Εν Εσκί Σεχίρ τη 24η Ιουλίου 1921
(Επιστολή Στρατιώτη της Μικρασιατικής Εκστρατείας)
Αξιότιμε κ. Διευθυντά,
Ευαρεστήθητε να θέσητε εις μιαν άκραν του φύλλου σας τας ολίγας αυτάς γραμμάς ενός των μαχητών των Μικρασιατικών επιχειρήσεων. Η Μεραρχία μας ευρισκομένη ες τας προφυλακάς της Προύσης μετέβη προς απαλλαγήν της εις Νικομήδειαν αποκεκλεισμένης Μεραρχίας, και μετά πορείαν 10 ημερών, την 24ην Ιουνίου ευρισκόμεθα πάλιν εις τας πρώτας γραμμάς έτοιμοι δια δράσιν. Εκεί συνεκεντρώθη και η πρωϊνή VII Μεραρχία.
Την πρωΐαν της 25ης Ιουνίου εξερχόμεθα των γραμμών μας και ακολουθούμεν την οδόν την άγουσαν προς Κιουτάχειαν. Κάμνομεν πορείαν υπό καύσωνα Ιουνίου, 8 ημερών και πλησιάζομεν την Κιουτάχειαν 20 χιλιόμετρα. Ο εχθρός μανθάνει την εκ της οδού αυτής προελάσεώς μας και μη ων εκεί καλώς οχυρωμένος τείνει να αντιτάξη αντίστασιν καταλαμβάνων σπουδαία σημεία δεσπόζοντα όλου του τομέως μας και προχείρως οχυρώνει ταύτα.
Την πρωΐαν της 3ης Ιουλίου, οι ανιχνευταί μας δέχονται τα πρώτα πυρά του εχθρού και μετ’ ολίγον τιθέμεθα πάντες εις το πυρ. Η μάχη διαρκεί μέχρι της 5ης απογευματινής και κατ’ αυτήν το πυροβολικό μας καταστρέφει το παρατηρητήριον του εχθρού, κατασυντρίβη τα πολυβόλα και μέλη ανθρωπίνων σωμάτων επετώντο εις τον αέραν εκ των χαρακωμάτων, οπόταν και ημείς οι πεζοί επωφελούμενοι με την τρομάζουσαν αυτόν λόγχην εξορμούμεν και φθάνωμεν προ των εχθρικών οχυρωμάτων περί τα 50 μέτρα και οι εναπομείναντες εκ των πυρών δέχονται την πίεσιν της λόγχης μη τολμώντας να αποδώσωσι λογχισμόν επί των λεβεντοκάρδων Ελλήνων στρατιωτών. Επήλθεν η νυξ και μη δυνάμενοι να προχωρήσωμεν στήνομεν τας προφυλακάς μας και εκεί επικαλούμεθα τον ύψιστον να μας έδιδε μιας ώρας ημέραν επιπλέον.
Την επομένην και μετά 3 ώρας πορείαν καταλαμβάνομεν την Κιουτάχειαν. Τα νοσοκομεία της πόλεως πλημμύριζαν τραυματιών, οίτινες έμειναν παρά των μεγαλοδώρων και μεγαλοκάρδων Ελλήνων άθικτοι και έλαχον καλής περιθάλψεως. Αι αποθήκαι πλήρεις υλικού, μη δυνηθέντες του εχθρού να το μεταφέρη.
Αφήνομεν την Κιουτάχειαν και προχωρούμεν προς το Εσκί Σεχίρ. Την 8ην εσπερινήν καταλαμβάνομεν την τρομακτικήν εκείνην πόλιν. Εκεί το αμέτρητον πολεμικόν υλικόν, εκεί τα εργοστάσια πλήρη. Εκεί αι αποθήκαι τροφίμων.
Φεύγει ο Κεμάλ, φωνάζουν οι Έλληνες κάτοικοι, φρενιτιώδεις, οίτινες μας υποδέχονται με ανοικτάς αγκάλας, δακρύζοντες και φωνούντες «καλώς ήλθατε», καλώς τους σωτήρας μας, καλώς ήλθαν τα αδέλφια μας και μας έδιδον τα αδελφικά των φιλιά.
Αι σημαίαι κυματίζουν και πανηγυρίζουν, οι μεν Έλληνες θέτουν ελληνικήν, την οποίαν τις γνωρίζει εις ποία κρησφύγετα είχε τεθή μη υποπέση εις την αντίληψιν του τυράννου, οι δε ξένης υπηκοότητας τας συμμαχικάς και οι Τούρκοι την λευκήν. Έκαστος κάτοικος Έλλην φιλοξενεί ανά 5–10 φαντάρους εις το σπίτι του. Εις τους αγρίους την όψιν φαντάρους εκ της κόνεως, των κακουχιών, αϋπνίας και καπνού παραθέτουν δείπνον και θυσιάζουν το παν. Εδώ χρειάζεται η πένα του Σαιξπήρου και η διάνοια του ποιητού Ομήρου να δώση την παράστασιν της εικόνας ταύτης.
