Θέατρον Σμύρνης, διώροφο, ψηλό κτίριο εκλεκτικιστικού ρυθμού, πλούσια διακοσμημένο με ανάγλυφα που απεικόνιζαν μορφές από την ελληνική μυθολογία.
Το δώμα με την ημικυκλική επίστεψη και την επιγραφή << Theatre De Smyrne>> έκανε ακόμα πιο λαμπρή την πρόσοψη του εντυπωσιακότερου ίσως κτίσματος της προκυμαίας της Σμύρνης.
Στην θέση αυτή αρχικά υπήρχε μια ξύλινη οικοδομή με δίριχτη στέγη, η οποία κατά τον θεατρικό συγγραφέα Σύλβιο στέγαζε το καφεθέατρο Παυσίλυπον.
Κάποιες πληροφορίες θέλουν να μαζεύονται εκεί παρέες για να καπνίσουν ναργιλέδες και να παρακολουθήσουν τα “κουτσάκια”, δηλαδή τις μαριονέτες του Μαριδάκη, ενώ στα διαλείμματα των παραστάσεων έβγαιναν στην σκηνή τα “Πολιτάκια”, η διάσημη εστουδιαντίνα της Σμύρνης.
Εκείνες τις ημέρες η μικρή παραγκούλα του Παυσίλιπου ξηλώθηκε άρον άρον και ξαναχτίστηκε μεγαλύτερη, προκειμένου να στεγάσει τον θίασο του επίσης Σμυρνιού Δημητρίου Κοτοπούλη, πατέρα της κορυφαίας ηθοποιού Μαρίκας Κοτοπούλη.
Η θεατρική σκηνή που διαδέχτηκε το Παυσίλιπον ήταν τα “Ολύμπια”.
θέατρο βρισκόταν δίπλα στο καφέ “Αφροδίτη”, το οποίο ήταν στον κήπο όπου αργότερα χτίστηκε το Γαλλικό Προξενείο.
Μάλιστα, από την επιγραφή του θεάτρου μαθαίνουμε ότι λειτουργούσε και ως ζυθοπωλείο.
Το όνομα “Ολύμπια” παραπέμπει στους Ολυμπιακούς Αγώνες που πήραν μέρος στην Αθήνα το 1897.
Η Σμύρνη άλλωστε υπήρξε πρωτοπόρος του αθλητισμού με πολυάριθμους συλλόγους, που βοήθησαν στην διάδοση του αθλητικού ιδεώδους.
Εκτός από τον θίασο του Κοτοπούλη, που συνέχισε να ανεβάζει εδώ παραστάσεις, εμφανίστηκαν και ξένοι περιοδεύοντες θίασοι, ακόμα και τσίρκο.
Το τέλος της λειτουργίας του θεάτρου σ’αυτή την θέση φαίνεται ότι σχετίζεται με την οικοδόμηση του νέου Γαλλικού Προξενείου στο διπλανό προς νότο οικόπεδο.
Μια πιθανή εξήγηση είναι ότι οι Γάλλοι χρειάζονταν το οικόπεδο, προκειμένου να αποθηκεύουν τα οικοδομικά υλικά για το χτίσιμο του νέου Προξενείου.
Το διάστημα 1905-07 το οικόπεδο δεν αξιοποιήθηκε περαιτέρω, χωρίς όμως παράλληλα να γκρεμιστούν οι κατασκευές που βρίσκονταν προηγουμένως εδώ.
Ο επόμενος ένοικος, από την άνοιξη του 1907, ήταν ακόμα μια θερινή σκηνή, το “Παρθενών”, των Αδελφών Καλούμενων, στους οποίους επίσης ανήκε το θέατρο “Προκυμαίας”.
Οι νέοι ιδιοκτήτες εξωράισαν τις εγκαταλειμμένες για καιρό εγκαταστάσεις και τον περιβάλλοντα χώρο, χτίζοντας νέα, μεγαλύτερη και βαθύτερη σκηνή με καλύτερο φωτισμό και εντευκτήριο, και κόβοντας όλα τα δέντρα που θα είχαν στο μεταξύ θεριέψει.
