Μάνε Γκαρίντσα, ένας κορυφαίος ποδοσφαιριστής!

0

Ο Γκαρίντσα, γεννήθηκε στο Πάου Γκράντε στις 28 Οκτωβρίου του 1933, με παραμόρφωση στη σπονδυλική στήλη και τη λεκάνη, εξαιτίας της οποίας το δεξί του πόδι ήταν κοντύτερο κατά έξι εκατοστά από το άλλο.

Η μητέρα του ήταν μουλάτα και ο πατέρας του Ινδός.

Ως έφηβος δεν είχε κανένα ενδιαφέρον να γίνει ποδοσφαιριστής παρά το γεγονός ότι εντυπωσίασε τους συναδέλφους του με τις δεξιότητές του στο τοπικό εργοστάσιο παραγωγής υφασμάτων όπου άρχισε να εργάζεται όταν ήταν 14 ετών.

Το σωματικό μειονέκτημα κατάφερε να το μετατρέψει σε ποδοσφαιρικό πλεονέκτημα, αφού ντρίμπλαρε «σαν το διάολο», όπως αναφέρεται. Χάρις κυρίως στο ταλέντο και λιγότερο στην επιμονή του έγινε παίκτης παγκόσμιας κλάσης.

Εξελίχθηκε στον μεγαλύτερο ντριμπλέρ στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο και ήταν ανίκητος στο ένας με έναν. Οι απρόβλεπτοι ελιγμοί του θεωρείται ότι οφείλονταν σε αυτή την σωματική ατέλεια.

Παρόλα τα προσόντα του δυσκολεύτηκε να βρει επαγγελματική ποδοσφαιρική ομάδα να παίξει μπάλα, διότι καμιά ομάδα δεν εμπιστευόταν ένα προβληματικό ποδοσφαιριστή.

Εντοπίστηκε από έναν πρώην παίκτη της Μποταφόγκο κατά τη διάρκεια ενός εργοστασιακού τουρνουά και χρειάστηκε χρόνος πριν αποφασίσει να πάει στο Ρίο για να δοκιμαστεί στο σύλλογο.

Στις πρώτες δοκιμές εντυπωσίασε με τις προσπάθειές του απέναντι στον Νίλτον Σάντος, κορυφαίο αμυντικό της ομάδας την εποχή εκείνη.

Έτσι ξεκίνησε να παίζει επαγγελματικά σχετικά μεγάλος, σε ηλικία 19 ετών στη Μποταφόγκο.

Ήταν κατά τη διάρκεια της νεανικής πορείας του που απέκτησε το προσωνύμιο Γκαρίντσα (από το όνομα ενός μικρού τοπικού πουλιού, που προτιμά να πεθάνει παρά να πιαστεί) που έδωσε η αδελφή του Ρόζα λόγω του βαδίσματός του, της ζωντάνιας του και του χαρακτήρα του.

Είχε επίσης το παρατσούκλι από τους συγγενείς του «Μανέ», που σημαίνει «τρελό» ή «απλό μυαλό» στα πορτογαλικά της Βραζιλίας.

Ο Γκαρίντσα σκοράρει τρία τέρματα στο πρώτο του παιχνίδι με την ομάδα απέναντι στη Μπονσουσέσο (6–3), και γοητεύει γρήγορα τους υποστηρικτές του με τις κουνιστές ντρίμπλες του, δικαιολογώντας το ψευδώνυμό του.

Ο τρόπος παιχνιδιού του είναι πολύ γρήγορος, με το πρώτο του βήμα συχνά διστακτικό αλλά πάντα απρόβλεπτος στη συνέχεια, με τον απόλυτο έλεγχο της μπάλας σα να είναι σχεδόν κολλημένη στα πόδια του. Οι εντυπωσιακές του εμφανίσεις τον οδήγησαν το 1955 να κάνει το ντεμπούτο του στην εθνική ομάδα.

