Αφιέρωμα στην Μεγάλη Μίλαν!

0

ΗΤΑΝ ΚΑΠΟΤΕ ΜΙΑ ΟΜΑΔΑΡΑ ΠΟΥ ΤΗΝ ΕΛΕΓΑΝ ΜΙΛΑΝ…
Αφιέρωμα στις ένδοξες εποχές του κοιμώμενου γίγαντα του
ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου

Του Αντρέα Λεντάκη

Σε κάθε ποδοσφαιρική συζήτηση που περιστρέφεται γύρω από ομάδες που θαυμάσαμε στο παρελθόν και πλέον δεν απολαμβάνουν την ίδια αίγλη, ένα όνομα μονοπωλεί το ενδιαφέρον: αυτό της Μίλαν.

Είναι μία από τις ελάχιστες τέτοιου βεληνεκούς ομάδες που απολαμβάνει τον καθολικό σεβασμό της φίλαθλης κοινής γνώμης, ακόμη και από οπαδούς άλλων ή και αντιπάλων συλλόγων.

Και επειδή η σημερινή της αγωνιστική εικόνα κάθε άλλο παρά δέος εμπνέει και δίνει το δικαίωμα στους αγνοούντες την ποδοσφαιρική ιστορία να αμφισβητούν τη θέση της μεταξύ των κορυφαίων, στο σημερινό αφιέρωμα θα καταπιαστούμε με τις ένδοξες εποχές των ροσονέρι.

Για να μαθαίνουν ορισμένοι και για να θυμηθούμε όσοι τις ζήσαμε τους λόγους που θαυμάσαμε εκείνη την ομάδα…
Στη σύγχρονη ποδοσφαιρική ιστορία, η ακμή της Μίλαν ταυτίζεται με την εποχή Μπερλουσκόνι, εξαιρώντας την τελευταία πενταετία της, όπου ήταν εμφανές ότι ο κραταιός μεγιστάνας είχε ουσιαστικά παραιτηθεί από τα ποδοσφαιρικά δρώμενα.

Επομένως, μιλάμε για την περίοδο 1986-2012.

Γίνεται αντιληπτό ότι σε ένα μόνο άρθρο δεν μπορεί να αναλυθεί επαρκώς ένα τόσο εκτενές διάστημα.

Έτσι, θα επικεντρωθούμε στην εποχή κατά την οποία η ομάδα βρισκόταν υπό την καθοδήγηση του Κάρλο Αντσελότι (2001-2009),
με απαραίτητες συνοπτικές αναφορές σε όσα προηγήθηκαν και σε όσα ακολούθησαν.

1. ΣΥΝΔΕΣΗ ΜΕ ΤΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ

Για το μεγαλείο της Μίλαν του Αρίγκο Σάκι και μετέπειτα του Φάμπιο Καπέλο έχουν χυθεί τόνοι μελάνης.

Σε συντομότατο χρονικό διάστημα από όταν ανέλαβε την ομάδα, ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι έλυσε τα οικονομικά
προβλήματα που την ταλάνιζαν και τη μετέτρεψε στην κορυφαία δύναμη της Γηραιάς Ηπείρου.
Με ένα κράμα υπερταλαντούχων Ιταλών ποδοσφαιριστών (Μπαρέζι,
Μαλντίνι, Κοστακούρτα, Τασότι, Ντοναντόνι, Αντσελότι) και Ολλανδών που είχαν προλάβει να αποδείξουν την αξία τους στη ”χώρα της τουλίπας” (Φαν Μπάστεν, Ράικαρντ, Γκούλιτ) και με την καθοδήγηση του χαρισματικού Αρίγκο Σάκι, οι ροσονέρι έπαιξαν ένα επιθετικό, ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο άνευ προηγουμένου για τα ιταλικά δεδομένα, επέστρεψαν στους εγχώριους τίτλους
και σήκωσαν δύο διαδοχικά Κύπελλα Πρωταθλητριών (1989,1990), κάτι που μπόρεσε να επαναλάβει η Ρεάλ Μαδρίτης του Ζιντάν 27 ολόκληρα χρόνια αργότερα.
Η αλλαγή στην τεχνική ηγεσία, με τον Καπέλο να παίρνει τη σκυτάλη, ουδόλως επηρέασε τη δυναμική της ομάδας, Αντίθετα, ο σπουδαίος κόουτς την οδήγησε στην επιβολή ανεπανάληπτης εγχώριας κυριαρχίας, με την κατάκτηση τριών διαδοχικών πρωταθλημάτων και την επίτευξη ενός ρεκόρ 58 αγώνων χωρίς ήττα, που και σήμερα παραμένει ακατάρριπτο σε ό,τι αφορά τα
μεγάλα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα.

Στην Ευρώπη, οι τρεις συνεχόμενοι τελικοί Τσάμπιονς Λιγκ παραμένουν τεράστιο παράσημο, παρότι μόνο αυτός του 1994 ήταν νικηφόρος, με το μυθικό 4-0 επί της Μπαρτσελόνα του Γιόχαν Κρόιφ.

Και όλα αυτά με τη συμβολή της θρυλικής ολλανδικής τριάδας να μειώνεται αναπόφευκτα, κυρίως λόγω των τραυματισμών που τερμάτισαν πρόωρα την καριέρα του Μάρκο Φαν Μπάστεν. Η Μίλαν είχε πλέον τους μηχανισμούς να αντιπαρέρχεται τέτοιες δυσκολίες, αφού τους σταθερά καθοριστικούς Ιταλούς που προαναφέρθηκαν πλαισίωσαν ξένοι παγκόσμιας
κλάσης, όπως ο Ζαν Πιερ Παπέν, ο Ντέγιαν Σαβίτσεβιτς και ο Μαρσέλ Ντεσαγί.
Ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι πλέον αγόραζε ό,τι καλύτερο κινούνταν στην ιταλική και ευρωπαϊκή αγορά, προνόμιο που είχε κατακτηθεί εντός αγωνιστικών χώρων, αφού με τα σωρεία τροπαίων και το απολαυστικό ποδόσφαιρο που παρουσίαζε, η Μίλαν ήταν ο πιο ελκυστικός ποδοσφαιρικός προορισμός στην Ευρώπη.

