Ντράζεν Πέτροβιτς, το όνομα που πέρασε στον Θρύλο

0
Guard Drazen Petrovic of the New Jersey Nets moves the ball during a game against the Denver Nuggets at the Byrne Meadowlands Arena in East Rutherford, New Jersey.

”Είμαι απόλυτα χαρούμενος όταν προπονούμαι.

Όταν κάθομαι είμαι δυστυχισμένος.

Είναι δύσκολο να το περιγράψεις σε κάποιον, ο οποίος δεν άκουσε τον ήχο της μπάλας σε ένα άδειο γήπεδο.

Όταν μπαίνεις στο παρκέ δεν πρέπει να υποχωρείς με τίποτα.

Ο αντίπαλος θα κάνει τα πάντα για να σου αποσπάσει την προσοχή. Εγώ αντιδρώ αυτόματα στις προκλήσεις κι αυτό δεν τους αρέσει”.

Ντράζεν Πέτροβιτς

Ορισμένοι επιστάτες του γηπέδου της Τσιμπόνα, λένε ότι πολλά βράδια ακούνε μια μπάλα μπάσκετ να σκάει στο παρκέ του γηπέδου και να επιχειρεί σουτάκια…

Άλλοι λένε ότι κατά καιρούς εμφανίζεται μία σκιά, ο “υιός του διαβόλου”..??

Ποιος ξέρει άραγε…

Στις 7 Ιουνίου του 1993 στα 29 του χρόνια, έφυγε απο την ζωή, ο Ντράζεν Πέτροβιτς!

Ο Ντράζεν Πέτροβιτς (Dražen Petrović, Σίμπενικ, 22 Οκτωβρίου 1964 – 7 Ιουνίου 1993 Ντένκεντορφ), γνωστός και ως «Μότσαρτ του μπάσκετ», ήταν ένας από τους κορυφαίους Ευρωπαίους καλαθοσφαιριστές όλων των εποχών.

Γεννήθηκε στην Κροατία (τότε Γιουγκοσλαβία) και ήταν ένας από τους πρώτους αθλητές της χώρας του και γενικότερα από την Ευρώπη που κατάφερε να καθιερωθεί στο ΝΒΑ.

Το 1991 επιλέχθηκε ανάμεσα στους 50 καλύτερους μπασκετμπολίστες όλων των εποχών της FIBA (πλην NBA) καταλαμβάνοντας τη 2η θέση.

Γεννημένος στο Σίμπενικ, ο Ντράζεν ήταν ο δεύτερος γιος των Jovan “Jole” και Biserka Petrović.

Ο μεγάλος του αδελφός, Αλεξάντερ, ήταν ο πρώτος της οικογένειας που ασχολήθηκε με την καλαθοσφαίριση και αυτός έδωσε το έναυσμα στον μικρότερο Ντράζεν να ασχοληθεί με το άθλημα.

Ο Ντράζεν σε ηλικία μόλις 12 ετών ήταν μέλος της παιδικής ομάδας της τοπικής KK Šibenka Šibenik.

Εκεί ξεδίπλωσε για πρώτη φορά το ταλέντο του, σκοράροντας αρκετά συχνά 50 και 60 πόντους.

Σε ηλικία 15 ετών ήταν ήδη αναπόσπαστο μέλος της ανδρικής ομάδας της Σιμπένκα.

Με το νεαρό Πέτροβιτς αδιαμφισβήτητο σταρ της ομάδας, η Σίμπενικ κατάφερε να φτάσει στον τελικό του Κυπέλλου Κόρατς δύο φορές (το 1982 και το 1983), χάνοντας όμως και τις δύο φορές από την Λιμόζ.

Το 1983 ο 18χρονος Πέτροβιτς με δύο εύστοχες βολές έδωσε το πρωτάθλημα Γιουγκοσλαβίας στην ομάδα του, που νίκησε έτσι την Μπόσνα Σαράγεβο, αλλά η Ομοσπονδία την επόμενη κιόλας ημέρα αφαίρεσε τον τίτλο από την ομάδα του, επικαλούμενη αντικανονική διαιτησία.

