στην περιοχή κατοικούσαν περισσότερες από 1.000 αρμενικές οικογένειες, οι οποίες τελούσαν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα στην αρμενική εκκλησία του Σουρπ Κεβόρκ.
Η εκκλησία αυτή ήταν η άλλοτε βυζαντινή μονή της Περιβλέπτου –που επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ονομάστηκε Σουλού Μαναστίρ «διά το πολύυδρον του τόπου»–, η οποία παραχωρήθηκε στους Αρμενίους στη διάρκεια της βασιλείας του σουλτάνου Μαχμούτ Α΄. Σύμφωνα με τον Εβλιγιά Τσελεμπί, εδώ είχαν στεγαστεί μετά την Άλωση της Πόλης οι εκτοπισμένοι Αρμένιοι της Σεβάστειας και της Τοκάτης.
Ο Μανουήλ Γεδεών σημειώνει ότι ο ναός «ηρπάγη τω 1543 υπό των Αρμενίων και καταστραφείς επί της πυρκαγιάς του 1782 σήμερον δεν σώζει ειμή άθλια τινά ερείπια».
Εδώ στεγάστηκε το Αρμενικό Πατριαρχείο μέχρι το 1640, οπότε και μεταφέρθηκε στη γειτονική συνοικία του Κουμ Καπί (Κοντοσκάλι).
Από τα Ψαμαθιά περνούσε ο κεντρικός δρόμος της τειχισμένης πόλης, η βυζαντινή Μέση οδός. Η περιοχή διέθετε «ειδυλλιακούς κήπους» και «χλοερά περιβόλια», αποτελώντας «ευχάριστον αντίθεσιν προς τα λοιπά άθλια μέρη της πτωχής Κωνσταντινουπόλεως».
Στην περιοχή υπήρχαν και πάμπολλα καπηλειά, όπου «οι παπάδες μεθοκοπούσαν μέρα-νύχτα», όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Ιερεμίας Κιομουρτζιάν, παράδοση που συνεχίστηκε μέχρι και τον 20ό αιώνα, αφού η περιοχή ήταν φημισμένη για τις ταβέρνες της, οι περισσότερες από τις οποίες ανήκαν σε μετανάστες από τον ελλαδικό χώρο, κυρίως από την Πελοπόννησο.
Η περιοχή κατοικούνταν, όπως ήδη αναφέραμε, από σημαντικό αριθμό χριστιανών ορθοδόξων.
Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, σύμφωνα με απογραφή του καδή, το 1478 υπήρχαν 3.151 εστίες Ρωμιών στη χερσόνησο της Κωνσταντινούπολης.
Τον επόμενο αιώνα ο πληθυσμός τόσο των μουσουλμάνων όσο και των μη μουσουλμάνων αυξήθηκε.
Όσον αφορά μάλιστα το χριστιανικό ορθόδοξο πληθυσμό, σύμφωνα με κατάστιχα του 1540 και του 1544 που αφορούν τα εισοδήματα του βακουφίου του Μεχμέτ Β΄, καταγράφονται εντός των τειχών 1.547 Ρωμιοί.
Σύμφωνα με τα κατάστιχα αυτά, στα Ψαμαθιά –που καταγράφoνται ως Mahalle-i Ibsomatya– το 1540 υπήρχαν 59 οικογένειες και 64 το 1547.
Επίσης, στην περιοχή γύρω από το μοναστήρι της Περιβλέπτου καταγράφονται 83 οικογένειες από το Άργος της Πελοποννήσου το έτος 1540 και 65 το 1544.
Στην περιοχή επίσης εγκαταστάθηκαν μετά την Άλωση, στο πλαίσιο της εποικιστικής πολιτικής που ακολούθησε ο Μεχμέτ ο Πορθητής, χριστιανοί τουρκόφωνοι από την Καππαδοκία και τη Λυκαονία (επαρχίες Καισάρειας και Ικονίου), οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό συσπειρώθηκαν γύρω από την εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης.
Σχετικά με αυτή την κοινότητα των Καραμανιτών, οι παρατηρήσεις του Στεφάνου Γερασίμου είναι καίριες.