Αυτό αποδείχθηκε περίτρανα με την απόκτηση των Ρομπέρτο Μπάτζιο και Ζορζ Γουεά το καλοκαίρι του 1995, μετά τον χαμένο τελικό με τον Άγιαξ του Φαν Χάαλ.

Οι δύο σούπερ σταρ, σε συνδυασμό με τη γρανιτένια ιταλική άμυνα και με το δημιουργικό ταλέντο του Ζβόνιμιρ Μπόμπαν, οδήγησαν τη Μίλαν στην επιστροφή στους τίτλους με το σκουντέτο του 1996.

Ήταν, όμως, ένα πρώτο κύκνειο άσμα για το κλαμπ. Ο μικρός Βούδας δεν ήταν πια στο πικ της καριέρας του, ο Γουεά ήταν
σπουδαίος επιθετικός αλλά όχι Φαν Μπάστεν και οι υπόλοιποι υπέκυπταν στο πέρασμα του χρόνου, κυρίως ο Φράνκο Μπαρέζι που αποχώρησε από την ενεργό δράση το 1997, σηματοδοτώντας το τέλος μιας ολόκληρης εποχής.
Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν δύσκολα για μια ομάδα που είχε εθιστεί στις επιτυχίες την προηγούμενη δεκαετία.

Το στίγμα δίνουν πρωταθλήματα που τη βρήκαν να τερματίζει σοκαριστικά στη μέση της βαθμολογίας και ταπεινωτικοί ευρωπαϊκοί αποκλεισμοί στη φάση των ομίλων (από τη Ρόζενμποργκ το 1996 και από τη Γαλατασαράι το 1999).

Συνεχείς αλλαγές προπονητών, με τους Σάκι και Καπέλο να μοιάζουν άνοστο ξαναζεσταμένο φαγητό και τους Αλμπέρτο Τζακερόνι, Τσέζαρε Μαλντίνι και Φατίχ Τερίμ απλώς να μην είναι αρκετοί, και λανθασμένη εκτίμηση του έμψυχου υλικού, με τους Ντάβιντς και Βιεϊρά να φεύγουν ως αχρησιμοποίητοι αναπληρωματικοί, έδειχναν ότι ο Μπερλουσκόνι ξέμενε από ιδέες.

Το σκουντέτο του 1999 δεν ξεγελούσε κανέναν – η ομάδα δεν ήταν πια κυρίαρχη.
Το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς, όμως, ξεκίνησε η ανανέωση που επανέφερε τη Μίλαν στην ελίτ, με την απόκτηση του πιο ”καυτού” επιθετικού της Ευρώπης εκείνη την εποχή.

Ενός 23χρονου Ουκρανού που είχε οδηγήσει την Ντιναμό Κιέβου στα ημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ, που είχε σκοράρει στο
Καμπ Νου και στο Σαντιάγο Μπερναμπέου. Το όνομά του ήταν Αντρέι Σεβτσένκο.
Τα δύο επόμενα καλοκαίρια συνεχίστηκε η ριζική μεταμόρφωση της Μίλαν, καθώς αποχώρησαν παίκτες – απομεινάρια της προηγούμενης περιόδου, όπως οι Μπόμπαν, Γουεά και Μπίρχοφ, και αποκτήθηκαν φερέλπιδες ποδοσφαιριστές που είχαν πρωταγωνιστήσει σε άλλες ομάδες του ιταλικού πρωταθλήματος: Γκατούζο, Ιντσάγκι, Πίρλο και Ρούι Κόστα ήταν όλοι
κάτοικοι Μιλάνου στο ξεκίνημα της σεζόν 2001-2002.

2. Η ΕΠΟΧΗ ΑΝΤΣΕΛΟΤΙ
α. Ιστορικό
Το ρόστερ των ”ροσονέρι” ήταν ξανά αρκούντως ανταγωνιστικό.
Έλειπε, όμως, ο άνθρωπος που θα μπορούσε να το εμπνεύσει και να το οδηγήσει σε επιτυχίες.

Ο Φατίχ Τερίμ ήταν εξαιρετικός για το μέγεθος της Γαλατασαράι, αλλά δεν μπορούσε να σταθεί στο επίπεδο της Μίλαν.

Σε μία κίνηση που έδειξε ότι μπορούσε και πάλι να σκεφτεί με αξιοθαύμαστη ποδοσφαιρική οξυδέρκεια, ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι τον αντικατέστησε με τον πιο πολλά υποσχόμενο Ιταλό προπονητή της εποχής και παλιό μέσο του συλλόγου: τον Κάρλο Αντσελότι, που ανέλαβε τα ηνία της ομάδας τον Νοέμβριο του 2001.

Η πρώτη του σεζόν ήταν εύλογα μεταβατική και δε συνοδεύτηκε από κάποια μεγάλη επιτυχία, αλλά ήταν ένα μήνυμα προς τους
ανταγωνιστές ότι το μεγαθήριο επέστρεφε. Στο πρωτάθλημα oι ροσονέρι μπήκαν στην προνομιούχο τετράδα, εξασφαλίζοντας την επιστροφή τους στο Τσάμπιονς Λιγκ, και στην Ευρώπη μετά από επτά χρόνια καταγράφηκε ξανά μια αξιόλογη πορεία, καθώς έφτασαν μέχρι τα ημιτελικά του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ.