Στην ομάδα σκόραρε 3.177 πόντους σε 74.9 αγώνες με μ.ο. 43.9 πόντους.

Αφού υπηρέτησε για ένα χρόνο στο στρατό, ο Πέτροβιτς ακολούθησε τα βήματα του αδελφού του και πήρε μεταγραφή στην Τσιμπόνα Ζάγκρεμπ το 1984.

Μέσα στον πρώτο χρόνο του στην Τσιμπόνα κατάφερε να κερδίσει το Πρωτάθλημα Γιουγκοσλαβίας και το εθνικό κύπελλο.

Επιπλέον, η νίκη με 87–78 – στην οποία ο Πέτροβιτς πέτυχε 39 πόντους – επί της Ρεάλ Μαδρίτης έφερε σε εκείνον και την Τσιμπόνα το πρώτο τους Ευρωπαϊκό Κύπελλο Πρωταθλητριών.

Τα επιτεύγματα αυτά ήταν αρκετά για να κερδίσει τον τίτλο του καλύτερου αθλητή της Γιουγκοσλαβίας.

Το δεύτερο ήρθε τον επόμενο χρόνο, καθώς πέτυχε 22 πόντους και η Τσιμπόνα νίκησε τη Ζάλγκιρις Κάουνας με 94–82 σε ένα επεισοδιακό τελικό, στην οποία διέπρεπε ο θρυλικός Άρβιντας Σαμπόνις.

Η ίδια χρονιά έφερε στην Τσιμπόνα άλλο ένα εθνικό κύπελλο, με τον Πέτροβιτς να πετυχαίνει 46 πόντους απέναντι στην παλιά αντίπαλο, Μπόσνα Σαράγεβο. Το 1987 ο παίκτης κατέκτησε το τρίτο ευρωπαϊκό του τρόπαιο: το Κύπελλο Κυπελλούχων απέναντι στη Σκαβολίνι Πέζαρο, όπου σημείωσε 28 πόντους.

Με την εθνική ομάδα της Γιουγκοσλαβίας, ο Πέτροβιτς κατέκτησε το χάλκινο μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1984.

Παρά την αποτυχία της Γιουγκοσλαβίας στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1985, ο Πέτροβιτς ήταν πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης.

Στην τρίτη θέση βρέθηκε και στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα το 1986, που έχει χαραχθεί στη μνήμη των θεατών για το “θρίλερ του τελευταίου λεπτού”, στον ημιτελικό με τη νίκη της Σοβιετικής Ένωσης (90–91).

Ήταν όμως ο πολυτιμότερος παίκτης της διοργάνωσης και δεύτερος σκόρερ με μέσο όρο 25,2 πόντους πίσω από το Νίκο Γκάλη που είχε 33,7.

Από το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1987 ο Πέτροβιτς επέστρεψε ξανά με το χάλκινο μετάλλιο, καθώς η Γιουγκοσλαβία ηττήθηκε στον ημιτελικό από τη διοργανώτρια και μετέπειτα πρωταθλήτρια Ευρώπης Ελλάδα.

Η παγκόσμια Πανεπιστημιάδα, που διεξήχθη στο Ζάγκρεμπ το 1987, βρήκαν τη Γιουγκοσλαβική ομάδα, με τον Πέτροβιτς στη σύνθεσή της, να κερδίζει το χρυσό μετάλλιο.

Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1988, ο Πέτροβιτς κατέλαβε με τη Γιουγκοσλαβία τη δεύτερη θέση, αφού έχασε για ακόμη μία φόρα από την ισχυρή Σοβιετική Ένωση.

Ο μέσος όρος πόντων του Πέτροβιτς κατά τη διάρκεια των τεσσάρων χρόνων που αγωνίστηκε με την Τσιμπόνα, ήταν 37,7 πόντοι στην πρώτη κατηγορία του γιουγκοσλαβικού πρωταθλήματος και 33,8 στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις, με προσωπικά ρεκόρ αυτά των 112 και 62 πόντων. Στις 5 Οκτωβρίου 1985 σε αγώνα του πρωταθλήματος με αντίπαλο τη Ολίμπια Λιουμπλιάνα (158–77) σημείωσε 112 πόντους (67 στο πρώτο ημίχρονο) με 10/20 τρίποντα, 30/40 δίποντα και 22 ελεύθερες βολές.

