ΑρχικήΔιαφοραO Γερμανός Καραβαγγέλης αγωνίστηκε για την Πατρίδα

O Γερμανός Καραβαγγέλης αγωνίστηκε για την Πατρίδα

Ο Γερμανός Καραβαγγέλης γεννήθηκε στη Στύψη της Λέσβου στις 16 Ιουνίου 1866 και πέθανε στη Βιέννη στις 11 Φεβρουαρίου 1935

Διατέλεσε Μητροπολίτης Καστοριάς και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα, καθώς και στην περίοδο της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου στις αρχές του προηγούμενου αιώνα

Οργανώνοντας ανταρτικά σώματα στον Πόντο με ντόπιους οπλαρχηγούς, αναδείχτηκε μία από τις σημαντικότερες μορφές των Αγώνων των Ποντίων ενάντια στην τουρκική θηριωδία

Οι υπηρεσίες του, τόσο προς το Έθνος όσο και προς την Ελλαδική Ορθόδοξη Εκκλησία, υπήρξαν ανεκτίμητες

Οι γονείς του, Χρυσόστομος και Μαρία, απέκτησαν εκτός από τον πρωτότοκο Στυλιανό (τον μετέπειτα Γερμανό) και άλλα επτά παιδιά: έξι κορίτσια και ένα αγόρι, από τα οποία το αγόρι και ένα κορίτσι πέθαναν νωρίς

Μεγάλωσε στο Αδραμύττιο της Μικράς Ασίας, όπου μετακόμισε η οικογένειά του, όταν ο Στυλιανός ήταν δύο χρονών

Εκεί ο πατέρας του άνοιξε εμπορικό κατάστημα

Από το Αδραμύττιο θα φύγει νέος πια, με υποτροφία που του χορηγεί εκτιμώντας την ευφυΐα του, τη φιλομάθειά του και το επιβλητικό παρουσιαστικό του ο Μητροπολίτης Εφέσου Αγαθάγγελος, για να σπουδάσει στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, από την οποία θα αποφοιτήσει με άριστα το 1888

Την ημέρα της αποφοίτησης, χειροτονήθηκε διάκονος από τον Πατριάρχη Διονύσιο Ε΄ και πήρε το όνομα Γερμανός, προς τιμήν του ιδρυτή της Σχολής, Πατριάρχη Γερμανού Δ΄

Κατόπιν συνέχισε τις σπουδές του, με δαπάνες του πλούσιου ομογενή Παύλου Στεφάνοβικ Σκυλίτση, σπουδάζοντας επί τριετία φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας και της Βόννης

Μετά την ανακήρυξή του σε διδάκτορα επέστρεψε στη Κωνσταντινούπολη

Εκεί το 1891 διορίστηκε καθηγητής της ονομαστής Θεολογικής Σχολής της Χάλκης

Με αυτή την ιδιότητα δίδαξε με ζήλο εκκλησιαστική ιστορία, ομιλητική και Θεολογία

Συνέγραψε εγκυκλοπαίδεια της Θεολογίας και διάφορα επιστημονικά έργα, εκκλησιαστικούς λόγους, την “Περί του Πάσχα ιστορικήν επιστημονικήν διατριβήν” και άλλες μελέτες που δημοσιεύθηκαν σε περιοδικά και εφημερίδες

Το 1896 χειροτονήθηκε επίσκοπος Πέραν με τον τίτλο “επίσκοπος Χαριουπόλεως”, όπου και ανέπτυξε σπουδαία δράση, αφενός καταπολεμώντας ξένη ανθελληνική προπαγάνδα και αφετέρου για την ελληνοπρεπέστερη μόρφωση των Ελλήνων μαθητών, αποσπώντας τους από ξένες σχολές, που είχαν στο μεταξύ ιδρυθεί, ιδίως των Καθολικών Γάλλων

Χαρακτηριστικά, απέσπασε 130 έλληνες μαθητές από τη σχολή “Παπάζ Κιοπρού” και τους έπεισε να γραφτούν στο νεόκτιστο Ζωγράφειο Λύκειο, ενώ ιδρυσε και Παρθεναγωγείο για τα κορίτσια, που για χρόνια έφερε το όνομα “Παρθεναγωγείο Καραβαγγέλη”