Η προσθήκη των Αλεσάντρο Νέστα και Κλάρενς Ζέεντορφ ολοκλήρωνε το παζλ, καθώς ο Πάολο Μαλντίνι είχε ξανά έναν αξιόπιστο
παρτενέρ στα μετόπισθεν, καθώς και ο ίδιος πατώντας 35 μετατοπίστηκε σε μόνιμη πια βάση στο κέντρο της άμυνας, κάνοντας χρονιά που τον οδήγησε στην τριάδα της Χρυσής Μπάλας, και η μεσαία γραμμή ενισχυόταν με έναν πολυσύνθετο και εξαιρετικά αθλητικό ποδοσφαιριστή.

Η έλευση των Ριβάλντοκαι Φερνάντο Ρεδόνδο έδειχνε τις διαθέσεις της ομάδας, παρότι οι δύο σπουδαίοι λατινοαμερικάνοι εν τέλει δεν μπόρεσαν να προσφέρουν.
Από εκεί και μετά, η Μίλαν βίωσε μία περίοδο εντυπωσιακής ακμής.
Το παζλ ήταν, άλλωστε, ιδανικό. Ιταλοί και ξένοι ποδοσφαιριστές πρώτης γραμμής και διψασμένοι για διακρίσεις ήταν στη διάθεση ενός προπονητή ικανού να τους διαχειριστεί υποδειγματικά. Έτσι, η κατάκτηση της κορυφής δεν γινόταν να αργήσει άλλο.

Την περίοδο 2002-2003, στο ανταγωνιστικότερο πιθανότατα Τσάμπιονς Λιγκ όλων των εποχών, με δύο φάσεις ομίλων πριν τα νοκ άουτ και με υπερηχητικές ομάδες να διεκδικούν το τρόπαιο (Ρεάλ Μαδρίτης, Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Άρσεναλ, Ίντερ,
Γιουβέντους, Μπαρτσελόνα, Βαλένθια οι κυριότεροι διεκδικητές), η Μίλαν ξεπέρασε όλα τα εμπόδια. Κερδίζοντας δύο φορές την Μπάγερν στην πρώτη φάση των ομίλων και βγαίνοντας πρώτη σε γκρουπ με Ρεάλ Μαδρίτης και Ντόρτμουντ στη δεύτερη, έφτασε στα νοκ άουτ (προημιτελικά) με την ανάλογη αυτοπεποίθηση.

Έτσι, ακόμη και όταν όλα έδειχναν να στραβώνουν με αντίπαλο έναν ελκυστικό, νεανικό Άγιαξ (0-0 στο Άμστερνταμ και 2-2 στον
επαναληπτικό μέχρι το τρίτο λεπτό των καθυστερήσεων), ο Ιντσάγκι βρήκε τον τρόπο να της δώσει τη νίκη – πρόκριση. Στη διπλή ιταλική κόντρα που ακολούθησε, με τη συμπολίτισσα Ίντερ στα ημιτελικά και με μια σπουδαία Γιουβέντους στον τελικό, τρεις ισοπαλίες ήταν αρκετές για να επικρατήσει η πραγματικά καλύτερη ομάδα.

Με τους μεν νερατζούρι χρειάστηκε το εκτός έδρας γκολ του Σεβτσένκο, με τους δε μπιανκονέρι στον τελικό του Μάντσεστερ η Μίλαν ήταν η μόνη ομάδα που έπαιξε ποδόσφαιρο.

Η κλάση του Μπουφόν οδήγησε την αναμέτρηση στα πέναλτι, αλλά έστω και έτσι αποδόθηκε δικαιοσύνη, με τον Ουκρανό να ευστοχεί στην κρίσιμη εκτέλεση.
Η επόμενη χρονιά ήταν αυτή της έλευσης του Κακά.

Σε ένα σπάνιο για τη λογική της ομάδας μεταγραφικό ρίσκο, προτιμήθηκε ένας 21χρονος Βραζιλιάνος με μηδενικές παραστάσεις από το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο.

Τα υπόλοιπα είναι ιστορία.

Η σεζόν εκείνη είχε μια γλυκόπικρη γεύση, αφού πέντε χρόνια μετά το τελευταίο της πρωτάθλημα, η Μίλαν επέστεψε με αρκετή
άνεση στην εγχώρια κορυφή, με τον Σεβτσένκο να κάνει εκπληκτική σεζόν που του χάρισε τη Χρυσή Μπάλα, αλλά στην Ευρώπη έμεινε στην ιστορία το στραπάτσο από την Ντεπορτίβο Λα Κορούνια, που ανέτρεψε το 4-1 του Σαν
Σίρο με το ιστορικό 4-0 του Ριαθόρ σε μια εποχή που τέτοιες ανατροπές δεν ανήκαν στην καθημερινότητα της κορυφαίας διασυλλογικής διοργάνωσης.
Η αποτυχία ήταν δυσκολοχώνευτη, αφού βάσει των υπολοίπων συμμετεχόντων στα ημιτελικά (Μονακό, Τσέλσι, Πόρτο) η Μίλαν θα ήταν το αδιαφιλονίκητο φαβορί για την κούπα με τα μεγάλα αυτιά.
Το χαρακτηρισμό του φαβορί το δικαίωσε σχεδόν απόλυτα την επόμενη σεζόν (2004-2005). Μόνο για έξι λεπτά δεν έπαιξε ως η κορυφαία ομάδα της Ευρώπης.