Η επίδοση εξακολουθεί να παραμένει η 3η καλύτερη όλων των εποχών στα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα πρώτης κατηγορίας μετά από αυτές των Ερμάν Κουντέρ και Αριστείδη Μούμογλου και 4η στον κόσμο.

Σε ένα παιχνίδι Ευρωπαϊκού Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1986, πέτυχε 10 τρίποντα απέναντι στη Λιμόζ – τα επτά από τα οποία ήταν συνεχόμενα, στην περίοδο του πρώτου ημιχρόνου – για μία τελική συγκομιδή 45 πόντων και 25 ασίστ.

Ο Πέτροβιτς όμως χρειαζόταν νέες προκλήσεις, τις οποίες η Τσιμπόνα και το Γιουγκοσλαβικό Πρωτάθλημα δεν μπορούσαν να του προσφέρουν.

Κλείνοντας την σταδιοδρομία του στη Γιουγκοσλαβία είχε σημειώσει 5.113 πόντους σε 197 αγώνες πρωταθλήματος (μ.ο. 26,0 πόντοι) με την αγωνιστική περίοδο 1985–86 να είναι η καλύτερη, όπου ο μέσος όρος πόντων του ήταν 41,4, επίδοση που έμεινε ακατάρριπτο ρεκόρ.

Παράλληλα, στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, οι Πόρτλαντ Τρέιλ Μπλέιζερς είχαν επιλέξει τον νεαρό τότε Πέτροβιτς στον τρίτο γύρο του NBA Ντραφτ το 1986.

Ωστόσο, εκείνος αποφάσισε να αναβάλλει την αναχώρηση του για τις Η.Π.Α. και έτσι, το 1988, υπέγραψε στη Ρεάλ Μαδρίτης για το αστρονομικό, για τα δεδομένα της εποχής, ποσό των 4 εκατομμυρίων δολαρίων. Σκόραρε 7.360 πόντους σε 144 αγώνες με μ.ο. 51.1

Η περίοδος 1988–89 βρήκε τον Πέτροβιτς να φοράει τα χρώματα ενός μεγάλου ισπανικού συλλόγου, της Ρεάλ Μαδρίτης.

Παρά το γεγονός ότι έχασαν το πρωτάθλημα στις λεπτομέρειες, καθώς ηττήθηκαν από την Μπαρτσελόνα στο πέμπτο και καθοριστικό παιχνίδι της σειράς των τελικών, ο Πέτροβιτς βοήθησε τη Ρεάλ να φτάσει στην κατάκτηση του εγχώριου κυπέλλου, υπερισχύοντας των Καταλανών στον τελικό της διοργάνωσης.

Ακόμη, ο Πέτροβιτς οδήγησε το σύλλογο σε θρίαμβο στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων στις 14 Μαρτίου 1989 στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας του Πειραιά απέναντι στη Σναϊντέρο Καζέρτα με 117–113 στην παράταση (κανονική διάρκεια 102–102), επαναλαμβάνοντας την προηγούμενη καλύτερη συγκομιδή πόντων του στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις (62 πόντοι).

Είχε 14/15 βολές, 12/14 δίποντα και 8/16 τρίποντα σε 45 λεπτά συμμετοχής.

Αυτή ήταν και η πρώτη και τελευταία του σεζόν στην Liga ACB έχοντας μέσο όρο πόντων 28,5 στο πρωτάθλημα, αλλά ακόμη κρατά ένα από τα ρεκόρ ατομικής απόδοσης στο πρωτάθλημα Ισπανίας σε σειρά τελικών σε πόντους (42) και τρίποντα (8).

Μια εξαιρετική περίοδος σε συλλογικές διοργανώσεις για τον Πέτροβιτς, έφτασε στο αποκορύφωμά της με το κατόρθωμά του με την εθνική ομάδα το 1989: στο Ευρωμπάσκετ του Ζάγκρεμπ, η ανανεωμένη Γιουγκοσλαβική ομάδα έφτασε μέχρι τον τελικό, όπου νίκησε την Ελλάδα.

