ΑρχικήΔιαφοραH επανάσταση στην Μολδοβλαχία και στην Πελοπόννησο

H επανάσταση στην Μολδοβλαχία και στην Πελοπόννησο

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης έλαβε την απόφαση να ξεκινήσει την επανάσταση από τις παραδουνάβιες ηγεμονίες της Μολδαβίας και της Βλαχίας, οι οποίες αποτελούσαν μεν επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας πλην όμως διέπονταν από ένα ιδιότυπο καθεστώς που μεταξύ άλλων απαγόρευε την παραμονή του οθωμανικού στρατού σε αυτές.

Ένα βασικό πλεονέκτημα που παρουσίαζαν οι ηγεμονίες αυτές είναι ότι διοικούνταν από μέλη της φαναριώτικης αριστοκρατίας, και ότι στην περιοχή κατοικούσε μεγάλος πληθυσμός Ελλήνων, αν και αποτελούσε μειοψηφία.

Ήδη από τα τέλη του 1820, ο Υψηλάντης είχε έρθει σε επαφή με τον ηγεμόνα της Μολδαβίας, Μιχαήλ Σούτσο.

Εξαιτίας απρόσμενων εξελίξεων στη διεθνή σκηνή, τα σχέδια για την έναρξη της επανάστασης αναβλήθηκαν αρκετές φορές μέχρι τον Φεβρουάριο του 1821.
Η επανάσταση ξεκίνησε την 21η Φεβρουαρίου του 1821.

Εκείνη τη μέρα μια μικρή ομάδα με επικεφαλής τον Βασίλειο Καραβία, έχοντας Έλληνες Κεφαλλονίτες Επτανήσιους ναύτες και έμμισθους Αλβανούς, επιτέθηκαν στην Οθωμανική φρουρά στο Γαλάτσι και τους λίγους μουσουλμάνους του χωριού.

Την επόμενη μέρα, ο Υψηλάντης με μια μικρή δύναμη αντρών, πέρασαν τον διαβατηριακό έλεγχο στον Προύθο ποταμό, δηλαδή τα σύνορα δηλαδή Ρωσικής και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και κατέφθασε στο κοντινό Ιάσιο, όπου τον περίμενε ο ηγεμόνας Σούτσος.

Δυο ημέρες αργότερα, ο Υψηλάντης εξέδωσε την προκήρυξη Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος στην οποία καλούσε για επανάσταση τους Έλληνες της Μολδοβλαχίας αφήνοντας να νοηθεί ότι θα είχαν τη στήριξη της Ρωσίας.

O ιστορικός Γιώργος Μαργαρίτης σημειώνει κριτικά ότι το κάλεσμα για επανάσταση δεν αφορούσε όλο τον λαό της περιοχής, αλλά μόνο τους λίγους Έλληνες, γεγονός που αποδυνάμωνε τη λαϊκή αποδοχή του.

Επιπλέον, θεωρεί πως ο Υψηλάντης εκτέθηκε με το να εννοήσει ότι η επανάσταση υποστηριζόταν από τη Ρωσία χωρίς να έχει εξασφαλίσει την έγκριση του Τσάρου.

Ο Υψηλάντης μαζί με τον Σούτσο, ζήτησαν από τα μέλη της Οθωμανικής φρουράς να καταθέσουν τα όπλα, όπως και έπραξαν, και ακολούθως θανατώθηκαν μαζί με τους λιγοστούς Οθωμανούς στο Ιάσιο – όπως είχε γίνει στο Γαλάτσι.

O Υψηλάντης, εξαιτίας της έλλειψης πόρων, κατέφυγε στις ληστρικές επιδρομές και εκβιασμούς μεγαλοπαραγόντων της Μολδαβίας, χάνοντας πολύ γρήγορα την υποστήριξη της τοπικής κοινωνίας.

Μέσα σε μια εβδομάδα κατάφερε να συγκεντρώσει ένα σώμα 7 χιλιάδων στρατιωτών, κυρίως μισθοφόρων από διάφορους λαούς της Βαλκανικής, εκ των οποίων οι 2,5 χιλιάδες ήταν Έλληνες.