Το 1957, με 20 γκολ σε 26 αγώνες, συνέβαλε σημαντικά στην κατάκτηση του τίτλο της ομάδας του στο πρωτάθλημα Καριόκα, ενώ ο ίδιος ήταν δεύτερος σκόρερ του πρωταθλήματος.

Εντυπωσιακή ήταν η εμφάνισή του στον αγώνα με τη Φλουμινένσε (6–2) σημειώνοντας ένα γκολ, σε αγώνα που έκρινε τον τίτλο.

Οι ντρίμπλες του και η χαμηλή προέλευσή του τον έκαναν δημοφιλή και αγαπητό από όλους. Απλός, πρόθυμος να ψυχαγωγήσει το κοινό, απέκτησε το ψευδώνυμο «η χαρά του λαού» (πορτογαλικά: Alegria do Povo).

Η Μποταφόγκο σταδιακά ενδυναμώνει και γίνεται ένα από τους καλύτερους συλλόγους της εποχής μαζί με την Σάντος του Πελέ. Η φήμη του γιγαντώνεται και συμμετέχει σε πολυάριθμους αγώνες γκαλά σε όλο τον κόσμο, όπως η νίκη στο διεθνές τουρνουά στην Κολομβία το 1960.

Ο Γκαρίντσα ήταν στην κορυφή της καριέρας του: είναι σε θέση να ντριπλάρει τους αντιπάλους του με ευκολία και στοιβάζει τέρματα. Ο σύλλογος του κέρδισε το πρωτάθλημα Καριόκα στα τέλη του 1961, το πρωτάθλημα του Ρίο-Σάο Πάολο στις αρχές του 1962 απέναντι στη Σάντος, και το αντίστοιχο τουρνουά, προάγγελος του πρωταθλήματος της Βραζιλίας, αφού το έχασε ελάχιστα το προηγούμενο έτος. Κορυφαίοι Ευρωπαϊκοί σύλλογοι προσπάθησαν να τον αποκτήσουν όπως η Γιουβέντους το 1954, η Ρεάλ Μαδρίτης το 1959 και το 1963 και οι τρεις μεγαλύτερες ιταλικές ομάδες (Ίντερ, Μίλαν, Γιουβέντους) τον πολιορκούσαν αλλά αυτός προτίμησε να παραμείνει στη χώρα του.

Όπως έγραψε και ο Εδουάρδο Γκαλεάνο:

«Όταν ήταν σε φόρμα, το γήπεδο γινόταν τσίρκο. Η μπάλα γινόταν ένα υπάκουο ζώο και το παιχνίδι έγινε πρόσκληση για πάρτι. Ο Γκαρίντσα θα προστάτευε το κατοικίδιό του, τη μπάλα και μαζί θα δημιουργούσαν μερικά υπέροχα κόλπα που θα έκαναν τους θεατές να διασκεδάζουν. Θα πήγαινε πάνω στη μπάλα και αυτή θα αναπηδούσε πάνω του. Τότε θα κρυβόταν πριν ξεφύγει μόνο για να την βρει να τρέχει μπροστά του. Κατά τη διάρκεια της προσπάθειας, οι διώκτες του συντρίβονται στις προσπάθειές τους να τον σταματήσουν».

Φαινόταν όμως σα να παίζει για τη διασκέδασή του τις περισσότερες φορές.

Συχνά εμφανιζόταν στο σύλλογο χωρίς να γνωρίζει ποιος ήταν ο αγώνας. Δεν ήταν συνεπής στις προπονήσεις συχνά απουσιάζοντας στην ιδιαίτερη πατρίδα του.

Μετά την επιστροφή του από το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1962, όπου ο ίδιος λάμπει, εμφανίστηκε ως ζευγάρι με την διάσημη τραγουδίστρια Έλζα Σοάρες, ενώ ήταν ήδη παντρεμένος και πατέρας πολλών παιδιών.