Κατά σοκαριστικό τρόπο, όμως, αυτά ήταν αρκετά για να συμβιβαστεί με τη δεύτερη θέση μια ομάδα που έμοιαζε με μεικτή κόσμου.
Ντίντα, Μαλντίνι, Νέστα, Σταμ, Καφού, Αμπροζίνι, Γκατούζο, Πίρλο, Ζέεντορφ, Κακά και Σεβτσένκο ήταν η συνήθης ενδεκάδα εκείνης της χρονιάς, σε μια ομάδα γεμάτη προσωπικότητες, ικανή να αμυνθεί και να επιτεθεί εξίσου καλά.
Πολλοί αναλυτές θεωρούν εκείνη τη Μίλαν την κορυφαία της σύγχρονης ιστορίας, παρότι δεν το εξαργύρωσε με κάποιο τρόπαιο. Στο Τσάμπιονς Λιγκ παρέσυρε στο διάβα της Μπαρτσελόνα (στους ομίλους), Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Ίντερ (με δύο νίκες απέναντι στα δύο αυτά μεγαθήρια) και Αϊντχόφεν, για να κονταροχτυπηθεί με τη Λίβερπουλ στον τελικό της Πόλης.
Το πρώτο της ημίχρονο ήταν ονειρώδες.

Έμοιαζε πραγματικά πανέτοιμη να σηκώσει την κούπα όπως άξιζε, εμφατικά, προηγούμενη με 3-0.

Και εκεί
κατέρρευσε.

Μίλησε και η ψυχή και η φανέλα της σπουδαίας αντιπάλου της, που σε ανύποπτο χρόνο ισοφάρισε, άντεξε σε ενενηντάλεπτο και παράταση και με αντεστραμμένη πια την ψυχολογία ολοκλήρωσε την επική της ανατροπή στα πέναλτι.

Το σοκ ήταν τέτοιο για τη Μίλαν, που όλοι προέβλεπαν την οριστική διάλυση εκείνης της ομάδας.
Το μεγαλείο της, όμως, συνίστατο στο ότι απέδιδε καλύτερα όταν όλα ήταν εις βάρος της. Κι αν τη σεζόν 2005-2006 η εξωγήινη μπαλιά του Ροναλντίνιο και η εγκληματική ακύρωση του γκολ του Σεβτσένκο στον επαναληπτικό έγειραν την πλάστιγγα υπέρ της Μπαρτσελόνα στα ημιτελικά, την επόμενη χρονιά ήρθε η λύτρωση, η δικαίωση. Κι όμως, ήταν μια χρονιά που είχε ξεκινήσει με τους χειρότερους οιωνούς.

Το σκάνδαλο Καλτσιόπολι είχε αφήσει βαθιές πληγές σε όλο το ιταλικό ποδόσφαιρο και οι ”ροσονέρι” ξεκινούσαν τη χρονιά με αξιοσημείωτη αφαίρεση βαθμών. Ακόμη χειρότερα, ο κορυφαίος σκόρερ της σύγχρονης ιστορίας του κλαμπ, ο Σεβτσένκο, είχε
υποκύψει στις πιέσεις της…συζύγου του και μεταγράφηκε στην Τσέλσι.

Ήταν,όμως, η χρονιά του Κακά.

Ο Βραζιλιάνος ανέβασε κατακόρυφα τις επιδόσεις του και στο σκοράρισμα και βοήθησε τους ροσονέρι να προσθέσουν ένα
ακόμη βαρύτιμο τρόπαιο στη συλλογή τους. Η Μίλαν πρώτευσε εύκολα στον όμιλο με Λιλ, ΑΕΚ και Άντερλεχτ, απέκλεισε τη Σέλτικ στην παράταση και ήταν έτοιμη για τιτανομαχίες.

Η πρώτη εξ αυτών, με αντίπαλο την αναγεννημένη Μπάγερν, λίγο έλειψε να την αφήσει εκτός, αφού οι Βαυαροί έφυγαν από το
Σαν Σίρο με το ευνοϊκό 2-2. Εκεί, όμως, μίλησε η ψυχή και η τρέλα της ομάδας, που απέδρασε από το Μόναχο με 0-2.

Στα ημιτελικά βρέθηκε ξανά με την πλάτη στον τοίχο, αφού η σπουδαία Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, η ομάδα που διαδέχθηκε τη Μίλαν σε ό,τι αφορά την κυριαρχία στη Γηραιά Ήπειρο, ανέτρεψε το εις βάρος της σκορ και νίκησε με 3-2 σε ένα παιχνίδι όπου όλοι
θυμόμαστε το…αλήτικο γκολ του Κακά, που ανάγκασε τους Εβρά και Χάιντσε να συγκρουστούν μεταξύ τους όσο ο ίδιος προέλαυνε προς την εστία.

Λίγοι έδιναν τύχη στη Μίλαν, οι Άγγλοι έμοιαζαν το φαβορί, ήταν πολύ πιο νεανικό σύνολο και επέστρεφαν στην κορυφή της Πρέμιερ Λιγκ, τη στιγμή που οι ροσονέρι συμβιβάζονταν με μια θέση στην τετράδα του Καμπιονάτο.

Αυτό που ακολούθησε, όμως, ίσως ήταν η κορυφαία στιγμή όλης της περιόδου που μελετάμε.

Με μια ασύλληπτη εμφάνιση, πειστική, κυριαρχική, με ποδόσφαιρο επιθετικό αλλά και αρκούντως ώριμο, η ομάδα του Αντσελότι διέλυσε αυτή του Φέργκιουσον με 3-0, χάρη σε θεαματικότατα γκολ των Κακά, Ζέεντορφ και Τζιλαρντίνο.

Γυάλιζε το μάτι των παικτών της Μίλαν, έμοιαζε αδύνατο να αποκλειστεί εκείνο το βράδυ. Όπως ήταν και αδύνατο να χάσει την ευκαιρία για μια άτυπη ρεβάνς απέναντι στην ομάδα που της στέρησε το τρόπαιο το 2005.