800 ήταν ιππείς, ενώ αξιοσημείωτη ήταν μια ομάδα νεαρών Ελλήνων της διασποράς, οι οποίοι ονομάστηκαν Ιερός Λόχος.

Έξι μέρες μετά την παραμονή του στο Ιάσιο, ο Υψηλάντης ξεκίνησε με τη στρατιά του προς το Βουκουρέστι, όπου κατεύθασε στις 28 Μαρτίου στα περίχωρα του. Κατά την πορεία, ενώθηκε με τα τμήματα του Γεωργάκη Ολύμπιου.

Εν τω μεταξύ, ο ρουμάνος επαναστάτης Τούντορ Βλαντιμιρέσκου, βλέποντας το κενό εξουσίας στην περιοχή, κήρυξε επανάσταση, καλώντας όλους τους λαούς της περιοχής εναντίον των Οθωμανών και των Φαναριωτών μαζί, με τον οποίο ο Υψηλάντης συμμάχησε μετά από αρκετές διαβουλεύσεις.

Διαδοχικά όμως πλήγματα ήρθαν να ανατρέψουν το κλίμα ενθουσιασμού: ο αφορισμός του Υψηλάντη και της επανάστασης από τον Οικουμενικό Πατριάρχη, και η εχθρική στάση που αποφάσισε να πάρει ο Τσάρος, αποφασίζοντας να βοηθήσει τους Οθωμανούς να καταστείλουν την εξέγερση.

Αυτό οδήγησε στον στρατό του Υψηλάντη να φυλλοροεί, ενώ οι Οθωμανοί ετοιμάζονταν για εκστρατεία για να επιβάλουν ξανά την κυριαρχία τους.

Επίσης, στον ευρωπαϊκό χώρο, το κλίμα ήταν αρνητικό καθώς οι μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης και της Ρωσίας, είχαν συμφωνήσει να καταστείλουν τα διάφορα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στο όνομα της ειρήνης.

Στη Μολδαβία, με την αλλαγή στάσης του τοπικού πληθυσμού εναντίον της επανάστασης, οι Οθωμανοί ανακατάλαβαν σταδιακά την επαρχία. Αξιοσημείωτη και ηρωική μάχη έδωσαν οι Φιλικοί στο Σκουλένι, στις 17 Ιουνίου, υπό της Αθανάσιο Καρπενησιώτη, στις όχθες του Προύθου – όσοι Έλληνες διασώθηκαν διάβηκαν τον ποταμό και πέρασαν στη Ρωσία.

Ομοίως και στη Βλαχία καταστάλθηκε η επανάσταση. Ο Βλαδημιρέσκου εκτελέστηκε από τους Φιλικούς, λόγω υποψιών προδοσίας του Υψηλάντη στον Σουλτάνο.

Η τελική, ηρωική μάχη δόθηκε στο Δραγατσάνι, κυρίως από τους άντρες του Ιερού Λόχου στις 7 Ιουνίου.

Ο Υψηλάντης τελικά εγκατέλειψε τον στρατό του και διέφυγε στην Αυστροουγγαρία, όπου και συνελήφθη.

O Σουλτάνος ως αντίποινα της θανάτωσης των μουσουλμάνων στο Γαλάτσι σκεφτόταν να σκοτώσει όλους τους Έλληνες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά ο ανώτατος ιμάμης τον συμβούλεψε πως κάτι τέτοιο είναι εναντίον της Σαρίας και εισακούστηκε η συμβουλή του. Δεν γλύτωσαν όμως την εκτέλεση επιφανείς φαναριώτες, ούτε και ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ ενώ εκατοντάδες Έλληνες λιντσαρίστηκαν στην Κωνσταντινούπολη.