Οργάνωσε μαθήματα τις Κυριακές, κήρυττε ακατάπαυστα και συμμετείχε στην εκπαίδευση και επιλογή νέων άξιων κληρικών

Το 1900 τοποθετείται Μητροπολίτης Καστοριάς από τον Πατριάρχη Κωνσταντίνο Ε΄, κατόπιν προτροπής του Έλληνα πρέσβη Νικόλαου Μαυροκορδάτου

Με την ενθρόνισή του άρχισε με τους πύρινους λόγους του να εμψυχώνει και να αναπτερώνει το ηθικό των Ελλήνων της περιοχής και να οργανώνει ένοπλα σώματα κατά των ομοίως ενόπλων Βουλγάρων Εξαρχικών, που επιχειρούσαν την προσάρτηση των ελληνογενών χριστιανικών πληθυσμών στη Βουλγαρική Εξαρχία

Μαζί και με άλλους ιεράρχες της περιοχής, που έδρασαν ομοίως ακολουθώντας το παράδειγμά του, ο Μακεδονικός Αγώνας γενικεύθηκε

Κατάφερε πολλά χωριά και κωμοπόλεις να αποσκιρτήσουν από τη Βουλγαρική Εξαρχία και να επανενταχθούν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο

Παράλληλα, στην πολιτική σκηνή ζήτησε την επίσημη παρέμβαση του Ελληνικού Κράτους στον Αγώνα, προκειμένου να μη μένει η πρωτοβουλία στους Βουλγάρους

Βέβαια το αίτημά του εκείνο είχε περισσότερο θρησκευτικό χαρακτήρα παρά εθνικοκεντρικό

Οι προσπάθειές του εκείνες, στέλνοντας σχετικές εκθέσεις στους Έλληνες πρωθυπουργούς Α. Ζαΐμη και Θ. Δεληγιάννη, τελικά απέδωσαν, όταν το 1904 η Ελλάδα υπό την πίεση και της κοινής γνώμης απεφάσισε την ενεργή συμμετοχή της στον ένοπλο αγώνα αντίστασης

Στην αρχή προσπάθησε με τα κηρύγματά του να συνετίσει τους πάντες, ότι ανήκουν στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης και μόνο ενώ ως εθνότητα που κατοικεί στη περιοχή είναι όλοι Έλληνες

Στις ομιλίες του εκείνες δε δίστασε αρχικά να επισκεφτεί τους ίδιους τους κομιτατζήδες, όπως και τον αρχικομιτατζή Βασίλ Τσακαλάρωφ

Στα επόμενα όμως 7 χρόνια (1900-1907), όταν γενικεύτηκαν οι καταστροφές και οι σκοτωμοί, ως μητροπολίτης Καστοριάς ύψωσε το σύνθημα «Βούλγαρος να μη μείνει»

Έφιππος ο ίδιος και με το όπλο (μάνλιχερ) στον ώμο, από κοινού με τον αξιωματικό του ελληνικού στρατού Βάρδα, ο Καραβαγγέλης εμπνέει και δημιουργεί τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την εκδίκηση των σφαγών, που συγκλόνισαν τότε τον κόσμο

Μεταξύ αυτών των αντιποίνων ήταν και η σφαγή στη Ζαγορίτσανη, για την οποία ο ίδιος ο Γερμανός Καραβαγγέλης γράφει:

«Το χωριό είχε πάνω από 600 σπίτια

Ήταν οι χειρότεροι Βούλγαροι της επαρχίας μου

Όταν ο Βάρδας αποφάσισε να εφαρμόσει την τιμωρία τους, μου έγραψε και εγώ του έστειλα τα ονόματα των δικών μας (πρακτόρων), για να μην τους αγγίξει

Στις παραμονές της 25ης Μαρτίου 1905, αυτός μαζί με 300 άντρες κρύφτηκε στο δάσος που βρισκόταν απέναντι από το χωριό

Πρωί-πρωί μπήκαν στο χωριό και άρχισαν οι τουφεκιές

Σκότωναν και πυρπολούσαν τα σπίτια τους

Εκείνη τη μέρα δολοφονήθηκαν 79 Βούλγαροι και δυστυχώς και μερικοί δικοί μας, σλαβόφωνοι μεν αλλά πολύτιμοι