Ο ερευνητής, ξεκινώντας από το γεγονός ότι για χρόνια το Ορθόδοξο Πατριαρχείο αρνήθηκε να εντάξει στο ποίμνιό του την ενορία του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης των Ψαμαθιών –την επονομαζόμενη και ως συνοικία της Καραμανίας, όπως παρατηρεί ο Μανουήλ Γεδεών–, παρατήρησε ότι στα παραπάνω κατάστιχα δεν καταγράφονται ορθόδοξοι με καταγωγή από το εσωτερικό της Μικράς Ασίας, αν και πολλά από τα ονόματα που απαντούν στα κατάστιχα αυτά είναι τυπικά καραμανλίδικα ονόματα.
Οι άνθρωποι ωστόσο που φέρουν τα ονόματα αυτά παρουσιάζονται ως μέλη της αρμενικής κοινότητας. Και ο Καραμπεϊνίκωφ στον κατάλογό του το 1582 περιγράφει ως εξής τους ανθρώπους αυτούς: «κοινότης που αποτελεί μέρος της κοινότητας των Αρμενίων του Καραμάν και κατοικεί στην συνοικία της εκκλησίας του Αγίου Κωνσταντίνου».
Με βάση αυτά τα δεδομένα, καθώς και το ότι η οθωμανική διοίκηση είχε την τάση να εντάσσει στην εθνοτική ομάδα των Αρμενίων όλους τους χριστιανούς της Ανατολίας, ο ερευνητής συμπεραίνει ότι πιθανόν εδώ να πρόκειται για την αρχή απόσπασης μιας τουρκόφωνης και τουρκώνυμης ομάδας από την αρμενική κοινότητα και την ακόλουθη σύσταση μιας ενορίας γύρω από το ναό του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης, η οποία στη συνέχεια απορροφήθηκε εν μέρει από την αρμενική και εν μέρει από την ελληνική κοινότητα.
Με το πέρασμα στην Τουρκική Δημοκρατία και η κοινότητα των Ψαμαθιών αντιμετώπισε προβλήματα τόσο λειτουργικά (κοινοτικές εκλογές, καταπατήσεις κοινοτικής περιουσίας), όσο και πληθυσμιακά.
Ωστόσο, μέχρι και τα Σεπτεμβριανά, όποτε παρατηρείται μια τάση μετοικεσίας προς πιο κεντρικές περιοχές, η κοινότητα εξακολουθούσε να είναι από τις πιο σημαντικές της μειονότητας.
Σε πατριαρχική απογραφή του 1949 καταγράφονται 60 οικογένειες στην ενορία του Αγίου Γεωργίου Κυπαρισσά, 71 στου Αγίου Μηνά, 57 στου Αγίου Νικολάου, 35 στης Θείας Αναλήψεως και 354 στου Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης, ενώ το σχολικό έτος 1949-1950 φοιτούν στο δημοτικό σχολείο 208 μαθητές και το επόμενο 220.
Σύμφωνα με εκτίμηση της εφημερίδας Μακεδονία, το 1951 στην περιοχή –την οποία αναφέρει ως Ψαμμαθιά και Γεντί Κουλέ–, διαμένουν 577 οικογένειες.
Το 1950 ανασυστήνεται η Φιλόπτωχος Αδελφότητα του συμπλέγματος των τεσσάρων ενοριών, εκτός του Αγίου Μηνά που είχε δική του, διανέμεται συσσίτιο στον Άγιο Κωνσταντίνο, που εξυπηρετεί τις ανάγκες όλων των ενοριών του νοτιοδυτικού τμήματος της Κωνσταντινούπολης, και λειτουργούν θεατρικός σύλλογος και δραστήριος μορφωτικός σύνδεσμος.
Ήδη από τη δεκαετία του 1950 η συνοικία έχει αλλάξει χαρακτήρα λόγω της ασύστολης οικοπεδοποίησης και της άναρχης δόμησης.
Η εικόνα που παρουσιάζουν κάποιες από τις ενορίες περίπου δύο δεκαετίες μετά, στην ταραγμένη λόγω του Κυπριακού προβλήματος δεκαετία του 1970, είναι ενδεικτική της δημογραφικής αποψίλωσης της κοινότητας.
Το Δεκέμβριο του 1975 η ενορία του Αγίου Νικολάου αριθμούσε περίπου 15 οικογένειες, του Αγίου Μηνά 25, του Αγίου Γεωργίου Κυπαρισσά 10 και της Ανάληψης 12, με τις περισσότερες οικογένειες να είναι «μονομελείς και κατά πλειοψηφία γέροντες».




