”Πλησίαζαν τα μεσάνυχτα… μια χαρά ανάβλυζε στην πόλη, μια χαρά σαν περιτύλιγμα δώρου, φανταχτερή μα άδεια.
Κόσμος στους δρόμους περίμενε να αλλάξει τον χρόνο, περίμενε να αλλάξει κάτι αφού τίποτε άλλο δεν άλλαζε.
Μεθυσμένοι αγκάλιαζαν ο ένας τον άλλον, κάποιες κλεφτές ματιές υπονοούσαν ένα κάποιο πόθο, άλλες ματιές ένα μεγάλο κενό ντυμένο χαρά.
Εκείνος καθισμένος αγκαλιά με ένα μπουκάλι Τζόνυ δεν βγήκε έξω.
Αγνόησε όλες τις προσκλήσεις, προτίμησε την μοναξιά της σκέψης του.
Στο πικάπ έπαιζε εναλλάξ Τερλέγκα και Johnny Cash.
Δεν ήταν χαμένος σε σκέψεις γιατί οι σκέψεις του ήταν συγκεκριμένες σαν κρύο σίδερο ακουμπισμένο στην πλάτη.
Δεν σε σκοτώνει μα δεν το αντέχεις.
Ήξερε ότι και εκείνη ήταν κάπου έξω.
Όμορφη, χαρούμενη ή έστω προσποιούμενη.
Άντρες θα την αγκάλιαζαν και ίσως κάποια άλλα χέρια την άγγιζαν.
Δεν ήταν ζήλια όμως αυτό που αυτός αισθανόταν.
Ήταν κάτι πιο βαθύ, λιγότερο εγωιστικό.
Μια θλίψη βαριά σαν την κούραση της αμαρτίας.
Έβαλε ακόμη ένα Τζόνι.
Στο σκοτεινό δωμάτιο ξεχύθηκαν οι στίχοι και το μέλος:
“Σβήσανε τα φώτα, τέλειωσε η γιορτή
φώναξα μη φεύγεις, ρώτησες γιατί
κοίταξα την ώρα, έδειχνε φωτιές
που να είσαι τώρα, λείπεις και με καις”
Σηκώνεται, χορεύει, θεατής του μόνον ο Θεός.
Κοιτάζει το μαχαίρι αλλά ξέρει ότι θα περάσει γενναία την ατέλειωτη νύχτα.
Ξέρει ότι κάτι θα πεθάνει απόψε αλλά αυτός θα ζήσει τον πόνο του ως το τέλος.
“Μοναξιά στο κόσμο, μοναξιά κι εγώ
ποιος θα σ’ αγαπήσει, όσο σ’ αγαπώ “
Ντόκτορ
Σύλλογος Φίλων και μελέτης έργου Βασιλείου Τερλέγκα