Οι δικοί μας άνθρωποι δεν έπαθαν πολλές ζημιές, επειδή είχα δώσει τον κατάλογό τους στον Βάρδα και αυτοί είχαν κρυφτεί»

Στη Μακεδονία, μαζί με τον Παύλο Μελά και τον Ίωνα Δραγούμη, η μοίρα δούλεψε σωστά

Τα τρία πρόσωπα συναντήθηκαν στην πιο κρίσιμη ώρα: όταν κινδύνευε

Με τους εξαθλιωμένους, φοβισμένους, τραβηγμένους στο καβούκι τους Έλληνες των Αθηνών μετά το 1897 (τον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο)

Με το Βουλγαρικό Κομιτάτο και την Εξαρχία που τρομοκρατούσε τους Έλληνες της Μακεδονίας

Εκείνη την ώρα ο Ίων Δραγούμης είδε για πρώτη φορά στην Καστοριά τον αιγαιοπελαγίτη δεσπότη, τον Γερμανό Καραβαγγέλη, που λειτουργούσε έχοντας πάνω στην Αγία Τράπεζα το πιστόλι του

Γράφει:

«Ήταν νύχτα (έτος 1901) που έφθασαν οι δυο ταξιδιώτες στους στενούς δρόμους της Καστοριάς

Τα εμπορικά είχαν κλείσει και οι Καστοριανοί ήταν στα σπίτια τους

Βροντούσε δυνατά στο λιθόστρωτο το ποδοβολητό των αλόγων

Οι ταξιδιώτες ξεπέζεψαν και μπήκαν σ’ ένα σπίτι

Αργότερα πήγαν στη Μητρόπολη

Απ’ το σκοτάδι βρέθηκαν σε μια κάμαρα μεγάλη, φωτεινή

Ο Αλέξης είδε τέλος τον Δεσπότη που τόσο ήθελε να τον δη

Ήταν ψηλός, στεκόταν όρθιος, και όταν περπατούσε ήταν σαν να πήγαινε να σώση την ανθρωποσύνη

Τέτοια μάτια είχε που τραβούσαν, και καθένας που τον έβλεπε του ερχόταν να τον ακολουθήση

Ο Δεσπότης μίλησε και ήταν όμορφη η φωνή του σαν να ξεμυστηρευόταν:

  • Είναι τίποτα στον κόσμο που να είναι δύσκολο;

Ή μήπως μοιάζω εκεινών που λέγουν και δεν κάνουν;

Έχουμε έτσι την πρώτη λαμπρή μαρτυρία για την προσωπικότητα του δεσπότη

Έχουμε και μιαν άλλη, του προλογίζοντος τα Απομνημονεύματά του:

“Τον θυμάται που τον είδε σαν ήταν παιδί στο χωριό του, το Βογατσικό της Μακεδονίας, στις αρχές του αιώνα μας

Εκείνη τη μέρα είχαν φτάσει στο Βογατσικό τρεις Έλληνες Μητροπολίτες

Καβάσηδες (σωματοφύλακες) οπλισμένοι και Τούρκοι ζαπτιέδες (χωροφύλακες) τους συνόδευαν

Ο λαός και οι ιερείς του χωριού τούς περίμεναν με τα εξαπτέρυγα, οι καμπάνες χτυπούσαν

Στον εσπερινό οι τρεις δεσποτάδες έψαλαν το «Φως ιλαρόν»

Οι δυο ήταν νέοι, με ολόμαυρα γένια (ο Καραβαγγέλης μόλις 34 χρονώ), και ο άλλος με κάτασπρα γένια και αγγελική φωνή

Άκουε, θαμπωμένο, το παιδί της Μακεδονίας, την υπερκόσμια μυσταγωγία, και στη φαντασία του οι τρεις δεσποτάδες γίνονταν οι Τρεις Ιεράρχες που κατέβηκαν απ’ τη μεγάλη παλαιά εικόνα της εκκλησιάς τους”

Ακόμα:

«Κάθε μέρα χύνεται το αίμα το ελληνικό», είπε ο Καραβαγγέλης στον Έλληνα πρόξενο που, εκτελώντας εντολή της κυβέρνησής του, τον εμπόδιζε να κινηθή