Μη αρκεσθείς εις τα όσα είχε υποστή ο Κεμάλ στήνει άλλην άμυναν και ηθέλησε να ανακαταλάβη το Εσκί Σεχίρ. Εκτελεί λοιπόν δια τινών Μεραρχιών κύκλωσιν η οποία κατασυντρίβεται παρά των ημετέρων Μεραρχιών. Το πυροβολικόν μας κάμνει τελείαν χρήσιν. Το ιππικόν μας εκτελεί επέλασιν και σπαθίζει τον υποχωρούντα εχθρόν, ημείς λογχίζομεν και πυροβολούμεν. Ο εχθρός ήρχισε να υποχωρεί και να διώκεται κατά πόδας, επήλθεν όμως η νυξ και έλαβεν χρόνον υποχωρήσεως.
Ήτο η μάχη ταύτη κρίσιμος, ήτο μάχη κρίνουσα την όλην κατάστασιν και την τύχη της Ελλάδος, ήτο μάχη καθ’ ην νικών ο Κεμάλ θα έφθανεν εις Σμύρνην. Ο ελληνικός στρατός, κατάκοπος δεν εκάμφθη, δεν έλαβεν καν υπ’ όψιν την εχθρικήν πίεσιν και ενέσπηρεν εις τον εχθρόν πανικόν και του έδωσεν το τελευταίον μάθημα μάχης. Η ελληνική λόγχη ουδέποτε εκάμφθη, ουδέποτε θα καμφθή, και είναι πάντοτε εις θέσιν να ανταπεξέλθει κατά πάσης πιέσεως, αψηφούσα θάνατον και ταλαιπωρίας…
Χ. Κ. Λυμπερόπουλος*
Λοχίας 30ου Συντάγματος Πεζικού, Τ.Τ. 911
Εκ Κονδρέβα (Ασέα) της Τριπόλεως
Η επιστολή στάλθηκε στους αδελφούς Λ. Λυμπερόπουλου, εν Youngstown, Ohio (46).
Βιβλιογραφία
Απόσπασμα από το βιβλίο του συγγραφέα Πέτρου Ι. Σαραντάκη με τίτλο:
«Εκ του Μετώπου της Μικράς Ασίας 1921–1922: Επιστολές Μελών της Στρατιάς Μικράς Ασίας προς συγγενείς στην Αμερική»
Εκδόσεις Υδροπλάνο, Άλιμος, 2022 (σελ. 116–118)
Πηγή: Από το Αρχείο της Βιβλιοθήκης της ΕΣΤΙΑΣ Ν. Σμύρνης.
Σημείωση: Στο κείμενο διατηρήθηκε η γλώσσα της εποχής στο μονοτονικό σύστημα.
Μαρτυρίες αληθινές και ακράδαντα τεκμήρια, που ζωντανεύουν την ιστορική μνήμη και αποδεικνύουν τον άφθαστο πατριωτισμό και τη γενναιότητα των μελών της Στρατιάς της Μικράς Ασίας, είναι όσα γράφτηκαν από τους πραγματικούς πρωταγωνιστές των μαχών του Αφιόν Καραχισάρ, του Αβγκίν, του Εσκί Σεχίρ, του Τουμλού Μπουνάρ, του Καλέ Γκρότο και του Σαγγαρίου.
Αυτοί ήταν οι Έλληνες στρατιώτες και αξιωματικοί, οι οποίοι όταν «ξεκούραζαν» το δοξασμένο Μάνλιχερ, φωλιασμένοι στο παγωμένο αμπρί* τους, έγραφαν επιστολές προς τον αγαπημένο αδελφό, τον σεβαστό πατέρα ή τον αγαπητό φίλο, που είχαν ξενιτευτεί για μια καλύτερη ζωή στον Νέο Κόσμο.
Σε αυτή την έκδοση παρουσιάζονται 128 επιστολές, οι οποίες δημοσιεύτηκαν στην ομογενειακή εφημερίδα «Ατλαντίς» (Νέα Υόρκη) την περίοδο 1921–1922, καθώς και ένα απόσπασμα ημερολογίου, που γράφτηκαν και στάλθηκαν από διαφορετικούς τόπους της Μικράς Ασίας σε συγγενείς και φίλους στην Αμερική.
Μέσα τους έχει διαφυλαχθεί πλήθος πληροφοριών για τα πολεμικά γεγονότα, για τους άγνωστους και συνάμα ελληνικούς τόπους όπου βρέθηκαν, για τη σκληρή καθημερινή ζωή τους, για τις μεγάλες θρησκευτικές γιορτές στο μέτωπο, για τους συμμάχους που έγιναν αντίμαχοι, για τις απώλειες των δικών τους ανθρώπων, για την αγωνία τους για την έκβαση της εκστρατείας και για την πρόθεσή τους να πεθάνουν ώστε να ελευθερωθούν οι Μικρασιάτες αδελφοί τους.
Αμπρί (στρατ.): Τεχνητό καταφύγιο για προφύλαξη από το πυροβολικό και την αεροπορία στη γραμμή της μάχης.