Το “Παρθενών” εγκαινιάστηκε στις 13.5.1907 με την Τόσκα του Τζιάκομο Πουτσίνι από τον θίασο Καστελλάνο, οι παραστάσεις του όμως κατέληξαν σε ναυάγιο εξαιτίας χαμηλής προσέλευσης θεατών. Η βασική αιτία φέρεται να ήταν η ύπαρξη εισιτηρίου, όταν στα άλλα θερινά η είσοδος ήταν δωρεάν, πρακτική που κατηγορήθηκε ότι ευθυνόταν για τους χαμηλής ποιότητας θιάσους που επισκέπτονταν τη Σμύρνη.
Μέρος της ευθύνης έφερε όμως και ο θιασάρχης, καθώς είχε προγραμματίσει τρεις (!) ταυτόχρονες σειρές παραστάσεων σε Φάληρο, Θεσσαλονίκη και Σμύρνη, χωρίς να έχει επαρκή αριθμό τραγουδιστών στον θίασο.
Στην αρχή του καλοκαιριού του 1909 γράφτηκε μια νέα θεατρική σελίδα, με τη μετονομασία του θεάτρου “Παρθενών” σε “Προκυμαίας”.
Οι αδελφοί Καλούμενοι, ιδιοκτήτες μέχρι τότε τόσο του παλιού “Προκυμαίας”, όσο και του “Παρθενών”, προχώρησαν σ’ αυτή την κίνηση μια και το παλιό θέατρο “Προκυμαίας” είχε πάψει να υφίσταται ήδη από το 1907, έχοντας μετατραπεί σε κινηματογράφο, ενώ και το οικόπεδο του είχε πωληθεί στους διαδόχους J. Kraemer.
Θέλοντας έτσι να δώσουν το φιλί της ζωής στο “Παρθενών”, που δεν τα πήγαινε και τόσο καλά, αποφάσισαν να το βαφτίσουν “Προκυμαίας”, όνομα ιδιαίτερα αγαπητό στους Σμυρνιούς και συνώνυμο μεγάλων επιτυχιών.
Η αλλαγή δεν φαίνεται να επηρέασε το περιεχόμενο του καλλιτεχνικού προγράμματος, αφού ο θίασος Λοράνδου συνέχισε όπως και πριν τις εδώ εμφανίσεις του, ανεβάζοντας δράματα, σάτιρες και κωμωδίες.
Η αυλαία του έπεσε μάλλον άδοξα, με την πλατεία του να καταλαμβάνεται από μια τέντα τσίρκου.
Με το κλείσιμο του πέρασε ανεπιστρεπτί και η χρυσή εποχή των θερινών θεάτρων.
Ήδη από το 1907 είχε επισημανθεί η ανάγκη κατασκευής ενός νέου χειμερινού θεάτρου αντάξιου της πόλης, αφού τα ήδη υφιστάμενα θέατρα της Σμύρνης ήταν μικρά και δεν επαρκούσαν.
Έτσι το 1909 έγινε σειρά συσκέψεων κεφαλαιούχων για την εξαγορά ολόκληρου του τετραγώνου όπου βρίσκονταν το ζυθοπωλείο “Αλάμπρα”, το Sporting Club και το θέατρο του. Έχοντας εξασφαλίσει τραπεζική χρηματοδότηση 40.000 λιρών, σκόπευαν να κτίσουν εκεί νέα λέσχη και χειμερινό θέατρο με τρεις σειρές θεωρείων, τελικά όμως αυτό το σχέδιο δεν ευοδώθηκε.
Η οριστική απόφαση για το χτίσιμο του νέου θεάτρου πάρθηκε την άνοιξη του 1910, με την επιλογή του οικοπέδου όπου ήταν εγκατεστημένο το νεότερο θέατρο “Προκυμαίας” και την επακόλουθη αγορά από τον ανάδοχο του έργου, μια αμερικάνικη εταιρεία.
Αρχιτέκτονες ορίστηκαν ο Γάλλος C.de Mazieres και ο Έλληνας Ιγνάτιος Βαφειάδης.
Σύμφωνα με την Αμάλθεια, ο προϋπολογισμός του έργου ανερχόταν στις 16.000 λίρες, με χρόνο ολοκλήρωσης του έξι μήνες.
Τα σχέδια των αρχιτεκτόνων προέβλεπαν το κτίσιμο ενός θεάτρου χωρητικότητας 1.500 θέσεων, με το ύψος του κτηρίου να ξεπερνά κατά τέσσερα μέτρα το διπλανό Γαλλικό Προξενείο.