«Κάθε μέρα οι ορθόδοξοι αποσκιρτούν

Οι άλλοι σκοτώνουν

Το κομιτάτο τους δυναμώνει

Θα μείνω λοιπόν με τα χέρια δεμένα;

Τότε χάθηκε η Μακεδονία»

Ο δεσπότης ζώστηκε τα φυσεκλίκια του, πήγε να βρη στο χωριό του τον βουλγαρόφωνο οπλαρχηγό τον Κώτα, παλικάρι και δεινό σκοπευτή

Συναντήθηκαν τα μεσάνυχτα

Όλη τη νύχτα μιλούσαν οι δυο τους

Του έλεγε ο δεσπότης:

«Εσείς είστε Έλληνες απ’ την εποχή του Μεγ’ Αλέξαντρου

Και πέρασαν οι Σλάβοι και σας εξεσλάβισαν

Η μορφή σας είναι ελληνική, και η γη που πατούμε είναι ελληνική

Το μαρτυρούνε τα αγάλματα που είναι κρυμμένα μέσα της

Και αυτά είναι ελληνικά, και τα νομίσματα που βρίσκουμε είναι ελληνικά, κι’ οι επιγραφές είναι ελληνικές

Έπειτα η Εκκλησία μας και τα Πατριαρχεία επρωτοστάτησαν πάντα στην ελευθερία»

Του είπε κι’ άλλα πολλά, για τα εγκλήματα του Κομιτάτου

Κατά τα χαράματα τον είχε καταφέρει:

«Από σήμερα», του είπε, «θα είσαι μαζί μας, θα είσαι ο πρώτος

Θα σε στείλω κάτω να γνωρίσης τους Έλληνες Βασιλείς

Και τα παιδιά σου θα τα στείλω στην Ελλάδα να σπουδάσουν»

(Απόσπασμα από επιφυλλίδα του λογοτέχνη και ακαδημαϊκού Ηλία Βενέζη, που έφερε τον τίτλο «Στα ίχνη τριών Ελλήνων» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» την Τρίτη 2 Ιουνίου 1964)

Το 1907, με το τέλος του Μακεδονικού Αγώνα η Οθωμανική κυβέρνηση απαίτησε από τον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ’, μετά τις καταγγελίες Βουλγάρων και την επακόλουθη αφόρητη πίεση του Ρώσου πρεσβευτή Ζηνόβιεφ προς τον Σουλτάνο, την απομάκρυνση του Γερμανού

Μετά από μήνες πιέσεων, ο Πατριάρχης αναγκάστηκε να δεχτεί κι ο Γερμανός αρχικά επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη ως Συνοδικός

Όταν όμως τον Γενάρη του 1908 χήρευσε η Μητρόπολη Αμάσειας του Πόντου, ο Πατριάρχης τού ζήτησε και πάλι να γυρίσει κοντά στο ποίμνιο που τον χρειαζόταν κι ανέλαβε Μητροπολίτης Αμάσειας στις 5 Φεβρουαρίου 1908, με έδρα την Σαμψούντα

Ο Γερμανός και εκεί ανέπτυξε έντονη εθνική δράση, δημιουργώντας σχολεία στα πιο απομακρυσμένα χωριά και ιδρύοντας γυμνάσιο για να μαθαίνουν τα παιδιά ελληνικά

Οργάνωσε ωστόσο και ένοπλες ομάδες κατά των Τούρκων ατάκτων, που λυμαίνονταν την περιοχή

Τον Γενάρη του 1913, μετά τον θάνατο του Πατριάρχη Ιωακείμ, διετέλεσε προσωρινά τοποτηρητής του πατριαρχικού θρόνου της Κωνσταντινούπολης

Συμμετείχε ως υποψήφιος και στην ψηφοφορία ανάδειξης νέου Πατριάρχη, αλλά μετά από παρέμβαση τριμελούς επιτροπής της Εθνικής Αμύνης που τον θερμοπαρακαλούσε να αποσύρει την υποψηφιότητά του, υπάκουσε και διέθεσε τις ψήφους του στον Πατριάρχη Γερμανό Ε’ που εξελέγη στις 28 Ιανουαρίου 1913