Η υπόθεση ήταν σκανδαλώδης, αλλά διαρκεί, μέχρι το σημείο που οι δύο παντρεύονται.

Η Ίντερ φτάνει το 1963 προσφέροντας μια περιουσία στους ηγέτες της Μποταφόγκο και στον Βραζιλιάνο, αλλά η προσφορά δεν πετυχαίνει.

Η ομάδα του κράτησε το στέμμα της πρωταθλήτριας στα τέλη του 1962, όπως και το προηγούμενο έτος. Μπροστά σε σχεδόν 160.000 θεατές, ο Γκαρίντσα λάμπει και σκοράρει δύο φορές στον τελικό με αντίπαλο τη Φλαμένγκο (3–0).

Η ομάδα συνεχίζει να περιοδεύει και συγκεκριμένα κέρδισε το περίφημο τουρνουά του Παρισιού το 1963. Έφτασε και στους ημιτελικούς του Κόπα Λιμπερταδόρες το 1963, αλλά αυτή τη φορά έχασε από τη Σάντος. Ο Πελέ σκοράρει τέσσερα από τα πέντε γκολ της ομάδας του σε αυτό τον διπλό τελικό.

Ο Γκαρίντσα σύντομα άρχισε να βρίσκεται σε μια διαρκή πτώση και η δημοτικότητά του άρχισε να χάνεται. Τα πρώτα προβλήματα ήταν η οστεοαρθρίτιδα του γόνατος που ξεκίνησε να τον ταλαιπωρεί, η αρχική του άρνηση να χειρουρθεί και η επακόλουθη ψυχολογική του κατάπτωση.

Ο αλκοολισμός του είναι επιζήμιος, συχνά τραυματίζει τον εαυτό του και η ντρίμπλα του δεν είναι πλέον τόσο εκρηκτική όσο πριν. Παίζει όλο και λιγότερο (30 παιχνίδια μεταξύ 1963 και 1965). Κλείνοντας την καριέρα του στη Μποταφόγκο είχε σημειώσει 249 τέρματα σε επίσημους αγώνες.Υπέγραψε το 1966 στην Κορίνθιανς, μεγάλο σύλλογο του Σάο Πάολο, αλλά δεν παίζει πια.

Ακολουθεί τη σύζυγό του στην Ευρώπη, κατά τη διάρκεια των περιηγήσεών τους και υπογράφει το 1968 με τον Κολομβιανό σύλλογο Ατλέτικο Τζούνιορ για τον οποίο έπαιξε μόνο ένα αγώνα.

Επέστρεψε στο Ρίο και εντάχθηκε στη Φλαμένγκο, αλλά έπαιξε σε λίγες συναντήσεις.

Ο ίδιος βρέθηκε χωρίς ομάδα το 1970.Ολοκλήρωσε τη σταδιοδρομία του στο σύλλογο της Ολαρία το 1972. Δόθηκε ένας αγώνας προς τιμή του (Δεκέμβριος 1973), στο Στάδιο Μαρακανά, μπροστά σε σχεδόν 131.000 θεατές για το ιωβηλαίο ανάμεσα σε επίλεκτη ομάδα της ΦΙΦΑ με τους παγκόσμιους πρωταθλητές της Βραζιλίας του 1970, με το Μανέ στη φυσική του θέση, στη δεξιά πτέρυγα.

Τα έσοδα του αγώνα δόθηκαν προς οικονομική ενίσχυση του βραζιλιάνου αστέρα καθώς ο βίος του τα τελευταία χρόνια τον είχε οδηγήσει σε οικονομικό αδιέξοδο.

Πάντα ζούσε στα όρια των υπερβολών μεταξύ της υπέροχης τέχνης του ποδοσφαίρου που εκπροσωπούσε και των αδυναμιών της ιδιωτικής του ζωής που ποτέ δεν κατάφερε να κατευθύνει προς τη σωστή πορεία.Αγωνίστηκε για πρώτη φορά στην εθνική ομάδα στις 18 Σεπτεμβρίου 1955 με αντίπαλο την Χιλή (1–1).