Ο τελικός της Αθήνας το 2007 (προσωπικό παράπονο του γράφοντος ότι δε βρήκε εισιτήρια για εκείνο το παιχνίδι- ίσως το μοναδικό πράγμα πουκρατάω ως θυμό προς τους γονείς μου!!) με τη Λίβερπουλ ήταν μια μοναδική ευκαιρία. Και αυτή τη φορά δε χάθηκε.

Το πήρε πάνω του ο 34χρονος τότε αλλά φονιάς μπροστά στην εστία Φιλίπο Ιντσάγκι, που σκόραρε και τα δύο γκολ στο 2-1 και οδήγησε την ομάδα του στην απόλυτη δόξα.
Εύλογα τις επόμενες χρονιές ακολούθησε η κάμψη. Ο κύκλος, άλλωστε, έκλεινε. Τη σεζόν 2007-2008 η Μίλαν αποκλείστηκε στους 16 του Τσάμπιονς Λιγκ από την Άρσεναλ, αναγκαζόμενη να παραταχθεί με τον τραυματία στα δάχτυλα Κάλατς κάτω από τα δοκάρια, κάτι που πλήρωσε.
Επιθετικά ήταν άδεια από εμπνεύσεις, κουρασμένη και από το θρίαμβό της στο Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων.

Είναι χαρακτηριστικό ότι μακράν κορυφαίος στις αναμετρήσεις με τους Λονδρέζους ήταν ο 40χρονος Μαλντίνι!!
Το τέλος εποχής επιβεβαιώθηκε με την αδυναμία της ομάδας να προκριθεί στο Τσάμπιονς Λιγκ της επόμενης περιόδου, τερματίζοντας πέμπτη στο πρωτάθλημα, για πρώτη φορά επι Κάρλο Αντσελότι.

Η επόμενη σεζόν ήταν κάπως πιο επιτυχημένη, αφού εξασφαλίστηκε τουλάχιστον η επιστροφή στην κορυφαία διοργάνωση, αλλά ήταν και η τελευταία του Αντσελότι, που αναζήτησε νέες προκλήσεις στην Τσέλσι, αλλά και του Κακά, που πουλήθηκε
στη Ρεάλ.

Ο συμβολισμός ήταν σαφής.

Η Μίλαν δεν μπορούσε πια να κρατήσει τα σημαντικότερα στελέχη της, υπέκυπτε σε πλουσιότερα κλαμπ.
Ακόμη και ο σούπερ σταρ, Ροναλντίνιο, αποκτήθηκε μόνο και μόνο επειδή κάποιοι ιερόσυλοι στη Βαρκελώνη τον θεώρησαν…τελειωμένο.

Το σπουδαιότερο, βέβαια, γεγονός του 2009 ήταν η αποχώρηση του θρύλου, Πάολο Μαλντίνι, που ένωνε όλες τις επιτυχημένες περιόδους της εποχής Μπερλουσκόνι, έδινε ταυτότητα στο σύλλογο και μοναδική ποιότητα στην αμυντική λειτουργία του, όντας ο κορυφαίος οπισθοφύλακας όλων των εποχών βάσει απόδοσης, διάρκειας και προσωπικότητας.

Κάπου εδώ τελειώνει το χρονικό της εποχής Αντσελότι.
β. Ανάλυση
Πριν αναφερθούμε περιεκτικά στα χρόνια που ακολούθησαν τη φυγή του σπουδαιότερου Ιταλού προπονητή των τελευταίων 25 χρόνων, σκόπιμο είναι να επιχειρηθεί μια προσέγγιση στα χαρακτηριστικά που έκαναν μοναδική εκείνη τη Μίλαν.

Σπουδαίο ρόστερ είχαν πολλές ομάδες εκείνη την εποχή.
Πού ξεχώριζαν οι ”ροσονέρι” και πέτυχαν περισσότερο από όλους, αλλά και πού οφείλεται η παρακμή που ακολούθησε;;
Ευρωπαϊκή ταυτότητα
Σε αντίθεση με την εποχή Καπέλο, η Μίλαν του Αντσελότι άφησε σε δεύτερη μοίρα τις εγχώριες δόξες.

Κατέκτησε μόνο το πρωτάθλημα του 2004 και το κύπελλο του 2003. Αφενός το πρωτάθλημα ήταν πάρα πολύ
ανταγωνιστικό και δεν προσφερόταν για διαδοχικές κατακτήσεις, αφετέρου ο Καρλέτο είχε αντιληφθεί ότι η δόξα εξασφαλίζεται καλύτεραδ μέσω των ευρωπαϊκών διακρίσεων, δόγμα που εφάρμοσε και στη Ρεάλ αργότερα. Η Μίλαν του έκανε το μίνιμουμ εντός συνόρων, εξασφαλίζοντας συνήθως απλώς την έξοδο στο Τσάμπιονς Λιγκ, ενώ στην Ευρώπη μεταμορφωνόταν.
Κέρδισε Ρεάλ, Μπαρτσελόνα, Ίντερ, Μπάγερν, Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και
Λίβερπουλ, υπενθυμίζοντας το τεράστιο βάρος της φανέλας της.
Σταθερός κορμός
Η Μίλαν ήταν μια ομάδα συναισθηματική, αγαπησιάρικη.

Όποιος ερχόταν να παίξει σε αυτήν αποκτούσε ένα αμφίδρομο δέσιμο μαζί της, το πλάνο ήταν μακροπρόθεσμο. Μαλντίνι και Κοστακούρτα ξεπέρασαν την εικοσαετία ως ποδοσφαιριστές της, ενώ όσοι αποκτήθηκαν στα πρώτα δύο χρόνια της δεκαετίας του 2000 έμειναν επίσης πολλά χρόνια.