Σχετικά με το όνομα που επιλέχθηκε για το νέο θέατρο, “Θέατρον Σμύρνης”, ο Τύπος είχε τις αντιρρήσεις του, καθώς θα προτιμούσε κάποιο όνομα εμπνευσμένο από την αρχαιότητα ή τις καλές τέχνες, όπως γινόταν στην Ευρώπη.
Επιπλέον, το όνομα αυτό χρησιμοποιήθηκε στο παρελθόν για ένα θέατρο που ήταν επίσης γνωστό ως “Καμεράνο”.
Το νέο “Θέατρον Σμύρνης”, αν και οικοδομημένο πενήντα περίπου χρόνια μετά το “Καμεράνο” βασίστηκε όπως και εκείνο σε παλαιότερα ευρωπαϊκά πρότυπα.
Με βάση άλλωστε περιγραφές, εσωτερικά θύμιζε πολύ το παρισιάνο “Theatre du Chatelet” και τα θέατρα “Απόλλων” στην Ερμούπολη και την Πάτρα.
Ως διευθυντής και εκπρόσωπος των ιδιοκτητών του νέου “Θεάτρου Σμύρνης” , αναφέρεται ο Charles Jean Missir (1869-1927).
Στα τέλη του 1910, το κοινό έβλεπε να υψώνεται σιγά σιγά το νέο απόκτημα της πόλης, το “Θέατρον Σμύρνης”, αδημονώντας για την έναρξη της λειτουργίας του.
Ωστόσο, πολύ πριν συμβεί αυτό, με ανακοίνωση που εξέδωσαν οι ιθύνοντες και αφορούσε την απαγόρευση στις κυρίες να φορούν καπέλα στις παραστάσεις, φρόντισαν να αντιμετωπίσουν έγκαιρα ένα από τα οξύτατα προβλήματα των θεάτρων αλλά και της μόδας της εποχής.
Τα εγκαίνια του νέου λαμπρού θεάτρου έγιναν τον Απρίλιο του 1911 από τον θίασο Κοτοπούλη – Λεπενιώτη.
Τα επόμενα χρόνια, και μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ανέβηκαν βιεννέζικες οπερέτες και ελληνικά μελοδράματα.
Ωστόσο, δεν έλειψαν και οι κινηματογραφικές προβολές, οι οποίες πρωτοξεκίνησαν εδώ το 1911, ακολουθώντας την μόδα του νέου μέσου διασκέδασης της εποχής, που με το λευκό του σεντόνι κυριολεκτικά, κάλυψε μία μία τις θεατρικές σκηνές της πόλης.
Απαραίτητη προϋπόθεση για την λειτουργία του κινηματογράφου ή την ύπαρξη των φωτεινών επιγραφών “Απόψε Κινηματογράφος” ή “Απόψε Θέατρον”, ήταν η εγκατάσταση παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, μία από τις λίγες που υπήρχαν τότε στην Σμύρνη.
Οι τεχνικοί μάλιστα είχαν καταφέρει να παίζει συγχρονισμένα η εικόνα της ταινίας με τα τραγούδια της στον φωνογράφο, έτσι ώστε να δημιουργούν, εν έτει 1911, την εντύπωση στον θεατή ενός ομιλούντος, ή καλύτερα “άδοντος” κινηματογράφου, πολύ πριν αυτός εφευρεθεί.
Το θέατρο ξανάρχισε σύμφωνα με την Αμάλθεια το φθινόπωρο του 1913, και μαζί του επέστρεψαν οι υπερβολές στις εμφανίσεις των ηθοποιών, όπως σε παράσταση του 1914 του θιάσου της Κυβέλης, όταν η πρωταγωνίστρια παρουσιάστηκε στην σκηνή με πλουσιότατο παρισινό χρυσοϋφαντο φόρεμα, που είχε κοστίσει 150 χρυσά ναπολεόνια!
Στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η επικοινωνία με την Ευρώπη διακόπηκε, με αποτέλεσμα οι ξένοι θίασοι να μην μπορούν να έρθουν στην Σμύρνη.
Η απουσία τους έδωσε την ευκαιρία αν ανθίσουν αρκετοί θίασοι ντόπιων καλλιτεχνών, Ελλήνων, Λεβαντίνων και Εβραίων.
Πηγή : Γεώργιος Πουλημένος – Αχιλλέας Χατζηκωνσταντίνου Προκυμαία Σμύρνης Αθήνα 2019




