Ο Ούγκο Σάντσεζ, συνδύαζε θέαμα και ουσία

0

Όταν ήταν παιδί ο Ούγκο Σάντσεζ είχε παρακολουθήσει τον πατέρα του, που έπαιζε ημι-επαγγελματικό ποδόσφαιρο, «να πετάει στον αέρα» να πετυχαίνει γκολ με ανάποδο ψαλίδι.Αυτό ήταν που τον ενέπνευσε να ακολουθήσει καριέρα ποδοσφαιριστή.

Ο μεγαλύτερος αδερφός του έπαιζε σε ερασιτεχνική ομάδα του Μεξικού και μετά από πολλές προσπάθειες, επιτράπηκε στο μικρό να προπονηθεί μαζί τους.

Οι δεξιότητές του, του έδωσαν σύντομα το ψευδώνυμο Niño de Oro (Χρυσό Αγόρι).

Ξεκίνησε την καριέρα του στη ομάδα νέων της UNAM Πούμας, του ποδοσφαιρικού συλλόγου του Εθνικού Αυτόνομου Πανεπιστημίου του Μεξικού, σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών.

Το ταλέντο του γρήγορα ξεχώρισε από τους υπεύθυνους των εθνικών ομάδων νέων και έτσι συμμετείχε σε τουλάχιστον ογδόντα παιχνίδια στις μικρές ηλικίες.

Πεντε φορές πρώτος σκόρερ του ισπανικού πρωταθλήματος, με την φανέλα της Ρεάλ Μαδρίτης.

Δεν υπήρχε τότε ίντερνετ, ούτε υπέρμετρη διαφήμιση.

Εντυπωσιακος ποδοσφαιριστής ο Μεξικανός, ο οποίος είχε έφεση στο να σκοράρει με ανάποδα ψαλίδια, κυνηγούσε πάντα το θέαμα.

“Αυτόν που ανακάλυψε το ποδόσφαιρο…Πρέπει να τον αγαπούν σαν Θεό.”

Ούγκο Σάντσεζ

Το 1976 προχώρησε στην επαγγελματική ομάδα του Πανεπιστημίου UNAM (Πούμας), όπου πανηγύρισε τον πρώτο τίτλο του εθνικού πρωταθλήματος στην ιστορία του συλλόγου ένα χρόνο αργότερα.

Σημείωσε το πρώτο του γκολ στις 27 Μαρτίου του 1977 σε αγώνα με αντίπαλο την Αμέρικα, που ήταν και το μοναδικό της συνάντησης.

Το 1978–79 ήταν πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος με 26 τέρματα.

Οι Πούμας γιόρταζαν τις μεγαλύτερες επιτυχίες τους στις αρχές της δεκαετίας του 1980: το 1980 και το 1981 η πανεπιστημιακή ομάδα από το Μεξικό κέρδισε το Κύπελλο Πρωταθλητριών της ΚΟΝΚΑΚΑΦ, όπου οι καλύτερες ομάδες συλλόγων από τη Βόρεια και Κεντρική Αμερική ανταγωνίζονται μεταξύ τους.

Το 1981 η ομάδα εξασφάλισε επίσης το Copa Interamericana και κέρδισε πάλι το πρωτάθλημα του Μεξικού.

Με αυτούς τους τίτλους, αλλά και τα 104 γκολ σε 200 επίσημους αγώνες γρήγορα ευρωπαϊκοί σύλλογοι ενδιαφέρθηκαν για τον παίκτη.

Στα τέλη του 1981, ο Σάντσες μετακόμισε στην Ισπανία και συγκεκριμένα στην Ατλέτικο Μαδρίτης.

Το 1985 ήταν πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος με 26 γκολ και κατέκτησε το Κύπελλο Ισπανίας πριν μετακομίσει στην τοπική αντίπαλο Ρεάλ Μαδρίτης.

Έκανε το ντεμπούτο του την 1η Σεπτεμβρίου 1985 σε εκτός έδρας αγώνα με αντίπαλο τη Ρεάλ Μπέτις, σημειώνοντας το γκολ της ομάδας του στην ήττα με 2–1, με την πίκρα να ολοκληρώνεται στο τέλος του αγώνα με την αποβολή του.

Από την πρώτη του χρονιά στη Ρεάλ ήταν πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος με 29 τέρματα, ενώ κέρδισε και τον τίτλο του πρωταθλητή και το Κύπελλο ΟΥΕΦΑ.

Στα επτά χρόνια με τη Ρεάλ ο Σάντσες πανηγύρισε τις μεγαλύτερες επιτυχίες της καριέρας του.

Ο επιθετικός, ο οποίος περιγράφει τον εαυτό του ως καλλιτέχνη στο γήπεδο, ήταν πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος τέσσερις φορές μεταξύ του 1986 και του 1990. Κέρδισε το ισπανικό πρωτάθλημα πέντε φορές στη σειρά (1986–1990), το Κύπελλο δύο φορές (1985 και 1989) και το Κύπελλο ΟΥΕΦΑ το 1986.

Ήταν ένας από τους καλύτερους και πιο επικίνδυνους επιθετικούς της δεκαετίας του 1980 και εναρμονίστηκε άριστα με τους συνεργάτες του Χόρχε Βαλντάνο και Εμίλιο Μπουτραγκένιο.