Ο Γερμανός επέστρεψε στον Πόντο και αντιστάθηκε σθεναρά στις διώξεις των Νεότουρκων, αφιερώνοντας τις δυνάμεις του στην υπεράσπιση των δικαίων των Ελλήνων και Αρμενίων, έχοντας ως συνεργάτες τον μητροπολίτη Χρύσανθο Τραπεζούντας, το συντοπίτη του από τη Λέσβο επίσκοπο Ευθύμιο Ζήλων και τον αρχιμανδρίτη Πλάτωνα Αϊβαζίδη

Κατά τις σφαγές των Αρμενίων έσωσαν εκατοντάδες αθώους, κρύβοντας άλλους μεσα στο μητροπολιτικό ναό κι άλλους σε σπίτια Ελλήνων

Τις πράξεις του αυτές αναγνώρισαν αρμενικές εφημερίδες στις ΗΠΑ

Για τις ενέργειες του αυτές συνελήφθη και στάλθηκε δέσμιος στην Κωνσταντινούπολη, όπου και φυλακίστηκε το 1917 για κάποιο χρονικό διάστημα, αλλά αποφυλακίστηκε χάρη σε ενέργειες του Πατριάρχη Γερμανού Ε’

Το στρατοδικείο του Κεμάλ Μουσταφά, που εν τω μεταξύ πήρε με τα όπλα τον έλεγχο της κατάστασης, τον καταδίκασε ερήμην σε θάνατο το 1920 και τον κυνήγησε ανηλεώς

Στις 10 Μαρτίου 1921, ο Γερμανός πρότεινε στον υπουργό εξωτερικών της Ελλάδας, Γεώργιο Μπαλτατζή, συνεργασία με Κούρδους και Αρμένιους εναντίον του εθνικιστικού κινήματος του Κεμάλ Ατατούρκ

Η ποντοαρμενική συνεργασία αποσκοπούσε στην ίδρυση μιας αυτόνομης χριστιανικής δημοκρατίας (κράτους) στην περιοχή του Πόντου

Η κυβέρνηση όμως του Γούναρη, απομονωμένη από τους συμμάχους, δεν πήρε καμιά πρωτοβουλία

Τον Νοέμβρη του 1921, ήταν ο επικρατέστερος για να γίνει Πατριάρχης, αλλά προτίμησε και πάλι να δώσει τις ψήφους του στον Μελέτιο Μεταξάκη

Ο τελευταίος μετά την ενθρόνισή του προσέφερε στο Γερμανό σε ένδειξη ευγνωμοσύνης την αρχιεπισκοπή Αμερικής ή Ευρώπης, αλλά ο Γερμανός προτίμησε να επιστρέψει στον Πόντο, όπου τον χρειαζόταν ο Ελληνισμός

Τον Αύγουστο του 1922 βρισκόταν στο Βουκουρέστι της Ρουμανίας για τη στέψη του Ρουμάνου βασιλιά, όταν συνέβη η Μικρασιατική Καταστροφή

Έσπευσε στην Κωστάντζα για να πάρει το πλοίο για την Κωνσταντινούπολή, όμως τον πρόλαβαν τα τουρκικά στρατεύματα του Κεμάλ

Η αποβίβασή του από το ατμόπλοιο απετράπη, αφού έλαβε επιστολή από τον Πατριάρχη ότι αν αποβιβαζόταν θα τον συνελάμβαναν και θα εκτελούνταν με βάση την απόφαση του στρατοδικείου

Για να τον προστατέψει ο Πατριάρχης τον διόρισε μητροπολίτη Ιωαννίνων, όπου και μετέβη άμεσα με το ίδιο πλοίο

Έτσι απομακρύνθηκε οριστικά από τον Πόντο και τη Μητρόπολη Αμάσειας

Τυπικά απώλεσε και τον τίτλο του μητροπολίτη Αμάσειας στις 27 Οκτωβρίου 1922

Αργότερα μετά και τη Συνθήκη της Λωζάννης το 1923 και την ανάρρηση στον Πατριαρχικό θρόνο του Γρηγορίου Z’ και ενώ ο Γερμανός Καραβαγγέλης έκλεισε ένα χρόνο στα Ιωάννινα (τον Απρίλιο του 1924), έλαβε ξαφνικά τηλεγράφημα από τον Πατριάρχη για τοποθέτησή του ως Μητροπολίτης Ουγγαρίας και έξαρχος Κεντρώας Ευρώπης του Οικουμενικού Πατριαρχείου με έδρα τη Βουδαπέστη

