Παναγιώταρος Βενετσανάκης (Καστάνια 1742-1780).
Ο απροσκύνητος Κλέφτης του Ταύγετου.
Αδιαμφισβήτητη, απ’ όλους ανεξαιρέτως τους ιστορικούς «πρώτη μεγάλη πατριωτική φυσιογνωμία της Μπαρδούνιας» του 18ου αιώνα ήταν ο καπετάνιος της Καστάνιας «περιβόητος Κλέφτης του Μοριά», Παναγιώταρος Βενετσανάκης.
Οι Βενετσανάκηδες ήταν η πρώτη οικογένεια της περιοχής, όσο ζούσε ο Παναγιώταρος
Περιώνυμος Κλέφτης της Πελοποννήσου, φίλος και συμμαχητής του Κωνσταντή Κολοκοτρώνη, πατέρα του Θεόδωρου.
Ο Παναγιώταρος ήταν γίγαντας, νέος, μαύρα μαλλιά, άσπρος, 37-38 χρόνων,
ανδρείος, ατίθασος και σωματώδης, βοήθησε από τα νεανικά του χρόνια τους ανυπότακτους και ανυποχώρητους Μανιάτες συμπατριώτες του στους σκληρούς τους αγώνες εναντίον των Τούρκων.
Στις αρχές του καλοκαιριού του 1780, ο Οθωμανός ναύαρχος Γαζή Χασάν επανήλθε στην Πελοπόννησο, θέλοντας να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με τους Κλέφτες, αλλά και με τους Μανιάτες. Προσορμίστηκε στο Γύθειο με το στόλο του και ανάγκασε τους Μανιάτες να καταβάλλουν τριπλάσιο φόρο από τον συμφωνημένο (14.000 γρόσια, έναντι 5.000) και να υποβάλουν στην Υψηλή Πύλη προς έγκριση την εκλογή του ηγεμόνα τους.
Όσοι τον προσκύνησαν αμνηστεύθηκαν, ενώ ο Παναγιώταρος και ο φίλος του Κωνσταντής Κολοκοτρώνης αρνήθηκαν και κατέφυγαν στην Καστάνια ή Καστάνιτσα, μία οχυρωμένη τοποθεσία στις νοτιονατολικές πλαγιές του Ταϋγέτου, στην οποία «μάιδε Τούρκος πάτησε, μάιδε Βενετσάνος», σύμφωνα με ένα δημοτικό τραγούδι.
Ο Αλή Μπέης πολιόρκησε τον πύργο όπου ήταν κλεισμένοι οι δύο κλέφτες με 150 παλληκάρια τους. Επί 12 μερόνυχτα προσπαθούσαν να τον εκπορθήσουν, αλλά δεν το κατόρθωναν.
Οι ενισχύσεις όμως πού περίμεναν δεν ήρθαν γιατί είχαν κλείσει τους δρόμους οι Τούρκοι. Επρόκειτο για μια μάχη μεταξύ 14.000 ανδρών εκ μέρους των Τούρκων και 150 εκ μέρους των δύο κλεφτών. Μετά από 12 μέρες αγώνα, και λόγω έλλειψης τροφής, οι δύο κλέφτες αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν έξοδο. Το βράδυ της 19ης Ιουλίου 1780, όταν ο εξωτερικός περίβολος είχε γκρεμιστεί από τους βομβαρδισμούς, οι πολιορκούμενοι αποφάσισαν να κάνουν έξοδο.
Ο Παναγιώταρος σκοτώθηκε όπως και ο Κωνσταντής Κολοκοτρώνης με τα δύο του αδέλφια, Αποστόλη και Γεώργη.
Ο υπέργηρος πατέρας του Παναγιώταρου δεν μπορούσε να ακολουθήσει τα γυναικόπαιδα στην έξοδο. Ζήτησε να βάλουν φωτιά στους γύρω πύργους και έμεινε πίσω στον δικό του μαζί με έναν πιστό δούλο για να πολεμήσει. Είχε οικτρό τέλος, ακρωτηριάσθηκε και κρεμάστηκε από το κατάρτι ενός τουρκικού πλοίου στο Γύθειο. Τα δύο παιδιά του Παναγιώταρου μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου εξισλαμίστηκαν και στη συνέχεια έγιναν αξιωματικοί του τουρκικού στρατού.
Οι περισσότεροι υπερασπιστές έπεσαν μαχόμενοι με τα σπαθιά στο χέρι, γράφοντας μια από τις πιο συγκλονιστικές σελίδες αντίστασης της προεπαναστατικής περιόδου.
Μεταξύ εκείνων πού σώθηκαν ήταν και η γυναίκα του Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνη, που ντυμένη αντρικά και παλεύοντας με ακατάβλητο θάρρος κατάφερε να σωθεί και να σώσει από τα έξι παιδιά της, μια κόρη της και το μικρότερο γιο της. Αυτός ο μικρός γιος πού σώθηκε από τη σφαγή στη Καστάνια ήταν ο μετέπειτα Αρχιστράτηγος των Ελλήνων, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο μεγάλος «γέρος του Μοριά».
(Πηγή: Μπαρδουνοχώρια)