Ο Πέτροβιτς ήταν ο δεύτερος σκόρερ της διοργάνωσης πίσω πάλι από το Νίκο Γκάλη και αναδείχτηκε ο πιο πολύτιμος παίκτης (MVP).

Παρακινημένος από την πρόκληση και πιεζόμενος από τους Πόρτλαντ Τρέιλ Μπλέιζερς, οι οποίοι τον είχαν επιλέξει στην 60η θέση του ντραφτ το 1986, ο Πέτροβιτς τελικά έμεινε σταθερός στην απόφαση του και προσπάθησε να εδραιωθεί στο NBA.

Έφυγε από την Ισπανία μάλλον απότομα στο τέλος της περιόδου, διέκοψε το συμβόλαιο που είχε με τη Ρεάλ εξαγοράζοντας το υπόλοιπό του και ενσωματώθηκε στους Μπλέιζερς για την περίοδο 1989–1990.

Σκόραρε 3.207 πόντους σε 77 αγώνες με μ.ο. 41,6 πόντους.

Στις πολλές δηλώσεις του πριν από την άφιξή του στο Πόρτλαντ, ο Πέτροβιτς εξέφρασε ανησυχία ότι η έλλειψη αγωνιστικού χρόνου είναι το μοναδικό εμπόδιο προς την επιτυχία του στο NBA. Στην πρώτη του, μάλιστα, περίοδο με την ομάδα, οι ανησυχίες του αυτές επιβεβαιώθηκαν. Με τους βασικούς Κλάιντ Ντρέξλερ και Τέρι Πόρτερ να έχουν καθιερωθεί, ο τότε Μεγαλύτερος Ευρωπαίος Παίκτης της χρονιάς – σύμφωνα με τη La Gazzetta dello Sport – περιορίστηκε στο να παίζει 12 λεπτά ανά παιχνίδι – λεπτά, τα οποία συγκέντρωνε κυρίως στο τέλος κάθε παιχνιδιού, όταν όλα είχαν κριθεί – αφήνοντας του ένα φτωχό μέσο όρο 7,4 πόντων ανά παιχνίδι.

Το ξεκίνημα της περιόδου 1990–91 έφερε την πικρή απογοήτευση του Πέτροβιτς σε αποκορύφωση, καθώς ο αγωνιστικός του χρόνος μειώθηκε σε 7 λεπτά. Προς επιμονή του, μετά από 38 παιχνίδια στη σεζόν (στα 20 από τα οποία ο Πέτροβιτς δεν αγωνίστηκε καθόλου), μια ανταλλαγή με τους Ντένβερ Νάγκετς τον έστειλε στους Νιου Τζέρσεϊ Νετς.

Το καλοκαίρι ανάμεσα στις δύο πιο απογοητευτικές περιόδους της επαγγελματικής του καριέρας ο Πέτροβιτς, έγραφε ξανά ιστορία με την εθνική ομάδα του, καθώς η Γιουγκοσλαβία στέφθηκε παγκόσμια πρωταθλήτρια, επικρατώντας της Σοβιετικής Ένωσης, για να κατακτήσει το χρυσό μετάλλιο στο Μπουένος Άιρες.

Με την εθνική Γιουγκοσλαβίας είχε παίξει σε 175 παιχνίδια και σημείωσε 3.384 πόντους.

Στις 23 Ιανουαρίου 1991, έγινε παίκτης των Νιου Τζέρσεϊ Νετς.

Ο Πέτροβιτς τώρα ήταν μέλος μιας ομάδας η οποία ανέδειξε δύο από τους καλύτερους και πολλά υποσχόμενους νέους στο πρωτάθλημα, τους Κένι Άντερσον και Ντέρεκ Κόλεμαν, αλλά που δεν είχε φτάσει στα πλέι-οφ από το 1986.

Αποφασισμένος να μην αφήσει το περιστατικό με το Πόρτλαντ να επαναληφθεί, ανταποκρίθηκε άμεσα στον αυξημένο αγωνιστικό του χρόνο (20,5 λεπτά ανά παιχνίδι), μετρώντας ένα μέσο όρο 12,6 πόντων ανά παιχνίδι και 43 παιχνίδια με τους Νετς.