Επρόκειτο για μια πολύ μικρή ελληνική κοινότητα, με πενιχρή αμοιβή που δεν κάλυπτε ούτε τα έξοδα διαβίωσης του

Αρχικά αρνήθηκε και διαμαρτυρήθηκε με τηλεγράφημά του, όπως έκαναν και αρκετοί Ηπειρώτες, αλλά δεν εισακούστηκαν

Λόγος της δυσμενούς μετάθεσής του, σύμφωνα με το έρευνα του Μητροπολίτη Αυστρίας Μιχαήλ Στάικου, υπήρξε πίεση στον Πατριάρχη από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο Α’ (Παπαδόπουλο), που ήθελε να επαναφέρει στα Ιωάννινα τον φιλοβασιλικό/αντιβενιζελικό ιεράρχη Σπυρίδωνα Βλάχου, απομακρύνοντας τον γνωστό για το φιλοβενιζελικό του φρόνημα Γερμανό

Ο Γερμανός το θεώρησε ως εξορία και εμπαιγμό και στις 24 Απριλίου παραιτήθηκε γραπτώς από τη θέση αυτή

Τότε η ελληνική κυβέρνηση πρότεινε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο τη μετάθεση της έδρας από τη Βουδαπέστη στη Βιέννη για την “Εξαρχία Κεντρώας Ευρώπης”, ως επαρχίας της Μητρόπολης Θυατείρων, με μισθό από το Υπουργείου Εξωτερικών

Με τηλεγράφημά του ο Γερμανός στις 11 Αυγούστου προς τον Πατριάρχη, αποδέχθηκε με τον όρο να του αποδοθεί ο τίτλος Μητροπολίτης Αμάσειας και Έξαρχος Κεντρώας Ευρώπης

Μετά την ανάληψη των καθηκόντων του στην αυστριακή πρωτεύουσα τον Οκτώβριο, ο Γερμανός μερίμνησε με κοπιώδη εργασία και πολυάριθμα ταξίδια για την αναζωογόνηση των αποδυναμωμένων ελληνικών κοινοτήτων σε Ιταλία, Αυστρία και Ουγγαρία

Φρόντισε για τους εφημέριους, τους ναούς και τους απόδημους Έλληνες σε Βενετία, Μπρίντιζι, Λιβόρνο, Γένοβα, Μιλάνο, Ν(ε)άπολη, Τεργέστη, Κέτσκεμετ, Szentes και Βουδαπέστη

Στη Βιέννη συνεργάστηκε άριστα με τον αρχιμανδρίτη, ιερατικό προϊστάμενο και μετέπειτα Μητροπολίτη Κυδωνίας και Αποκορώνου Χανίων, Αγαθάγγελο Ξηρουχάκη

Δοκιμάστηκε όμως από την πολύχρονη άρνηση του έτερου αρχιμανδρίτη της Βιέννης, ιερατικού προϊσταμένου της ενορίας Αγίου Γεωργίου, Δημητρίου Γεωργιάδη, να αποδεχθεί την πνευματική του δικαιοδοσία, που κρατούσε την ιστορική ελληνόφωνη κοινότητα για ιδιοτελείς λόγους πιστή στο Ρουμάνο επίσκοπο του Τσέρνοβιτς (Czernowitz)

Επίσης την 1η Μαρτίου 1926, πικράθηκε από την απόφαση της δικτατορικής κυβέρνησης Θεόδωρου Πάγκαλου για περικοπή του μισθού του από 118 λίρες σε μόλις 50, με τα οποία αδυνατούσε να αποπληρώσει κατοικία, διατροφή, έξοδα περιοδείας και ξενοδοχεία, εξαρτώμενος σχεδόν αποκλειστικά από δωρεές των ελάχιστων πιστών

Αναγκάστηκε για τον λόγο αυτό να ζει μακριά από τη Βιέννη, δηλαδή στην Αθήνα, όπου κατείχε ιδιόκτητη κατοικία στο Ψυχικό