Στο Νοτιοαμερικανικό Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου (μετέπειτα Κόπα Αμέρικα) του 1957 συμμετείχε σε δύο αγώνες αδυνατώντας να καθιερωθεί. Στις 29 Μαΐου 1958, δέκα ημέρες πριν από την έναρξη του Παγκόσμιου Κυπέλλου, ο Γκαρίντσα σημείωσε ένα από τα πιο διάσημα γκολ του με αντίπαλο την Φιορεντίνα στην Ιταλία.

Έφυγε από τέσσερις αμυντικούς και τον τερματοφύλακα πριν σταματήσει στη γραμμή τέρματος. Αντί να κλωτσήσει την μπάλα στα δίχτυα, ντριμπλάρει ακόμη ένα αμυντικό πριν σκοράρει.

Η κίνησή του αυτή κρίθηκε αρνητικά από τον προπονητή του.

Ο Γκαρίντσα κλήθηκε για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1958, αλλά έμεινε στο περιθώριο στα δύο πρώτα παιχνίδια από τον προπονητή του, που τον θεωρούσε ανεύθυνο. Ωστόσο, με την υποστήριξη συμπαικτών του (κυρίως των έμπειρων Νίλτον Σάντος και Ντίντι) επιλέγεται για τον κρίσιμο αγώνα απέναντι στην Σοβιετική Ένωση.

Στις 15 Ιουνίου η Βραζιλία έκανε σέντρα έχοντας στην ενδεκάδα της για πρώτη φορά τον 25χρονο τότε Γκαρίντσα και τον 18χρονο ανερχόμενο αστέρα Πελέ και η ιστορία του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου αλλά και του ποδοσφαίρου γενικότερα απέκτησε ένα νέο ορόσημο.

Τα επόμενα 180 δευτερόλεπτα χαρακτηρίστηκαν από τον ευυπόληπτο Γάλλο δημοσιογράφο Γκαμπριέλ Ανό ως «τα τρία καλύτερα λεπτά στην ιστορία του ποδοσφαίρου». Στη διάρκεια αυτών οι Βραζιλιάνοι πρόλαβαν και είχαν δύο δοκάρια, ένα με τον Γκαρίντσα κι ένα με τον Πελέ ενώ σκόραραν και μία φορά με τον Βαβά ύστερα από ασίστ του Πελέ. Εκεί αποκάλυψε στον κόσμο το εντυπωσιακό του ταλέντο στη ντρίμπλα.

Ξεκίνησε βασικός με την Ουαλία και στη συνέχεια με τη Γαλλία στο ημιτελικό, ενώ στον τελικό με τη Σουηδία δίνει δύο νέες ασίστ στο Βαβά που σημείωσε τα δύο πρώτα γκολ.

Συγγραφέας εξαιρετικών παραστάσεων, λογικά ονομάζεται μεταξύ των έντεκα καλύτερων παικτών της διοργάνωσης, αν και η απόδοσή του ήταν ελαφρά επισκιασμένη από την εκκόλαψη μιας άλλης μεγαλοφυίας, του 18χρονου συμπαίκτη του Πελέ.

Συμμετείχε στο Κόπα Αμέρικα του 1959 αγωνιζόμενος σε τέσσερα παιχνίδια χωρίς να σκοράρει, με την εθνική να καταλαμβάνει αήττητη τη δεύτερη θέση πίσω από την Αργεντινή.

Η δημοφιλία του εκτινάσσεται μετά τον πρώτο τίτλο της Βραζιλίας σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο Πελέ έγινε ο αληθινός σούπερ σταρ του ποδοσφαίρου, αλλά ήταν ο Γκαρίντσα που θα εκπροσωπούσε την τέχνη και τελικά την τραγωδία της ζωής της Βραζιλίας.