Οι αγριότητες του Σουλτάνου προκάλεσαν ένα κύμα Ελλήνων προσφύγων (40 χιλιάδες) που βρήκαν καταφύγιο στη Ρωσία, και προκάλεσαν ένταση στις σχέσεις Ρωσίας – Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης έλαβε την απόφαση να ξεκινήσει την επανάσταση από τις παραδουνάβιες ηγεμονίες της Μολδαβίας και της Βλαχίας, οι οποίες αποτελούσαν μεν επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας πλην όμως διέπονταν από ένα ιδιότυπο καθεστώς που μεταξύ άλλων απαγόρευε την παραμονή του οθωμανικού στρατού σε αυτές. Ένα βασικό πλεονέκτημα που παρουσίαζαν οι ηγεμονίες αυτές είναι ότι διοικούνταν από μέλη της φαναριώτικης αριστοκρατίας, και ότι στην περιοχή κατοικούσε μεγάλος πληθυσμός Ελλήνων, αν και αποτελούσε μειοψηφία. Ήδη από τα τέλη του 1820, ο Υψηλάντης είχε έρθει σε επαφή με τον ηγεμόνα της Μολδαβίας, Μιχαήλ Σούτσο.

Εξαιτίας απρόσμενων εξελίξεων στη διεθνή σκηνή, τα σχέδια για την έναρξη της επανάστασης αναβλήθηκαν αρκετές φορές μέχρι τον Φεβρουάριο του 1821.
Η επανάσταση ξεκίνησε την 21η Φεβρουαρίου του 1821. Εκείνη τη μέρα μια μικρή ομάδα με επικεφαλής τον Βασίλειο Καραβία, έχοντας Έλληνες Κεφαλλονίτες Επτανήσιους ναύτες και έμμισθους Αλβανούς, επιτέθηκαν στην Οθωμανική φρουρά στο Γαλάτσι και τους λίγους μουσουλμάνους του χωριού.

Την επόμενη μέρα, ο Υψηλάντης με μια μικρή δύναμη αντρών, πέρασαν τον διαβατηριακό έλεγχο στον Προύθο ποταμό, δηλαδή τα σύνορα δηλαδή Ρωσικής και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και κατέφθασε στο κοντινό Ιάσιο, όπου τον περίμενε ο ηγεμόνας Σούτσος.

Δυο ημέρες αργότερα, ο Υψηλάντης εξέδωσε την προκήρυξη Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος στην οποία καλούσε για επανάσταση τους Έλληνες της Μολδοβλαχίας αφήνοντας να νοηθεί ότι θα είχαν τη στήριξη της Ρωσίας.

O ιστορικός Γιώργος Μαργαρίτης σημειώνει κριτικά ότι το κάλεσμα για επανάσταση δεν αφορούσε όλο τον λαό της περιοχής, αλλά μόνο τους λίγους Έλληνες, γεγονός που αποδυνάμωνε τη λαϊκή αποδοχή του. Επιπλέον, θεωρεί πως ο Υψηλάντης εκτέθηκε με το να εννοήσει ότι η επανάσταση υποστηριζόταν από τη Ρωσία χωρίς να έχει εξασφαλίσει την έγκριση του Τσάρου.

Ο Υψηλάντης μαζί με τον Σούτσο, ζήτησαν από τα μέλη της Οθωμανικής φρουράς να καταθέσουν τα όπλα, όπως και έπραξαν, και ακολούθως θανατώθηκαν μαζί με τους λιγοστούς Οθωμανούς στο Ιάσιο – όπως είχε γίνει στο Γαλάτσι.

O Υψηλάντης, εξαιτίας της έλλειψης πόρων, κατέφυγε στις ληστρικές επιδρομές και εκβιασμούς μεγαλοπαραγόντων της Μολδαβίας, χάνοντας πολύ γρήγορα την υποστήριξη της τοπικής κοινωνίας.

Μέσα σε μια εβδομάδα κατάφερε να συγκεντρώσει ένα σώμα 7 χιλιάδων στρατιωτών, κυρίως μισθοφόρων από διάφορους λαούς της Βαλκανικής, εκ των οποίων οι 2,5 χιλιάδες ήταν Έλληνες.

800 ήταν ιππείς, ενώ αξιοσημείωτη ήταν μια ομάδα νεαρών Ελλήνων της διασποράς, οι οποίοι ονομάστηκαν Ιερός Λόχος.

Έξι μέρες μετά την παραμονή του στο Ιάσιο, ο Υψηλάντης ξεκίνησε με τη στρατιά του προς το Βουκουρέστι, όπου κατεύθασε στις 28 Μαρτίου στα περίχωρα του. Κατά την πορεία, ενώθηκε με τα τμήματα του Γεωργάκη Ολύμπιου.