Η πρώτη του ολοκληρωμένη περίοδος με την ομάδα του Νιου Τζέρσεϊ ήταν πραγματικά εντυπωσιακή: χωρίς να έχει χάσει ούτε ένα παιχνίδι, ο Πέτρο, όπως τον αποκαλούσαν, είχε ένα μέσο όρο 20,6 πόντων σε 36,9 λεπτά στο παρκέ, ενώ ήταν και ο κορυφαίος όλων των γκαρντ του NBA σε ποσοστό ευστοχίας εντός πεδιάς (51%).

Καθιερώθηκε ως ο ηγέτης της ομάδας και ανακηρύχθηκε πολυτιμότερος παίκτης της.

Ακόμα σημαντικότερο, η επιτυχία του συνοδεύτηκε και με επιτυχία της ομάδας, καθώς οι Νετς σημείωσαν 14 περισσότερες νίκες από την προηγούμενη περίοδο και κατάφεραν να φτάσουν στα πλέι-οφ.

Ο Πέτροβιτς συνέχισε την ανοδική του πορεία, αύξησε το μέσο όρο πόντων του (22,3, 11ος σκόρερ του πρωταθλήματος) την περίοδο 1992–93 και επανέλαβε τα εξαιρετικά ποσοστά ευστοχίας σε σουτ τριών πόντων από την προηγούμενη σεζόν (45%), για να ηγηθεί και πάλι όλων των γκαρντ του πρωταθλήματος σε ποσοστό ευστοχίας στα δίποντα (52%).[19][36] Μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε αγωνιστεί σε 290 παιχνίδια κανονικής περιόδου του NBA και είχε μέσους όρους 15,4 πόντους, 2,3 ριμπάουντ και 2,4 ασίστ σε 26,4 λεπτά συμμετοχής.

Τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης τον τίμησαν, επιλέγοντας τον στην τρίτη καλύτερη ομάδα ολόκληρου του πρωταθλήματος εκείνη την περίοδο.

Ωστόσο, η αποτυχία να λάβει μια πρόσκληση για το NBA All-Star Game του 1993, απογοήτευσε βαθύτατα τον Πέτροβιτς, ήταν, μάλιστα, ο μοναδικός ανάμεσα στους 15 μεγαλύτερους σκόρερ του NBA εκείνη τη σεζόν που δεν κλήθηκε σε αυτό.

«Ήταν ο μόνος παίκτης που με κοιτούσε στα μάτια χωρίς να φοβάται», ανέφερε για τον Πέτροβιτς ο Μάικλ Τζόρνταν.

Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1992 στη Βαρκελώνη συμμετείχε και η, ανεξάρτητη πλέον, Κροατία και ο Πέτροβιτς ήταν ο αρχηγός της κροατικής εθνικής ομάδας καλαθοσφαίρισης στο Ολυμπιακό τουρνουά. Χάνοντας μόνο από την Αμερικανική Ντριμ Τιμ, του Μάικλ Τζόρνταν και των άλλων αστέρων, σε παιχνίδια νοκ-άουτ, η δυνατή και εμπνευσμένη κροατική ομάδα κατάφερε να φτάσει στον τελικό – με τις καθοριστικές ελεύθερες βολές που εκτέλεσε ο ίδιος ο Πέτροβιτς στον ημιτελικό με τη, διαλυμένη πια, Σοβιετική Ένωση (αγωνίστηκε με την επωνυμία Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών αποτέλεσμα, αποτέλεσμα 75–74) σημείωσε 35 πόντους.

Στο τέλος, η θρυλική σήμερα ομάδα των Η.Π.Α., αποτελούμενη από αστέρες του NBA, αποδείχθηκε πολύ σκληρή για την Κροατία, αναγκάζοντας τον Πέτροβιτς και τους συμπαίκτες του να γυρίσουν στην πατρίδα τους με το ασημένιο μετάλλιο μετά την ήττα με 117–85.

Ο Πέτροβιτς σημείωσε 27 πόντους με το αρχικό του οίστρο να δίνει μικρό προβάδισμα στην ομάδα του με 25–23 στο δεκάλεπτο.