Για τη Ρεάλ σημείωσε 208 γκολ σε 283 εμφανίσεις σε όλες τις διοργανώσεις.

Το πιο αξιομνημόνευτο γκολ του ήταν απέναντι στη Λογρονιές στις 10 Απριλίου 1988 μπροστά σε 80.000 θεατές στο Στάδιο Σαντιάγο Μπερναμπέου που τον αποθέωσαν.

Παρά την αθλητική του επιτυχία, ο Μεξικανός δεν ήταν χωρίς αμφισβητήσεις στην ισπανική πρωτεύουσα επειδή κατηγορήθηκε για κρυφά φάουλ και έτσι δεν ήταν δημοφιλής στους αντιπάλους.

Το ημερολογιακό έτος 1989 σημείωσε 43 τέρματα σε όλες τις διοργανώσεις, τα περισσότερα στον κόσμο για εκείνη τη χρονιά.

Μετά την κατάκτηση του Χρυσού Παπουτσιού ως του καλύτερου ευρωπαίου σκόρερ με 38 γκολ για το 1990, η καριέρα του λόγω σοβαρού τραυματισμού στο γόνατο άρχισε να δύει, καθώς το 1991 δεν μπόρεσε να παίξει για δώδεκα μήνες.

Όταν επιλύθηκαν τα προβλήματα υγείας, τιμωρήθηκε με βάση τον εσωτερικό κανονισμό της ομάδας για παράπτωμα διάρκειας δύο μηνών.

Στις 21 Μαρτίου 1992, την 27η αγωνιστική, έπαιξε τον τελευταίο του επίσημο αγώνα με τη Ρεάλ Μαδρίτης στη νίκη με 1–0 με αντίπαλο την Ντεπορτίβο Λα Κορούνια στο Μπερναμπέου, με γκολ που ήταν δικό του.

Ο Σάντσες έφυγε από τη Ρεάλ το 1992 και προσχώρησε στην ομάδα Αμέρικα στην πρώτη κατηγορία της χώρας του.

Επέστρεψε όμως στην Ισπανία το καλοκαίρι του 1993 και εντάχθηκε στη Ράγιο Βαγεκάνο.

Κλείνοντας την καριέρα του στην Ισπανία ήταν δεύτερος σκόρερ στην ιστορία του πρωταθλήματος με 234 τέρματα.

Μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994, έπαιξε σε τρεις διαφορετικές χώρες για σύντομα χρονικά διαστήματα και ολοκλήρωσε την καριέρα του το 1997.

Η διεθνής του σταδιοδρομία ξεκίνησε με την Ολυμπιακή ομάδα της χώρας του στους αγώνες του 1976.

Το 1977 έπαιξε για πρώτη φορά στην ηλικία των 19 ετών για την εθνική ομάδα ποδοσφαίρου του Μεξικού, η οποία συμμετείχε στο Παγκόσμιο Κύπελλο στην Αργεντινή το 1978.

Στα προκριματικά συνέβαλε με τέσσερα γκολ και το Μεξικό προκρίθηκε με πέντε νίκες σε ισάριθμα παιχνίδια.

Η πιο σημαντική στιγμή στην πατρίδα του ήταν στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986 στη χώρα του, που έφτασε στα προημιτελικά. Όμως παρέμεινε πολύ κάτω από τις δυνατότητές του και σε τέσσερις εμφανίσεις σημείωσε μόνο ένα γκολ, γι’ αυτό το κοινό του Μεξικού ήταν απογοητευμένο. Στη συνέχεια ανακοίνωσε την αποχώρησή του από την εθνική ομάδα.

Τον Μάρτιο του 1993, επέστρεψε στην εθνική ομάδα μετά από επταετή απουσία. Την επόμενη χρονιά πήρε μέρος στο τρίτο και τελευταίο του Παγκόσμιο Κύπελλο στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου αγωνίστηκε μία φορά.

Μόνο στο φιλικό αγώνα στις 18 Μαρτίου 1998 με την Παραγουάη (1–1) χρησιμοποιήθηκε και πάλι, το οποίο ήταν «αποχαιρετιστήριο παιχνίδι» γι’ αυτόν. Έπαιξε 58 παιχνίδια για την εθνική ποδοσφαιρική ομάδα του Μεξικού και σημείωσε 29 γκολ.

Κατά τη διάρκεια της καριέρας του σημείωσε 400 γκολ σε αγώνες πρωταθλήματος σε 684 εμφανίσεις (από τα οποία 390 τέρματα σε πρωταθλήματα πρώτης κατηγορίας) και συνολικά τουλάχιστον 562 σε 956 επίσημους αγώνες (κατάλογος ποδοσφαιριστών ανδρών με 500 ή περισσότερα γκολ).

Μετά το τέλος της ποδοσφαιρικής του σταδιοδρομίας ακολούθησε καριέρα προπονητή για μία δεκαετία σε ομάδες της χώρας του (μεταξύ των οποίων και της Πούμας σε δύο περιπτώσεις), ενώ βρέθηκε και στην Ισπανία για πολύ μικρό χρονικό διάστημα.

Το 2004 συμπεριλήφθηκε στη λίστα FIFA 100 με τους 125 καλύτερους εν ζωή ποδοσφαιριστές.

Το 2021 η IFFHS τον συμπεριέλαβε στην ομάδα-όνειρο όλων των εποχών της περιοχής ΚΟΝΚΑΚΑΦ.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here