Εν τω μεταξύ, ο ρουμάνος επαναστάτης Τούντορ Βλαντιμιρέσκου, βλέποντας το κενό εξουσίας στην περιοχή, κήρυξε επανάσταση, καλώντας όλους τους λαούς της περιοχής εναντίον των Οθωμανών και των Φαναριωτών μαζί, με τον οποίο ο Υψηλάντης συμμάχησε μετά από αρκετές διαβουλεύσεις.

Διαδοχικά όμως πλήγματα ήρθαν να ανατρέψουν το κλίμα ενθουσιασμού: ο αφορισμός του Υψηλάντη και της επανάστασης από τον Οικουμενικό Πατριάρχη, και η εχθρική στάση που αποφάσισε να πάρει ο Τσάρος, αποφασίζοντας να βοηθήσει τους Οθωμανούς να καταστείλουν την εξέγερση.

Αυτό οδήγησε στον στρατό του Υψηλάντη να φυλλοροεί, ενώ οι Οθωμανοί ετοιμάζονταν για εκστρατεία για να επιβάλουν ξανά την κυριαρχία τους.

Επίσης, στον ευρωπαϊκό χώρο, το κλίμα ήταν αρνητικό καθώς οι μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης και της Ρωσίας, είχαν συμφωνήσει να καταστείλουν τα διάφορα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στο όνομα της ειρήνης. Στη Μολδαβία, με την αλλαγή στάσης του τοπικού πληθυσμού εναντίον της επανάστασης, οι Οθωμανοί ανακατάλαβαν σταδιακά την επαρχία. Αξιοσημείωτη και ηρωική μάχη έδωσαν οι Φιλικοί στο Σκουλένι, στις 17 Ιουνίου, υπό της Αθανάσιο Καρπενησιώτη, στις όχθες του Προύθου – όσοι Έλληνες διασώθηκαν διάβηκαν τον ποταμό και πέρασαν στη Ρωσία.

Ομοίως και στη Βλαχία καταστάλθηκε η επανάσταση. Ο Βλαδημιρέσκου εκτελέστηκε από τους Φιλικούς, λόγω υποψιών προδοσίας του Υψηλάντη στον Σουλτάνο.

Η τελική, ηρωική μάχη δόθηκε στο Δραγατσάνι, κυρίως από τους άντρες του Ιερού Λόχου στις 7 Ιουνίου.

Ο Υψηλάντης τελικά εγκατέλειψε τον στρατό του και διέφυγε στην Αυστροουγγαρία, όπου και συνελήφθη. O Σουλτάνος ως αντίποινα της θανάτωσης των μουσουλμάνων στο Γαλάτσι σκεφτόταν να σκοτώσει όλους τους Έλληνες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά ο ανώτατος ιμάμης τον συμβούλεψε πως κάτι τέτοιο είναι εναντίον της Σαρίας και εισακούστηκε η συμβουλή του. Δεν γλύτωσαν όμως την εκτέλεση επιφανείς φαναριώτες, ούτε και ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ ενώ εκατοντάδες Έλληνες λιντσαρίστηκαν στην Κωνσταντινούπολη.

Οι αγριότητες του Σουλτάνου προκάλεσαν ένα κύμα Ελλήνων προσφύγων (40 χιλιάδες) που βρήκαν καταφύγιο στη Ρωσία, και προκάλεσαν ένταση στις σχέσεις Ρωσίας – Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Πελοπόννησο

Η επανάσταση ξέσπασε στην Πελοπόννησο τον Μάρτιο του 1821. Είχε προηγηθεί η σύσκεψη των προεστών και άλλων σημαντικών Ελλήνων στη Βοτσίτσα, στην οποία όμως δεν είχαν ληφθεί οριστικές αποφάσεις για την έναρξη της επανάστασης. Οι υποψίες όμως των Οθωμανικών αρχών επιτάχυναν τις εξελίξεις.

Της επανάστασης προηγήθηκαν σποραδικά αιματηρά επεισόδια.