Προφανής συνέπεια αυτού ήταν η ανεπανάληπτη ομοιογένεια εντός αγωνιστικού χώρου και το εξαιρετικό, πειθαρχημένο κλίμα στα αποδυτήρια, που διέπονταν από απόλυτο επαγγελματισμό. Δύο απαραίτητα συστατικά για να έρθουν οι
επιτυχίες.
Ποδοσφαιρική λογική
Η Μίλαν δεν έκανε το λάθος της Ρεάλ των γκαλάκτικος. Και αυτό γιατί ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι είχε δίπλα του έναν ποδοσφαιρικό διευθυντή με βαθιά γνώση του αθλήματος και εκπληκτικές διαπραγματευτικές ικανότητες, τον Αντριάνο Γκαλιάνι, που κατέστρωσε και εφάρμοσε ένα συγκεκριμένο και απολύτως επιτυχημένο πλάνο. Η λάμψη ενός ποδοσφαιριστή δεν ήταν το μόνο κριτήριο για να αποκτηθεί, δεν επιδιωκόταν η δημιουργία μιας μεικτής
κόσμου αλλά μιας λειτουργικής ομάδας.

Μπορεί το Σαν Σίρο να γέμισε σταρ εκείνα τα χρόνια, αλλά ήταν όλοι συμβατοί μεταξύ τους και πληρούσαν συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Άλλωστε, δε δαπανήθηκαν παράλογα ποσά, αφού με το ειδικό βάρος της φανέλας και τις αγωνιστικές επιτυχίες, η ομάδα
δε χρειαζόταν να πληρώνει υπεραξίες για να προσεγγίσει αξιόλογους ποδοσφαιριστές.

Καταρχάς, η συντριπτική πλειονότητα των επιτυχημένων μεταγραφών του κλαμπ είχε προϋπηρεσία στο ιταλικό ποδόσφαιρο, υπήρχε
γνώση των απαιτήσεων. Ακόμη και οι ξένοι ήρθαν έχοντας αποδείξει την αξία τους σε άλλες ιταλικές ομάδες (ο Ζέεντορφ στη Σαμπντόρια και στην Ίντερ, ο Καφού στη Ρόμα, ο Σταμ στη Λάτσιο), με στοχευμένες εξαιρέσεις.

Έπειτα, η…προχωρημένη ποδοσφαιρική ηλικία δεν ήταν ανασταλτικός παράγοντας για να αποκτηθεί ένας ποδοσφαιριστής.

Ρούι Κόστα, Καφού, Σταμ ήρθαν μετά τα 30, Ιντσάγκι και Νέστα κοντά στα 27.

Η εμπειρία είχε υψηλή θέση στην αξιολογική κλίμακα των ιθυνόντων του συλλόγου και αυτό εξαργυρωνόταν με την άμεση προσαρμογή των παικτών στις απαιτήσεις. Εξίσου σημαντικό ήταν ότι επιτεύχθηκε ισορροπία στο ρόστερ.

Για κάθε σταρ υπήρχε και ένας ρολίστας, έτοιμος να δώσει την ψυχή του για το λίγο που θα αγωνιζόταν.

Γι’αυτό και παίκτες όπως οι Καλάτζε, Γιανκουλόφσκι, Μπονέρα, Σερζίνιο, Όντο δέθηκαν με την ομάδα, έμειναν χρόνια και ήταν ανά πάσα στιγμή έτοιμοι να προσφέρουν.
Τακτική
Η ποδοσφαιρική λογική που διείπε το μεταγραφικό σχεδιασμό της Μίλαν κυριαρχούσε και εντός των τεσσάρων γραμμών.

Η λέξη κλειδί ήταν ”ισορροπία”.

Δε διαπράχθηκε το λάθος της Ρεάλ, που έδιωξε τον αμυντικογενή Μακελελέ για να χωρέσουν τρεις και τέσσερις δημιουργικοί
παίκτες στο κέντρο της, μένοντας ευάλωτη πίσω.

Εργάτες όπως ο Γκατούζο και ο Αμπροζίνι ήταν εξίσου απαραίτητοι με τους μαέστρους Πίρλο, Ρούι
Κόστα, Κακά.
Η τακτική ιδιαιτερότητα εκείνης της Μίλαν ήταν το χριστουγεννιάτικο δέντρο, σύστημα – επινόηση του Κάρλο Αντσελότι, που έδινε τεράστια βαρύτητα στην ενίσχυση της μεσαίας γραμμής, αρκετά χρόνια πριν αυτό γίνει ο κανόνας στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο.

Το σύστημα αυτό μεταφράζεται σε 4- 3-2-1, με αξιοσημείωτο στοιχείο ότι ο παίκτης της τριάδας των κεντρικών
μέσων που αγωνιζόταν πιο κοντά στα στόπερ δεν ήταν ο πιο αμυντικογενής μέσος, αλλά ο πιο δημιουργικός.

Ο ιδιοφυής Αντρέα Πίρλο δίδαξε τη θέση του regista, δηλαδή του μετρονόμου όλης της ανάπτυξης της ομάδας, παίρνοντας την μπάλα από πολύ χαμηλά, από τα στόπερ, και βλέποντας όλο το γήπεδο.

Για να το πράττει αυτό χρειαζόταν την ασφάλεια των άλλων δύο μέσων, συνήθως του Γκατούζο και του Αμπροζίνι, που λειτουργούσαν ως πλάγιοι αμυντικοί χαφ, κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί μέχρι σήμερα.
Εξίσου ιδιαίτερο ήταν ότι η Μίλαν έπαιζε χωρίς εξτρέμ – μάλιστα επί χρόνια το ρόστερ της δεν διέθετε κλασικό ακραίο χαφ! Αυτό φυσικά δεν ήταν τυχαίο, αλλά συνειδητή επιλογή.

