«Πήγα στη Ρωσία, στη Μόσχα μόλις 17 χρονών, σχεδόν 18. Πολύ νέος. Και ολομόναχος. Οι γονείς μου ήταν ανήσυχοι. Ο πατέρας μου, πολύ ανήσυχος. Και ήταν δύσκολο για μένα. Ήμουν αγχωμένος, επειδή άφηνα την οικογένειά μου πίσω.
Αλλά όταν άρχισα τις προπονήσεις, είπα στον εαυτό μου: Για ποιο λόγο ήρθα εδώ; Το επίθετο της οικογένειάς μου είναι γραμμένο στη φανέλα μου, οπότε κουβαλάω την οικογένειά μου μαζί μου. Πρέπει να δουλέψω γι’ αυτούς. Όχι μόνο για μένα. Δεν μπορώ να τους απογοητεύσω. Πρέπει να τους κάνω περήφανους.»
Έτσι είπα στον εαυτό μου: Δούλεψε σκληρά.
Εκεί υπήρχε ένας Γεωργιανός, ο Σάμπα Κβιρκβέλια, και με βοηθούσε πάρα πολύ.
Με βοήθησε να προσαρμοστώ με τους υπόλοιπους παίκτες, με πήγαινε καμιά φορά για φαγητό και πολλές φορές με προστάτευε.
Και όταν άρχισα να παίζω, ο προπονητής με αγάπησε πραγματικά. Τον σέβομαι απεριόριστα, γιατί εκεί εξελίχθηκα πολύ — σωματικά, πνευματικά και ακόμη και ως προσωπικότητα.
Όμως ήταν μοναχικά. Ζούσα στο προπονητικό κέντρο. Δεν είχα φίλους. Νομίζω πως ήμουν μόνο εγώ και οι φύλακες ασφαλείας.
Οι υπόλοιποι παίκτες έμεναν κάπου αλλού. Ήμουν μόνος εκεί. Πήγαινα να φάω μόνος μου. Ήταν τρομακτικό μέρος. Ήταν βαθιά μέσα στο δάσος και δεν μπορούσες να βγεις για βόλτα, γιατί υπήρχαν σκυλιά και τέτοια πράγματα. Κάθε δευτερόλεπτο το περνούσα στο προπονητικό κέντρο. Δεν πήγαινα στο κέντρο της Μόσχας. Πουθενά.
Τη νύχτα δεν υπήρχαν φώτα στο προπονητικό κέντρο. Όταν πήγαινα να προπονηθώ, μερικές φορές είχε ήδη νυχτώσει, αλλά εγώ συνέχιζα να δουλεύω. Έκανα έξτρα προπόνηση. Όμως δεν υπήρχε φως. Και καμιά φορά ερχόταν ο φύλακας ασφαλείας και ρώταγε…
«Ποιος τρέχει εκεί πάνω στο γήπεδο;;;;»
«Εγώ! Του έλεγα κάνοντας ντρίμπλες μέσα στις σκιές.»
Kβίτσα Κβαρατσεχέλια