Η ημερομηνία της 25ης Μαρτίου επιλέχθηκε αργότερα ως συμβολική μέρα για έναρξη της επανάστασης.

Το πρώτο επεισόδιο σημειώθηκε στις 16 Μαρτίου στην περιοχή των Καλαβρύτων με θύματα Οθωμανούς φοροεισπράκτορες, ενώ ακολούθησαν μεμονωμένες επιθέσεις σε μουσουλμάνους της περιοχής.

Ο βοεβόδας της περιοχής (οθωμανός τοποτηρητής) μετά απο μια αποτυχημένη προσπάθεια να εγκαταλείψει την πόλη, ειδοποίησε τους λίγους Οθωμανούς να μεταφερθούν και να κλειστούν σε τρεις πύργους.

Η είδηση των επιθέσεων στα Καλάβρυτα οδήγησε στις 20 Μαρτίου τους Οθωμανούς της Πάτρας να κλειστούν στο κάστρο.

Οι Έλληνες ξεκίνησαν τις λεηλασίες στις οικίες των Οθωμανών και την επόμενη ημέρα οι Οθωμανοί εξήλθαν του κάστρου με εκδικητική διάθεση, προκαλόντας συγκρούσεις και θέτοντας πυρκαγιά στην πόλη.

Στις 22/23 Μαρτίου εισήλθαν στην πόλη της Πάτρας στρατιωτικά σώματα, τα οποία ανάγκασαν τους Οθωμανούς να ξανακλειστούν στο κάστρο.

Στις 24 Μαρτίου ήλθε στην πόλη ο Μπενιζέλος Ρούφος με τους Σαγιά και Νενένκο και την ίδια μέρα (κατ’ άλλους την επομένη 25 Μαρτίου),

κατόπιν, προσήλθαν ο Ανδρέας Ζαΐμης και ο αρχιερέας Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο οποίος έστησε το απόγευμα στην πλατεία του Αγ. Γεωργίου σταυρό και δόθηκε όρκος για την Επανάσταση μέσα σε κλίμα γενικού ενθουσιασμού και «αλλόφρονως χαράς» του λαού της Πάτρας.

Τις επόμενες μέρες οι Έλληνες προσπάθησαν να οργανώσουν τη διοίκηση της πόλης· την ονόμασαν «Αχαϊκό Διευθυντήριο» με επικεφαλής τους προεστούς Ανδρέα Λόντο και Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο και τον Παλαιών Πατρών Γερμανό. Μάλιστα, στις 26 Μαρτίου επέδωσαν στους προξένους των ξένων δυνάμεων που βρίσκονταν στην Πάτρα επαναστατική διακήρυξη. Μετά τις πρώτες μέρες, άρχισαν τα προβλήματα απειθαρχίας ανάμεσα στους πολιορκητές με τους ένοπλους να είναι περισσότερο απασχολημένοι με την καταλήστευση των περιουσιών Οθωμανών παρά με την κατάκτηση του κάστρου. Τα νέα όμως της πόλης μαθεύτηκαν και στους Οθωμανούς, με τον Γιουσούφ Πασά να προστρέχει για να αποκαταστήσει την τάξη. Στις 3 Απριλίου εισήλθε χωρίς αντίσταση στην πόλη, με τους Οθωμανούς πλέον να λεηλατούν και να πυρπολούν περιουσίες και συνοικίες Ελλήνων, οι οποίοι εγκατέλειψαν την πόλη.
Στη Μάνη η επανάσταση ξεκίνησε στις 22 Μαρτίου 1821 από τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη,τον σημαντικότερο άρχοντα της περιοχής, που κατέλαβε σημαντικά σημεία· την επόμενη εισήλθε στην Καλαμάτα, όπου οι Οθωμανοί παραδόθηκαν. Κάποιοι εξ αυτών κρατήθηκαν ως όμηροι ενώ οι άλλοι θανατώθηκαν. Μετά τις τελετουργίες της 24ης Μαρτίου, οι επαναστατημένοι δημιούργησαν τη «Γερουσία των Καλαμών» για να διοικήσει την περιοχή.Τις τελευταίες ημέρες του Μάρτη, ο Κολοκοτρώνης κατέλαβε την Καρύταινα ενώ οι Οθωμανοί εγκατέλειψαν το Άργος είτε για το Ναύπλιο, είτε για την Τριπολιτσά.

