Ο Κίλι Γκονζάλες αποτελεί μια από τις πιο εμβληματικές μορφές του Αργεντίνικου ποδοσφαίρου, ένας παίκτης που συνδύασε την δύναμη με την φινέτσα.
Γνωστός για το «φαρμακερό» αριστερό του πόδι και το αστείρευτο πάθος του, ο «Κίλι» δεν ήταν απλώς ένας αθλητής, αλλά ένας «πολεμιστής» των γηπέδων.
Μια από τις πιο συγκλονιστικές ιστορίες της καριέρας του, την οποία ο ίδιος έχει περιγράψει συχνά, είναι η στιγμή που απέρριψε τη Ρεάλ Μαδρίτης για χάρη του ειδώλου του.
Όπως δήλωσε ο ίδιος στην εφημερίδα MARCA:
«Είχα στα χέρια μου το προσύμφωνο της Ρεάλ και ήμουν έτοιμος να υπογράψω.
Τότε με πήρε τηλέφωνο ο Ντιέγκο Μαραντόνα και μου είπε να πάω στην Μπόκα για να γίνουμε συμπαίκτες. Ήμουν 20 χρονών και δεν το πίστευα. Για τον Ντιέγκο, απέρριψα τη μεγαλύτερη ομάδα του κόσμου».
Ο Κίλι Γκονζάλες διέγραψε μια εντυπωσιακή πορεία που διήρκεσε σχεδόν δύο δεκαετίες, αγωνιζόμενος σε 372 επίσημους αγώνες σε συλλογικό επίπεδο και σημειώνοντας 56 γκολ. Ξεκίνησε από τη Ροζάριο Σεντράλ, όπου το ταλέντο του ανάγκασε την Μπόκα Τζούνιορς να τον αποκτήσει το 1995.
Στο πλευρό του Μαραντόνα, μέτρησε 37 συμμετοχές και 3 γκολ, προτού κάνει το μεγάλο άλμα για την Ευρώπη.
Το 1996 μετακόμισε στην Ισπανία για τη Ρεάλ Σαραγόσα, όπου καθιερώθηκε ως ένας από τους κορυφαίους εξτρέμ της La Liga.
Η «χρυσή» του περίοδος όμως γράφτηκε στη Βαλένθια (1999-2003).
Εκεί, ο Κίλι αγωνίστηκε σε 138 παιχνίδια και πέτυχε 14 γκολ, αποτελώντας τον ακρογωνιαίο λίθο της ομάδας που έπαιξε σε δύο συνεχόμενους τελικούς Champions League και κατέκτησε το πρωτάθλημα Ισπανίας το 2002.
Στο Μεστάγια, ο Κίλι λατρεύτηκε όσο λίγοι ξένοι παίκτες.
Οι οπαδοί τον θυμούνται για τη μαχητικότητά του. Ο ίδιος έχει δηλώσει για εκείνη την περίοδο: «Η Βαλένθια είναι το δεύτερο σπίτι μου. Στο γήπεδο ήμασταν άντρες και ξέραμε την ευθύνη που είχαμε φορώντας αυτή τη φανέλα».
Το 2003 μεταπήδησε στην Ιταλία για την Ίντερ, όπου παρέμεινε για τρία χρόνια. Παρά τους τραυματισμούς, πρόσθεσε στο παλμαρέ του 75 συμμετοχές και κατέκτησε δύο Κύπελλα Ιταλίας και ένα Scudetto.
Η καρδιά του όμως τον οδήγησε πίσω στην πατρίδα, επιστρέφοντας στη Ροζάριο Σεντράλ (2006-2009 και 2010-2011), ενώ ενδιάμεσα πέρασε και από τη Σαν Λορέντζο.
Σε διεθνές επίπεδο, ο Κίλι υπήρξε βασικός πυλώνας της Εθνικής Αργεντινής για μια δεκαετία (1995-2005), με 56 συμμετοχές και 9 γκολ.
Εκτός από την παρουσία του στο Μουντιάλ του 2002, η μεγαλύτερη διεθνής του διάκριση ήταν το Χρυσό Μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας (2004), όπου ως αρχηγός και ένας από τους τρεις παίκτες άνω του ορίου ηλικίας, οδήγησε την «Αλμπισελέστε» στο χρυσό μετάλλιο.
Παρά τη δόξα, το τέλος της καριέρας του το 2011 ήταν επώδυνο.
Σε μια εξομολόγηση του παραδέχτηκε ότι η απότομη διακοπή του ποδοσφαίρου τον οδήγησε στην κατάθλιψη: «Ήταν μαύρα χρόνια. Δεν μπορούσα να αποδεχτώ ότι δεν θα ξαναμπώ στο γήπεδο. Κράτησε τέσσερα χρόνια αυτή η μάχη». Κατάφερε να σηκωθεί ξανά χάρη στην οικογένειά του και τη σιδερένια του θέληση.
Σήμερα, ως προπονητής (έχοντας περάσει από τη Ροζάριο Σεντράλ, Ουνιόν Πλατένσε), μεταφέρει την ίδια ένταση στους παίκτες του.
Παρά τις κριτικές που δέχεται κατά καιρούς για τις εκρήξεις του, παραμένει μια προσωπικότητα που προκαλεί σεβασμό.
Όπως λένε οι συνεργάτες του, είναι ένας άνθρωπος της πιάτσας (street-smarts), που ξέρει να εμπνέει ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές.