Το καλοκαίρι του 1993, μετά από την καλύτερη σεζόν του στο NBA και τον αποκλεισμό των Νετς από τον πρώτο γύρο από τους Κλίβελαντ Καβαλίερς, ο Πέτροβιτς ταξίδεψε στην Πολωνία, όπου η κροατική εθνική ομάδα έπαιζε αγώνα για τα προκριματικά του Ευρωμπάσκετ του 1993, το οποίο έγινε στη Γερμανία.

Με αντίπαλο την Σλοβενία σημείωσε 30 πόντους, σε συνάντηση που έληξε με νίκη των γειτόνων του με 94–90 (6 Ιουνίου).

Σκεπτόταν σοβαρά την αποχώρηση του από τους Νετς, απογοητευμένος από την τεταμένη κατάσταση ανάμεσα σε εκείνον και τους, όπως πίστευε, ζηλόφθονες συμπαίκτες του, καθώς επίσης και το γεγονός ότι ο σύλλογος δεν του είχε κάνει ακόμη πρόταση για ανανέωση του συμβολαίου του.

Είπε, ακόμη, σε Αμερικανούς δημοσιογράφους ότι η έλλειψη αναγνώρισης στο πρωτάθλημα τον είχε κάνει να σκέφτεται να αφήσει τελείως το NBA και να παίξει μπάσκετ στην Ελλάδα.

Μάλιστα, αργότερα φημολογήθηκε ότι ο Πέτροβιτς είχε συμφωνήσει σε όλα με τον Παναθηναϊκό, σύμφωνα με την ιστορία του ιδιοκτήτη του, Παύλου Γιαννακόπουλου, ο οποίος κατ’ ισχυρισμόν είχε προσφέρει υπογεγραμμένο συμβόλαιο με κενούς τους όρους ποσού αμοιβής – όλα αυτά έγιναν μέρος του θρύλου του Ντράζεν Πέτροβιτς.

Μετά το παιχνίδι, για προσωπικούς λόγους, ο παίκτης αποφάσισε να μην επιστρέψει στην Κροατία μαζί με τους συμπαίκτες του.

Ο Πέτροβιτς σκοτώθηκε ως επιβάτης σε αυτοκίνητο που ενεπλάκη σε δυστύχημα στη βρεγμένη άσφαλτο του Autobahn 9 στο Ντένκεντορφ (κοντά στην πόλη Ίνγκολστατ, στο γερμανικό κρατίδιο της Βαυαρίας), στις 17:20 περίπου στις 7 Ιουνίου του 1993.

Σύμφωνα με την αναφορά της αστυνομίας, ένα διερχόμενο φορτηγό προσέκρουσε και εισχώρησε στην οδική διαχωριστική νησίδα με τον οδηγό να χάνει τον έλεγχο του οχήματος. Τελικά και να μπλόκαρε και τις 3 λωρίδες κυκλοφορίας με κατεύθυνση το Μόναχο.

Δευτερόλεπτα αργότερα, το ιδιωτικό αυτοκίνητο που μετέφερε τον κοιμισμένο Πέτροβιτς στη θέση του συνοδηγού, προσέκρουσε στο φορτηγό, σκοτώνοντας μόνον αυτόν και αφήνοντας την οδηγό – Κλάρα Ζάλαντζι, μοντέλο από τη Γερμανία – και μια Τουρκάλα μπασκετμπολίστρια, η οποία καθόταν στα πίσω καθίσματα, με σοβαρούς μόνο τραυματισμούς.

Αργότερα διαπιστώθηκε ότι η ορατότητα του δρόμου ήταν πολύ κακή και ότι ο Πέτροβιτς δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας.

Ο τάφος του Ντράζεν Πέτροβιτς στο Mirogoj έγινε αμέσως “ιερό” για τους συμπατριώτες του.

Το στάδιο της Τσιμπόνα Ζάγκρεμπ μετονομάστηκε σε Drazen Petrovic Basketball Hall στις 4 Οκτωβρίου 1993 και η πόλη του Ζάγκρεμπ του αφιέρωσε μια πλατεία, δίνοντας της το όνομά του.

