«Η Τουρκία δεν έχει ιστορία αλλά ποινικό μητρώο»
Νεοκλής Σαρρής
24 Aπριλίου 1915 μια από τις μεγαλύτερες γενοκτονίες του περασμένου αιώνα δεν είναι απλώς μια ημερομηνία.
Είναι ακόμη μια ρωγμή στην ιστορία της ανθρωπότητας.
Στην Κωνσταντινούπολη συλλαμβάνεται η πνευματική και κοινωνική ηγεσία των Αρμενίων. Περίπου 200–300 διανοούμενοι, γιατροί, δημοσιογράφοι, ιερείς και πολιτικοί απομακρύνονται βίαια από τις εστίες τους.
Δεν μιλάμε για ενά μεμονωμένο γεγονός αλλά για το πρώτο βήμα μιας διαδικασίας που θα εξαπλωθεί σε ολόκληρη την Ανατολία.
Ακολουθούν εκτοπισμοί, πορείες θανάτου και μαζικές απώλειες ζωών μέσα σε τραγικές συνθήκες εξάντλησης, πείνας και βίας.
Οι ιστορικές εκτιμήσεις κάνουν λόγο για περίπου 600.000 έως 1,5 εκατομμύριο Αρμενίους που χάθηκαν μέσα σε λίγα χρόνια.
Η Γενοκτονία των Αρμενίων έχει αναγνωριστεί από μεγάλο μέρος της διεθνούς ιστοριογραφίας και περισσότερες από σαράντα χώρες ως ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα του 20ού αιώνα.
Δυστυχώς ομως η ίδια ιστορική λαίλαπα των ανίερων και απάνθρωπων Νεότουρκων δεν σταματά εκεί.
Στον ίδιο γεωγραφικό και χρονικό άξονα, ο ελληνισμός της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης βιώνει μια αντίστοιχη διαδικασία βίαιης αποδιάρθρωσης.
Στη Μικρά Ασία, από το 1914 και έπειτα, χιλιάδες ελληνικοί πληθυσμοί εκτοπίζονται στο εσωτερικό της Ανατολίας.
Στον Πόντο, ιδιαίτερα την περίοδο 1916–1923, οι απώλειες από εκτοπίσεις, πορείες θανάτου και τάγματα καταναγκαστικής εργασίας (αμελέ ταμπουρού) υπολογίζονται περίπου σε 300.000 έως 350.000 θύματα, σύμφωνα με ιστορικές εκτιμήσεις.
Στην Ανατολική Θράκη και στη Μικρά Ασία συνολικά, πριν και μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο συνολικός ελληνικός πληθυσμός που ξεριζώθηκε ή χάθηκε φτάνει περίπου το 1.000.000 έως 1.200.000 ανθρώπους, ιδιαίτερα με την κορύφωση του 1922.
Η καταστροφή της Σμύρνης το 1922 και ο ξεριζωμός που ακολούθησε επισφράγισαν το τέλος μιας παρουσίας αιώνων στην Μικρά Ασία.
Η Συνθήκη της Λωζάννης (1923) νομιμοποίησε τη μαζική ανταλλαγή πληθυσμών, ολοκληρώνοντας έναν από τους μεγαλύτερους αναγκαστικούς εκτοπισμούς του 20ού αιώνα.
Η ιστορική έρευνα στην Ελλάδα και σε μέρος της διεθνούς βιβλιογραφίας περιγράφει αυτά τα γεγονότα ως γενοκτονία, η διεθνής αναγνώριση όμως παραμένει ελλιπής γεγονός που συνεχίζει να αποτελεί αντικείμενο ιστορικής και πολιτικής συζήτησης.
Αυτό που αποτελεί χρέος μας δεν είναι μόνο η καταγραφή αριθμών και γεγονότων.
Είναι η συνείδηση ότι μιλάμε για τον βίαιο ξεριζωμό και την εξόντωση ιστορικών ελληνικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης μέσα στο ίδιο ιστορικό πλαίσιο, ως ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο τραγωδίας του Ελληνισμού της Ανατολής.
Δεν πρόκειται για αποσπασματικές μνήμες ή ξεχωριστές υποσημειώσεις της ιστορίας, αλλά για ένα ενιαίο ιστορικό γεγονός που αφορά την παρουσία χιλιάδων ετών ελληνικού πολιτισμού σε αυτές τις περιοχές και τη βίαιη διακοπή της.
Γι’ αυτό και το αίτημα της ιστορικής μνήμης δεν μπορεί να είναι ούτε κατακερματισμένο ούτε σιωπηλό.
