Ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα της Τουρκίας ήταν ο Φερχάτ και η Σιρίν.
Η ποντιακή και γεμάτη Ελληνισμό Αμάσεια, γενέτειρα του γεωγράφου Στράβωνα, ήταν και ο τόπος ενός παραμυθένιου έρωτα, ενός θρύλου.
Η πριγκίπισσα της πόλης Ερζέν του Αζερμπαϊτζάν, Μεχμενέ Μπανού (Mehmene Bânu), έφτιαξε μια έπαυλη για τη μικρή της αδερφή, τη Σιρίν και ανέθεσε τη διακόσμησή της στον πιο επιδέξιο τεχνίτη στη διακόσμηση εκείνης της περιοχής, τον Φερχάτ. Ενώ εργαζόταν ο Φερχάτ, είδε τη Σιρίν, την ερωτεύτηκε και θέλησε να την παντρευτεί. Ωστόσο, όμως, και η Μεχμενέ Μπανού αγάπησε τον Φερχάτ και γι' αυτό το λόγο δεν ήθελε να παντρευτεί με τη Σιρίν και εναντιώθηκε σε αυτό το γάμο. Ο Φερχάτ, κατά τη διάρκεια μιας περιήγησής του στην Αμάσεια, γνωρίστηκε με τον πρίγκιπα της πόλης, τον Χιουρμιούζ Σαχ (Hürmüz Şah), ο οποίος, όταν έμαθε όσα είχαν συμβεί στον Φερχάτ, τον πήρε κοντά του.
Οι δύο άντρες πήγαν μαζί στην πόλη Ερζέν, όπου ο Χιουρμιούζ Σαχ ζήτησε από τη Μεχμενέ Μπανού το χέρι της Σιρίν για τον Φερχάτ.
Η εναντίωση της Μεχμενέ Μπανού σε αυτό το γάμο έγινε η αιτία να ξεσπάσει πόλεμος μεταξύ των δύο πριγκιπάτων. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, ωστόσο, τη Σιρίν ερωτεύτηκε και ο γιος του Χιουρμιούζ Σαχ.
Στο τέλος του πολέμου, η ηττημένη Μεχμενέ Μπανού εγκατέλειψε τα πάντα και το έσκασε και έτσι η Σιρίν οδηγήθηκε στην Αμάσεια.
Όταν, όμως, ο Χιουρμιούζ Σαχ έμαθε ότι και ο γιος του είναι ερωτευμένος με τη Σιρίν ήρθε σε πολύ δύσκολη θέση.
Τελικά, αποφάσισε να αναθέσει στον Φερχάτ μια εξαιρετικά δύσκολη στην ολοκλήρωσή της εργασία και του υποσχέθηκε ότι μόνο εφόσον την φέρει εις πέρας θα μπορούσε να σμίξει με τη Σιρίν.
Ο Φερχάτ θα έπρεπε να "τρυπήσει" ένα βουνό που βρισκόταν κοντά στην Αμάσεια και από εκεί να διοχετεύσει νερό στην πόλη.
Μόνο εάν έφερνε εις πέρας αυτή την εργασία θα μπορούσε να παντρευτεί με τη Σιρίν.
Ο Φερχάτ ρίχτηκε με πολύ μεγάλο ενθουσιασμό στη δουλειά και μετά από ένα διάστημα κόντευε να την ολοκληρώσει.
Ο Χιουρμιούζ Σαχ, ο οποίος συνειδητοποίησε ότι ο Φερχάτ θα κατάφερνε να την ολοκληρώσει αυτή την εργασία, έστειλε μια ηλικιωμένη γυναίκα στο βουνό όπου εργαζόταν ο Φερχάτ για να του πει ότι η Σιρίν είχε πεθάνει.
Ο Φερχάτ, που πίστεψε αυτή την ψεύτικη είδηση, δεν μπόρεσε να αντέξει τον πόνο του θανάτου της Σιρίν, πέταξε στον αέρα το ρόπαλο με το οποίο "τρυπούσε" τα βουνά, με σκοπό να αυτοκτονήσει και πέθανε τελικά, όταν το ρόπαλο έπεσε πάλι στο έδαφος και τον καταπλάκωσε.
Με τη σειρά της και η Σιρίν, μαθαίνοντας για το θάνατο του Φερχάτ, αυτοκτόνησε και αυτή με ένα σπαθί.
Οι δύο ερωτευμένοι θάφτηκαν ο ένας δίπλα στον άλλο. Σύμφωνα με το μύθο, κάθε άνοιξη πάνω στον τάφο του Φερχάτ φυτρώνει ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, πάνω στον τάφο της Σιρίν ένα λευκό τριαντάφυλλο, ενώ ανάμεσά τους υπάρχει ένα αγκάθι.
Η ιστορία της αγάπης που είχε ο Φερχάτ για τη Σιρίν είναι μια θρυλική ιστορία για τους κόπους που κατέβαλε ο λαός σαν σύνολο προκειμένου να εξασφαλίσει το νερό.
Aπο Εκμάθηση της Τουρκικής γλώσσας



