Στην αλάνα, ο καυτός ήλιος δεν φαινόταν να δύει ποτέ

0

Η ανάμνηση εκείνων των ημερών… παίζοντας εξ’ολοκλήρου στο δρόμο με φίλους από τη γειτονιά.

Η μυρωδιά του χόρτου, του χώματος, του τσιμέντου μιας αλάνας, η ανεξίτηλη γρατσουνιά στα γόνατα, οι κραυγές της γιαγιάς κάθε απόγευμα να αντηχούν στο κεφάλι, σαν μια ανάμνηση εκείνων των ανέμελων χρόνων.

Οι ατελείωτες προκλήσεις με τα παιδιά απο τις άλλες γειτονιές, το σπασμένο τζάμι, το σκαρφάλωμα για να μαζέψεις τις μπάλες απο τις αυλές, πάνω απο τις στέγες και τα δέντρα.

Οι καυγάδες με όλη την γειτονιά, με όλους τους παπούδες και όλες τις γιαγιάδες που κάθονταν στον μαχαλά.

Βρώμικες φανέλες, σκισμένα παπούτσια και η εκκωφαντική σιωπή στο τέλος της ημέρας, μετά από ώρες και ώρες συνεχών κραυγών και σχολίων που εφευρέθηκαν επί τόπου, μόνο για εκείνες τις στιγμές.

Ο καυτός ήλιος δεν φαινόταν να δύει ποτέ εκείνες τις μέρες.

Ήταν όλα εκεί, κυρίως η ευτυχία.

Αλλά ήμασταν πολύ απασχολημένοι για να το παρατηρήσουμε.