Οφείλει να είναι ενιαίο, συγκροτημένο και διεθνώς ορατό η αναγνώριση της Γενοκτονίας του Ελληνισμού της Ανατολής στο σύνολό της, που περιλαμβάνει τη Μικρά Ασία, τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη ως μέρος της ίδιας ιστορικής διαδικασίας εξόντωσης και εκτοπισμού.
Για αυτό πάνω απ’ όλα, αυτό που απομένει είναι η ανάγκη ο απανταχού Ελληνισμός να σταθεί ενωμένος γύρω από τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης και τη διεκδίκηση της διεθνούς αναγνώρισης. Όχι ως πράξη αναβίωσης του παρελθόντος, αλλά ως πράξη δικαίωσης της ιστορίας και προστασίας της από τη λήθη.
Γιατί οι λαοί δεν χάνονται μόνο όταν εξοντώνονται. Χάνονται όταν ξεχαστούν.
Στυλ. Καβάζης
Ως έναρξη της Αρμενικής Γενοκτονίας συμβολικά θεωρείται η 24η Απριλίου του 1915, όταν η ηγεσία της Αρμενικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης φυλακίστηκε και εκατοντάδες Αρμένιοι της Πόλης απαγχονίστηκαν.
Θεωρείται μια από τις πρώτες σύγχρονες γενοκτονίες.
Η Τουρκία αρνείται την ύπαρξη «γενοκτονίας» και ισχυρίζεται ότι δεν υπήρχε εξόντωση αλλά εκτοπισμός του Αρμενικού πληθυσμού.
Το επίσημο τουρκικό κράτος υποστηρίζει πως οι Αρμένιοι αντάρτες υποστήριζαν τα ρωσικά στρατεύματα κατά την εισβολή τους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.[7][8] Άλλοι αρνητές, υποστηρίζουν πως δεν υπήρξαν ενέργειες οι οποίες έχουν σκοπό την εξολόθρευση, άρα δεν είναι γενοκτονία.
Σύμφωνα με τον Μουσταφά Ακιόλ, η γενοκτονία (την αποκαλεί «εθνοκάθαρση») συνέβη εξ αιτίας της κατάρρευσης της «ανεκτικής» Οθωμανικής αυτοκρατορίας και της ανάδυσης του τουρκικού εθνικισμού.
Η Γενοκτονία των Αρμενίων πραγματοποιήθηκε παράλληλα και με τον ίδιο τρόπο με γενοκτονίες σε βάρος και άλλων χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δηλ. των Ελλήνων και των Ασσυρίων (Νεστοριανών χριστιανών).
Ειδικά για τους Αρμενίους η ανάγκη εξολόθρευσης ήταν μεγαλύτερη διότι – σε αντίθεση με τους Έλληνες – δεν υπήρχε αρμενικό κράτος στους οποίους θα μπορούσαν να εκδιωχθούν. Αρχικά υπήρξε η σκέψη να εκδιωχθούν οι Αρμένιοι προς τη Ρωσία, αλλά υπήρχε ο φόβος ότι θα εντάσσονταν στον Ρωσικό Στρατό και θα επανέρχονταν.
Έτσι αποφασίστηκε η εξόντωσή τους μέσα στην Ανατολία.
Εκτός από τη δολοφονία ανθρώπων, η γενοκτονία περιλάμβανε και την απαγωγή γυναικών και παιδιών τα οποία εξισλαμίζονταν, άλλαζαν ονόματα και ενσωματώνονταν σε νοικοκυριά μουσουλμάνων (Τούρκων, Κούρδων, Αράβων κ.ά.) ως σύζυγοι ή σκλάβοι.
Σύμφωνα με τα έθιμα των τοπικών φυλών, για να αποφεύγονται οι αποδράσεις, οι σκλάβοι μαρκάρονταν με τατουάζ στο πρόσωπο ή το λαιμό. Πόλεις όπως η Χαρπούτ (Δυτική Αρμενία) και η Μεζρέ (Αν. Τουρκία) είχαν γίνει κέντρα εμπορίας Αρμενίων, Ελλήνων και Ασσυρίων σκλάβων.
Εκεί «οι πλέον επιθυμητές γυναίκες, κυρίως αυτές από πλούσιες οικογένειες, ζητούνταν από τοπικούς μουσουλμάνους και ελέγχονταν από γιατρούς για αρρώστιες κτλ.»
Μετά το τέλος του Α’ Παγκ. Πολέμου, στα εδάφη της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που κατέλαβαν οι σύμμαχοι απελευθερώθηκαν πάνω από 90.000 ορφανά Αρμενίων από την Τουρκία, τη Συρία, την Κύπρο, την Αίγυπτο, την Αρμενία και τη Γεωργία.