Το απαραίτητο πλάτος στην επίθεση δινόταν από τα ανεβάσματα των μπακ, και υπήρχε πολύ περισσότερη διαθέσιμη δημιουργία
από τον άξονα, με κορυφαίας κλάσης δεκάρια να τροφοδοτούν τον επιθετικό αλλά και να πατούν τα ίδια περιοχή.

Άλλωστε, Κακά και Ζέεντορφ ήταν συνεπέστατοι σκόρερ εκτός από δημιουργοί.
Το…μαύρο κουτί
Τι οδήγησε τη Μίλαν του Αντσελότι στην παρακμή;;

Προσοχή, δε μιλάμε για την τωρινή κατάσταση της ομάδας, που δε θυμίζει σε τίποτα Μίλαν.
Μιλάμε για την αδυναμία μίας ομάδας που ακόμη βρισκόταν στην ελίτ να συνεχίσει στο δρόμο των επιτυχιών. Η κυριότερη αιτία ήταν η απουσία πλάνου ανανέωσης.

Οι συνεχείς επιτυχίες της φουρνιάς της περιόδου 2001- 2007 δημιούργησαν την ψευδαίσθηση ότι η ίδια ομάδα θα έπαιζε μαζί εσαεί.
Το χρόνο, όμως, δεν τον νίκησε κανείς.

Και όσο οι…παλιοσειρές μεγάλωναν και φθείρονταν, κανείς δεν ασχολούνταν να τις αντικαταστήσει επάξια.

Το μόνο αυθεντικό ταλέντο που φόρεσε τη φανέλα της Μίλαν εκείνα τα χρόνια και
έδειξε ικανός να βοηθήσει ήταν ο Πάτο.

Εκτός αυτού, είτε ικανοί παίκτες έμειναν παντελώς αναξιοποίητοι (Γκουρκίφ, Νταρμιάν, Ομπαμεγιάνγκ), είτε
βαφτίστηκαν ως ταλέντα παίκτες μετριότατου επιπέδου.

Παράλληλα, ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι ξεκίνησε να εφαρμόζει πολιτική σκληρής λιτότητας στα μεταγραφικά.

Η διάθεσή του αυτή είχε διαφανεί ήδη από το 2006, όταν εισέπραξε 45 εκατομμύρια (σοβαρό ποσό για την εποχή) για την πώληση του Σεβτσένκο, και ουσιαστικά δεν τον αντικατέστησε.

Το ίδιο συνέβη το 2009 με τον Κακά.

Οι μόνες ηχηρές μεταγραφές ήταν ο Ροναλντίνιο και λίγο μετά ο Ιμπραϊμοβιτς, που όμως συγκυριακά πωλούνταν σε τιμή ευκαιρίας, όντας ανεπιθύμητοι στην Μπαρτσελόνα.

Οι περιζήτητοι παίκτες της αφρόκρεμας του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 και μετά έμοιαζαν να είναι εκτός των ενδιαφερόντων του κλαμπ. Έτσι, από το 2008 και μετά, η Μίλαν ήταν μία γερασμένη ομάδα με ημερομηνία λήξης.

3. ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΚΑΡΛΟ…ΤΟ ΧΑΟΣ

Αυτή η λήξη δεν άργησε να έρθει. Μετά από μία αποτυχημένη σεζόν (2009-2010) με τον άπειρο Λεονάρντο στον πάγκο, η Μίλαν έχτισε εντελώς συγκυριακά πια και χωρίς το σοβαρό πλάνο που εφαρμοζόταν παλαιότερα και αναλύσαμε πιο πάνω, μια τελευταία σπουδαία ομάδα.

Με προπονητή τον Αλέγκρι, που αργότερα στη Γιουβέντους απέδειξε πλήρως την αξία του, δημιουργήθηκε ένα κράμα…παλιοσειρών (Γκατούζο, Αμπροζίνι, Νέστα, Ζέεντορφ, Ιντσάγκι) και νεότερων σταρ (Ροναλντίνιο, Ρομπίνιο, Πάτο, Τιάγκο Σίλβα), με ηγέτη τον Ζλάταν Ιμπραϊμοβιτς.

Εκείνη η ομάδα πήρε το τελευταίο σκουντέτο του συλλόγου μέχρι σήμερα, το 2011, όμως στην Ευρώπη κάπου αδίκησε τον εαυτό της, αποκλειόμενη από την Τότεναμ, και κάπου αδικήθηκε, οταν της σφυρίχτηκαν αστεία πέναλτι με αντίπαλο την Μπαρτσελόνα και δεν μπόρεσε να διεκδικήσει την πρόκριση στα ημιτελικά, το 2012.

Εκείνη ήταν και η χρονιά της οριστικής αποχώρησης των παλιών.
Ίσως ξενερωμένος από τη σφαγή στο ”Καμπ Νου” ίσως κουρασμένος από τα 25 συναπτά χρόνια ενασχόλησης με ένα δύσκολο άθλημα,το καλοκαίρι του 2012 ο Μπερλουσκόνι εξήγγειλε την ανάγκη για…οικονομίες.
Κάπως έτσι πωλήθηκαν για 60 εκατομμύρια αθροιστικά οι Ιμπραϊμοβιτς και Τιάγκο Σίλβα στη νεόπλουτη Παρί Σεν Ζερμέν, και τα υπόλοιπα μόλις που χρήζουν αναφοράς, αφού αυτό το κομμάτι της ποδοσφαιρικής ιστορίας το έχουν προλάβει όλοι.