Έπαιζε το παιχνίδι όπως όλοι ήθελαν να παικτεί, αλλά κανείς δεν τολμούσε ακόμη, στοιχεία που θεωρούνταν ως έλλειψη επαγγελματισμού.

Την 1η Μαΐου 1960 σημείωσε το πρώτο του γκολ για τη Βραζιλία, σε φιλική συνάντηση με την Αίγυπτο (3–0).Κατά τη διάρκεια της επόμενης διοργάνωσης του Παγκόσμιου Κυπέλλου που έλαβε μέρος το καλοκαίρι του 1962 στη Χιλή, ο Πελέ τραυματίστηκε κατά τη διάρκεια του αγώνα κατά της Τσεχοσλοβακίας.

Έχοντας στερηθεί το μεγαλύτερο αστέρι της, η ομάδα της Βραζιλίας εξαρτάται τώρα από τον Γκαρίντσα. Η Βραζιλία είχε 9 από τους τροπαιούχους της προηγούμενης διοργάνωσης στη σύνθεσή της και εφάρμοσε για πρώτη φορά σύστημα 4–3–3.

Απέναντι στην Ισπανία που φαινόταν ισχυρή χάρις στα ονόματα των παικτών της, προσφέρει και τις δύο τελικές πάσες (ασίστ) που οδήγησαν σε πρόκριση για τους προημιτελικούς στον Αμαρίλντο μετά τις ντρίμπλες δύο τουλάχιστον αντιπάλων.

Στη συνέχεια σκόραρε δύο φορές με αντίπαλο την Αγγλία παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες των Βρετανών να τον σταματήσουν (αποτέλεσμα 3–1).Σκόραρε ακόμα δύο φορές απέναντι στη Χιλή στον ημιτελικό που έληξε με 4–2, αγώνα στον οποίο αποβλήθηκε.Στον τελικό αγωνιζόμενοι για να σπάσουν την αντίπαλη άμυνα της Τσεχοσλοβακίας, οι Βραζιλιάνοι μπορούν πάλι να υπολογίζουν σε ένα φανταχτερό Γκαρίντσα να αποδιοργανώσει τους αντιπάλους τους και να δημιουργεί μεγάλους χώρους καθώς μονοπωλεί την προσοχή τους.

Οι τελευταίοι μερικές φορές συγκεντρώνονται μέχρι και σε πέντε για να μπλοκάρουν το δρόμο του, αλλά πάντα μάταια.

Η Βραζιλία κερδίζει το Παγκόσμιο Κύπελλο για δεύτερη φορά στην ιστορία της, χάρη στη νίκη με 3–1.

Ο Γκαρίντσα, είναι ένας από τους κορυφαίους σκόρερ με τέσσερα γκολ, έδωσε δύο τελικές πάσες (ασίστ), εκλέγεται δε και ο καλύτερος παίκτης της διοργάνωσης, ήταν μάλιστα ο πρώτος παίκτης που κέρδισε τον τίτλο με την ομάδα και τις δύο κορυφαίες ατομικές διακρίσεις στην ίδια διοργάνωση.

Το ίδιο έτος του απονεμήθηκε το βραβείου του καλύτερου παίκτη του κόσμου από το περιοδικό World Soccer.Τέσσερα χρόνια αργότερα, αποφασίστηκε από τις αρχές ότι οι ένδοξοι νικητές του 1958 και του 1962 έπρεπε να υπερασπιστούν τα χρώματα της Βραζιλίας στο Παγκόσμιο Κύπελλο στην Αγγλία.

Ο Γκαρίντσα, πολύ μακριά από τις εμφανίσεις των προηγούμενων ετών, η απόδοσή του απέχει πολύ από τις επιδόσεις των δύο διοργανώσεων του 1958 και 1962.