Πέθανε πάμπτωχος από εγκεφαλικό επεισόδιο στις 11 Φεβρουαρίου 1935, σε ηλικία 69 ετών, στην πόλη Baden, 30 χιλιόμετρα νότια από τη Βιέννη, σε ξενοδοχείο όπου είχε προσωρινά καταλύσει, μόνος και “ξένος μέσα σε ξένους”

Η αδερφή του, Κλεονίκη, έφτασε αμέσως από το Βουκουρέστι, όπου διέμενε μόνιμα, και προσπάθησε να μεταφερθεί η σορός του για ενταφιασμό στην Αθήνα, με γραπτό αίτημα εκ μέρους του επιτετραμμένου της ελληνικής πρεσβείας Δημήτριου Τζιρακόπουλου

Το ίδιο ήταν κι επιθυμία του, όπως προκύπτει από τη διαθήκη του, όπου ζητούσε η εξόδιος ακολουθία του να τελεστεί στον Ι.Ν Αγίου Γεωργίου Καρύτση “μεθ’ ενός μόνον ιερέως, άνευ διακόνου, ως κι άνευ της παρουσίας αντιπροσώπου της Ελληνικής Πολιτείας και της Εκκλησίας ομοίως”, όπως έγραφε γεμάτος πίκρα και παράπονο για την αχαριστία που είχε βιώσει

Ούτε κι αυτό όμως δεν έγινε δεκτό στην Αθήνα, αφού “ούτε νεκρόν επεθύμουν τον εκκλησιαστικόν άνδρα κι εθνικόν ήρωα εις το Άστυ”

Γι’ αυτό η σωρός του Καραβαγγέλη ετάφη σε λιτό μνήμα στη Βιέννη (Zentralfriedhof)

Τα απομνημονεύματα που έγραψε ειδικά για τον Μακεδονικό Αγώνα, εκδόθηκαν από την Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών το 1959

Το ίδιο έτος το «Ίδρυμα Μελετών της Χερσονήσου του Αίμου» από κοινού με την «Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών» επιχορήγησαν τη μεταφορά των οστών του με τιμητική συνοδεία αρχικά στη Θεσσαλονίκη και στη συνέχεια στην Καστοριά, όπου και τοποθετήθηκαν σε κρύπτη κάτω από τον ανδριάντα του!

Τελευταία Αρθρα

Φράνκο Μπαρέζι, το μεγάλο ματς στο Μουντιάλ του 1994

Τι να πεις για τον Μπαρέζι…Μια ιστορία απο το Μουντιάλ του 1994 περιγράφει το...

Ρομάριο: ”Ο Μπαρέζι ήταν ένας τεράστιος αμυντικός”

''Σήμερα το ποδόσφαιρο έγινε φτωχότερο με τον θάνατο του Franco Baresi.Όταν έπαιζα για την...

1 Aυγούστου 1921, η θρυλική προέλαση στο Σαγγάριο

Μια μέρα σαν αυτή που ξημερώνει πριν 105 χρόνια,1 Αυγούστου 1921 – Η θρυλική...

O Nικόλαος Πλαστήρας στην Χρυσούπολη εν έτει 1918

Στο Σαρή Σαμπάν, την σημερινή Χρυσούπολη Καβάλας, τον Δεκέμβριο του 1918, ο αντισυνταγματάρχης Νικόλαος...

Παρομοια αρθρα

1 Aυγούστου 1921, η θρυλική προέλαση στο Σαγγάριο

Μια μέρα σαν αυτή που ξημερώνει πριν 105 χρόνια,1 Αυγούστου 1921 – Η θρυλική...

O Nικόλαος Πλαστήρας στην Χρυσούπολη εν έτει 1918

Στο Σαρή Σαμπάν, την σημερινή Χρυσούπολη Καβάλας, τον Δεκέμβριο του 1918, ο αντισυνταγματάρχης Νικόλαος...

Σεβντίκιοϊ, ένα ηρωικό χωριό στην Σμύρνη

Η καταστροφή της Σμύρνης ξεκίνησε επτά ημέρες μετά την αποχώρηση και του τελευταίου ελληνικού...