Ο Δεληγιάννης κατέλαβε τα Λαγκάδια εκτελώντας όλους τους Οθωμανούς στην πλατεία του χωριού. Μέχρι το τέλος του Μάρτη, οι επαναστατημένοι Έλληνες ελέγχαν το μεγαλύτερο μέρος του Πελοποννήσου.

Τα αίτια και ο τρόπος έναρξης της επανάστασης διχάζει τους ειδικούς. Η επανάσταση ξεκίνησε πάντως με πρωτοβουλία των τοπικών κοινωνιών, οι οποίες λάμβαναν αποφάσεις μόνες τους, χωρίς κεντρικό σχέδιο ή αρχηγό. Η επίδραση της Φιλικής εταιρείας ήταν να ενσπείρει την ελπίδα (και μέσω ψευδών φημών για υποστήριξη από τη Ρωσία) και να βοηθήσει στον συντονισμό των τοπικών κοινωνιών.

Ωστόσο, οι Έλληνες δεν είχαν οργανωμένο στρατό ούτε εμπειρία από πολέμους, ενώ αρκετοί Έλληνες τρόμαζαν από τη θανάτωση των πρώην γειτόνων τους.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ήταν αυτός που με τη ρητορική του δεινότητα, και εκμεταλλευόμενος τη ζέση των Ελλήνων για απελευθέρωση, προσπάθησε και κατάφερε να συγκροτήσει το πρώτο σώμα με ένοπλους τις πρώτες μέρες του Απριλίου.

Στις 7 Ιουνίου, κατέφθασε στην Πελοπόννησο ο Δημήτριος Υψηλάντης ως πληρεξούσιος του Γενικού Επιτρόπου της Αρχής διεκδικώντας την ηγεσία της επανάστασης συναντώντας τις αντιδράσεις της Πελοποννησιακής Γερουσίας, του σώματος δηλαδή που σχημάτισαν οι προεστοί τρεις εβδομάδες νωρίτερα. Μετά τη διαμεσολάβηση του Κολοκοτρώνη, κατέληξαν σε συμβιβασμό να ονομαστεί ο Υψηλάντης ως αρχιστράτηγος, αλλά να συναποφασίζουν όλοι μαζί.

Γύρω από τον Υψηλάντη μαζεύτηκαν οι φτωχοί αγρότες που απογοητεύτηκαν από τη Γερουσία – η οποία συνέχισε τη βαρύτατη φορολόγηση των Ελλήνων – μέλη της Φιλικής Εταιρείας και ένοπλοι που στρατολογήθηκαν χωρίς να λαμβάνουν μισθό.O Υψηλάντης απέστειλε δύο στενούς συνεργάτες τους να διαπραγματευτούν τις πολιορκίες της Μονεμβασιάς και του Νεοκάστρου. Η παράδοση της Μονεμβασιάς πραγματοποιήθηκε με επιτυχία, ενώ κατά την παράδοση του Νεοκάστρου οι όροι δεν τηρήθηκαν με αποτέλεσμα οι Οθωμανοί να σφαγιαστούν.

Ο Γιώργος Μαργαρίτης εκτιμά ότι η αδυναμία του Υψηλάντη να εφαρμόσει τις συμφωνίες που υπέγραφε, εξανέμισε το πολιτικό του κύρος ενώ ο Μαρκ Μαζάουερ υποστηρίζει ότι η πολιτική επιρροή του Υψηλάντη πλήγηκε ανεπανόρθωτα τον Αύγουστο του 1821, όταν έγινε γνωστή η αποτυχία της επανάστασης στη Μολδοβλαχία καθώς και ότι η Ρωσία δεν θα βοηθούσε στην επανάσταση.

Τον Ιούνιο ξεκίνησε η πολιορκία της Τριπολιτσάς. Αρχηγός της πολιορκίας ορίστηκε ο Δημήτριος Υψηλάντης, αν και άτυπος αρχηγός αυτής θεωρήθηκε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Αρκετοί στρατιώτες ήταν μισθοφόροι και επέλεγαν τον αρχηγό τους ανάλογα με τον μισθό που θα λάμβαναν. Όσο προχωρούσε το καλοκαίρι συνέρρεαν αγρότες από άλλες περιοχές μπροστά στην αναμονή λαφύρων.