Η Μίλαν έχει να παίξει στο Τσάμπιονς Λιγκ από το 2014, έχουν φορέσει τη φανέλα της παίκτες επιπέδου…Βερόνα, έχει βιώσει
ήδη δύο αλλαγές στο ιδιοκτησιακό της καθεστώς και ζει με την ελπίδα ότι κάτι θα συμβεί και θα επιστρέψει.

Είναι αυτό το κάτι η επιστροφή του Ζλάταν
Ιμπραϊμοβιτς;; Από μόνη της δεν αρκεί, αλλά είναι μια καλή αρχή…
ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Τα τελευταία που γράφτηκαν ίσως κάπου…αδικούν το σκοπό και το χαρακτήρα του αφιερώματος, που δεν ήταν να μας υπενθυμίσει την κατάντια μιας τεράστιας ομάδας, αλλά τη χρυσή της εποχή.

Έτσι, αντί επιλόγου παραθέτουμε ένα προσωπικό τοπ-10 του γράφοντος για όλη την εποχή Μπερλουσκόνι, με κριτήριο την προσφορά του εκάστοτε παίκτη στην ομάδα.
Έτσι, για να έχουμε και…ευχάριστους τσακωμούς, αφού σίγουρα ο καθένας θα έχει τις δικές του προτιμήσεις. Έχουμε και λέμε:
1. Πάολο Μαλντίνι: ο αρχηγός των αρχηγών, όνομα ταυτόσημο με την ίδια τη Μίλαν, έπαιξε 25 χρόνια ως βασικός, κατέκτησε 5 Τσάμπιονς Λιγκ και ήταν εξίσου καλός ως αριστερός μπακ και ως στόπερ.
2. Φράνκο Μπαρέζι: ο πρώτος μεγάλος αρχηγός της εποχής Μπερλουσκόνι, ο τελευταίος μεγάλος λίμπερο του παγκοσμίου
ποδοσφαίρου, ένας εγκεφαλικός αμυντικός με ηγετική προσωπικότητα.
3. Μάρκο Φαν Μπάστεν: ένας από τους 3-4 κορυφαίους σέντερ φορ στην ιστορία του αθλήματος, κατέκτησε 3 συνεχόμενες Χρυσές Μπάλες οδηγώντας την ομάδα στην κορυφή και σκοράροντας ασύλληπα γκολ.
4. Αντρέα Πίρλο: ένας αρτίστας των γηπέδων, ο πιο εγκεφαλικός Ιταλός μέσος όλων των εποχών με πόδι-αλφάδι και τρομερή διάρκεια στην καριέρα του.
5. Αλεσάντρο Νέστα: ο στόπερ που επέτρεψε στον Μαλντίνι να πρωταγωνιστήσει μέχρι τα 41 του χρόνια, ένας απροσπέλαστος
αμυντικός που έβαζε τα πόδια του στη φωτιά και μάρκαρε ασφυκτικά τον αντίπαλο, όποιος και να ήταν αυτός.
6. Αντρέι Σεβτσένκο: ο σκόρερ που ξαναέδωσε πνοή στην ομάδα, ένας φονικός επιθετικός με τεχνική, ταχύτητα και δύναμη, ο δεύτερος ”ροσονέρο” σκόρερ όλων των εποχών.
7. Κακά: ίσως το τελευταίο αυθεντικό "δεκάρι" που είδαμε στα ευρωπαϊκά γήπεδα, όχι απλώς καλός δημιουργικά, αλλά και πληρέστατος επιθετικός, με απίστευτη έκρηξη και κάθετη κίνηση με την μπάλα στα πόδια, θα ήταν ψηλότερα στη λίστα αν είχε μείνει περισσότερα χρόνια.
8. Φιλίπο Ιντσάγκι: ο άνθρωπος-γκολ, ”γεννημένος οφσάιντ” όπως είχε πει ο σερ Άλεξ Φέργκιουσον, μπορεί να ήταν άτεχνος και να του έλειπαν τα φυσικά προσόντα, αλλά το αναπλήρωνε με την απίστευτη αίσθηση του γκολ και το πάθος του, στοιχεία που τον έκαναν χρήσιμο μέχρι τα 38 του.
9. Ρούουντ Γκούλιτ: ένας κεντρικός μέσος πολύ μπροστά από την εποχή του, αθλητικός, ταχυδυναμικός και πανταχού παρών μέσα στο γήπεδο.
10. Κλάρενς Ζέεντορφ: ο πιο πολυσύνθετος μέσος της εποχής Αντσελότι, καλός ανασταλτικά, δημιουργικά και σκόρερ, εγκεφαλικός και αθλητικός ταυτόχρονα, έπαιξε στο υψηλότερο επίπεδο για σχεδόν 20 χρόνια.

Υ.Γ.: Μερικές υπενθυμίσεις: η Ρεάλ Μαδρίτης, αδιαφιλονίκητη βασίλισσα του θεσμού του Τσάμπιονς Λιγκ, έκανε 32 χρόνια να σηκώσει το τρόπαιο.

Η Λίβερπουλ έκανε 21 χρόνια να το σηκώσει και έκλεισε αισίως 29 χρόνια χωρίς πρωτάθλημα.

Η Ίντερ ήταν 45 χρόνια απούσα από τις κατακτήσεις Τσάμπιονς Λιγκ και 17 από αυτές του πρωταθλήματος.

Η Μπάγερν έκανε 25 χρόνια να πάρει Τσάμπιονς Λιγκ.

Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και η Γιουβέντους έχουν αγωνιστεί στη δεύτερη κατηγορία.

Μη βιάζεστε, λοιπόν, να
ξεγράψετε τη Μίλαν.

Όλα είναι κύκλος…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here