Οι Νετς απέσυραν τη φανέλα με το νούμερο 3, την οποία ο παίκτης φορούσε, στις 11 Νοεμβρίου 1993.

Από το 1994, το βραβείο του Πολυτιμότερου Παίκτη (MVP) στο NBA έφερε το όνομα του.

Στις 29 Απριλίου 1995, ανεγέρθη άγαλμα σε ανάμνηση της σπουδαιότητας αυτού του μεγάλου αθλητή μπροστά από το Ολυμπιακό Μουσείο της Λωζάνης, στην Ελβετία, καθιστώντας τον, έτσι, μόλις τον δεύτερο αθλητή που λαμβάνει τέτοια τιμή.

Ο Πέτροβιτς έγινε μέλος του Naismith Memorial Basketball Hall of Fame το 2002 και του FIBA Hall of Fame το 2007.

Στις 9 Ιουλίου του 2001, έχοντας κερδίσει στο τουρνουά τένις του Γουίμπλεντον, ο Κροάτης τενίστας Γκόραν Ιβανίσεβιτς αφιέρωσε την νίκη του στον αδικοχαμένο φίλο και συμπατριώτη του, Ντράζεν Πέτροβιτς, και φόρεσε την εμφάνισή του με τους Νετς, ανάμεσα σε ένα πλήθος 100.000 ατόμων που πανηγύριζε το θρίαμβο του στο Σπλιτ.

Το 2006, η 13η επέτειος από το θάνατο του Πέτροβιτς στιγματίστηκε από τα εγκαίνια του Μουσείου Drazen Petrovic στο Ζάγκρεμπ, ενός πραγματικού “ναού” αφιερωμένου στην προσωπικότητα και τα επιτεύγματά του, με δέκα χώρους εκθεμάτων πολυτροπικού περιεχομένου, τα οποία αποτυπώνουν ολόκληρη την καριέρα του σπουδαίου αθλητή.

Το μουσείο έχει γίνει στη μνήμη του Ντράζεν Πέτροβιτς, και αποτελεί μια συλλογική προσπάθεια με ηγέτη το Ίδρυμα Drazen Petrovic σε συνεργασία με την κυβέρνηση της Κροατίας, την Πόλη του Ζάγκρεμπ και το Κροατικό Μουσείο Αθλητισμού.

Το μουσείο ξεκίνησε ως ιδέα των γονιών του Drazen Petrovic, Biserka and Jole Petrovic, που ενισχύθηκε από τη συνεισφορά γνωστών Κροατών αρχιτεκτόνων (Andrija Rusan και Niksa Bilic).

Όλα τα αντικείμενα που εκτίθενται στο μουσείο έχουν συλλεχθεί και κατηγοριοποιηθεί από το Κροατικό Μουσείο Αθλητισμού.

Την οργάνωση και λειτουργία του μουσείου έχει εξ ολοκλήρου το Ίδρυμα Dražen Petrović, στο οποίο ηγείται η οικογένεια του Ντράζεν.

Για την ίδρυση και λειτουργία του μουσείου αυτού, έχουν πραγματοποιηθεί πολλές γενναιόδωρες συνεισφορές από αντιπροσώπους της Κροατικής κυβέρνησης, της πόλης του Ζάγκρεμπ, γνωστούς συναθλητές του, αλλά και από πολλές επιχειρήσεις και ανώνυμους πολίτες. Συνολικά στην καριέρα του σκόραre 24.116 πόντους σε 632 αγώνες με μ.ο.38.1 πόντους.

Τα επίσημα εγκαίνια του μουσείου πραγματοποιήθηκαν στις 7 Ιουνίου 2006, ενώ επίσημα η λειτουργία του μουσείου ξεκίνησε στα τέλη Δεκεμβρίου του 2006.

Η πλατεία μπροστά στην οποία λειτουργεί το μουσείο Dražen Petrović έχει μετονομαστεί σε Πλατεία Ντράζεν Πέτροβιτς προς τιμήν του μεγάλου Κροάτη μπασκεμπολίστα.

Στις 22/12/2006 έγιναν τα αποκαλυπτήρια του αγάλματος του Ντράζεν, μπροστά από το ομώνυμο μουσείο.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