Οι πολιορκημένοι εντός της πόλης, Οθωμανοί της Τριπολιτσάς και πρόσφυγες από άλλες περιοχές, υπέφεραν από έλλειψη τροφής και μια επιδημία τύφου που είχε ξεσπάσει.

Στα μέσα Σεπτεμβρίου ο Υψηλάντης μαζί με την Πελοποννησιακή Γερουσία καταλήξανε σε συμφωνία για τον καταμερισμό των λαφύρων, ανάλογα με τον τρόπο που θα έπεφτε η Τριπολιτσά, γιατί ανησυχούσαν πως με τη μαζική λεηλασία δεν θα έμενε μερίδιο για να δοθεί στον αγώνα.

Στις 23 Σεπτεμβρίου ορισμένοι ένοπλοι κατάφεραν να ρίξουν την πύλη της πόλης και να αλώσουν την πόλη. Σοβαρή αντίσταση δεν προβλήθηκε και τελικά σφαγιάστηκαν χιλιάδες Οθωμανοί, ο αριθμός των οποίων υπολογίζεται από δέκα έως τριάντα χιλιάδες άτομα μεταξύ των οποίων γυναικόπαιδα, Μουσουλμάνοι και Εβραίοι.

Η άλωση αποτέλεσε σημαντική καμπή για την επανάσταση καθώς η Τριπολιτσά αποτελούσε το διοικητικό κέντρο των Οθωμανών στην Πελοπόννησο. Παράλληλα η άλωση της Τριπολιτσάς ανέδειξε τον Κολοκοτρώνη ως στρατιωτικό ηγέτη της επανάστασης.

Ορισμένοι ιστοριογράφοι αργότερα απέδωσαν τη βαρβαρότητα της σφαγής της Τριπολιτσάς στο «προαιώνιο μίσος» μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων.

Ο Γιώργος Μαργαρίτης την απέδωσε στην άτακτη προσπάθεια των φτωχών πολιορκητών να αρπάξουν οτιδήποτε μπορούσαν πριν τα οικειοποιηθεί η ηγεσία της επανάστασης.

Τελευταία Αρθρα

H ίδρυση και η ιστορία της Νάπολι

Η Νάπολι ιδρύθηκε την 1η Αυγούστου 1926, από τον επιχειρηματία στον κλάδο της κλωστοϋφαντουργίας,...

Ο Μαραντόνα πάντα ήταν κοντά σε όλους όσους είχαν ανάγκη

Το 2016, η Αργεντινή πρωταθλήτρια του τάεκβοντο Αϊλέν Ροματσούκ (Aylén Romachuk) βρέθηκε στο πιο...

Καπέλο: ”Ο Μπαρέζι ήταν ένας πραγματικός Αρχηγός”

"Έναν παίκτης τόσο καλό και σημαντικό δεν μπορεί να μην τον θυμόμαστε με τον...

Φράνκο Μπαρέζι, το μεγάλο ματς στο Μουντιάλ του 1994

Τι να πεις για τον Μπαρέζι…Μια ιστορία απο το Μουντιάλ του 1994 περιγράφει το...

Παρομοια αρθρα

O Γερμανός Καραβαγγέλης αγωνίστηκε για την Πατρίδα

Ο Γερμανός Καραβαγγέλης γεννήθηκε στη Στύψη της Λέσβου στις 16 Ιουνίου 1866 και πέθανε...

1 Aυγούστου 1921, η θρυλική προέλαση στο Σαγγάριο

Μια μέρα σαν αυτή που ξημερώνει πριν 105 χρόνια,1 Αυγούστου 1921 – Η θρυλική...

O Nικόλαος Πλαστήρας στην Χρυσούπολη εν έτει 1918

Στο Σαρή Σαμπάν, την σημερινή Χρυσούπολη Καβάλας, τον Δεκέμβριο του 1918, ο αντισυνταγματάρχης Νικόλαος...