Δεν ήταν παρά μία σκιά από αυτό που ήταν και ήταν ικανός μόνο για σπάνιες εκρήξεις, όπως το γκολ του με το ελεύθερο λάκτισμα στον πρώτο αγώνα με τη Βουλγαρία (νίκη 2–0).

Στον δεύτερο αγώνα η Βραζιλία, χωρίς τον Πελέ, έχασε από την Ουγγαρία (1–3). Αυτή είναι η τελευταία εμφάνιση του δεξιού ακραίου επιθετικού με τη φανέλα της Βραζιλίας και η μόνη ήττα που γνώρισε με την Εθνική.

Σε 50 επίσημες εμφανίσεις στη βραζιλιάνικη εθνική, πέτυχε 43 νίκες, 6 ισοπαλίες και μία ήττα και σημείωσε 12 γκολ. Όταν ο Γκαρίντσα και ο Πελέ έπαιζαν μαζί, η Βραζιλία ποτέ δεν έχασε σε αγώνα (36 νίκες, 4 ισοπαλίες).

Η άστατη ζωή του είχε ως αποτέλεσμα να εμπλέκεται συνεχώς σε καυγάδες, να συλλαμβάνεται μεθυσμένος.

Χωρίς το ενδιαφέρον του επαγγελματικού ποδοσφαίρου τα πράγματα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο, έχοντας όπως και στο παρελθόν, ταραχώδη προσωπική ζωή.

Κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του μεθυσμένος, έπεσε σε ένα φορτηγό το 1969 σκοτώνοντας τη πεθερά του στη διαδικασία.

Πέθανε στις 20 Ιανουαρίου του 1983 στο Ρίο ντε Τζανέιρο σε ηλικία μόλις 49 ετών, από κίρρωση. Δεν ήταν ο μόνος Βραζιλιάνος επώνυμος ποδοσφαιριστής που δεν είχε επιθυμητό τέλος αλλά σίγουρα ο πιο διάσημος.

Η κηδεία του τελέστηκε στο Μαρακανά με πάνω από 100.000 πλήθος ατόμων να έχει συγκεντρωθεί. Στην ταφόπλακα του είναι χαραγμένη η επιγραφή «Εδώ αναπαύεται εν ειρήνη αυτός που ήταν η χαρά των ανθρώπων – ο Μανέ Γκαρίντσα».

Ίσως να είναι ο πιο υποτιμημένος παίκτης στην ποδοσφαιρική ιστορία.

Ωστόσο, θεωρείται μεταξύ των εμπειρογνωμόνων ότι ήταν στην καλύτερη εποχή του σε παρόμοιο επίπεδο με τον Πελέ.

Είναι πιθανά ο μεγαλύτερος ντριμπλέρ στην ιστορία του αθλήματος με την εφευρετικότητά του να παραμένει αλησμόνητη.

Η εκτίμηση του Πελέ στο πρόσωπό του φάνηκε από τη δήλωσή του ότι «δεν θα είχα κατακτήσει τρία Παγκόσμια Κύπελλα αν δεν υπήρχε ο Γκαρίντσα».

Το 1994 συμπεριλήφθηκε στην καλύτερη ομάδα των Παγκοσμίων Κύπελλων από τη ΦΙΦΑ και το 1998 στην καλύτερη ομάδα του 20ού αιώνα.

Το 2011 ήταν ένα από τα 15 πρώτα μέλη που εισήχθησαν στην Αίθουσα Φήμης του Ποδοσφαίρου στην Πατσούκα, της πολιτείας Ιδάλγο του Μεξικού.

Ένα γήπεδο πολλαπλών χρήσεων στη Μπραζίλια, πήρε το όνομά (Estádio Mané Garrincha).

Το 2003, μια ταινία, με την ονομασία Garrincha – Estrela Solitária, βασισμένη στο βιβλίο του Ruy Castro, απεικόνισε τη ζωή του εντός και εκτός γηπέδου.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