Η 2α Μαΐου 1919 (με το παλαιό ημερολόγιο, που αντιστοιχεί στις 15 Μαΐου με το νέο) αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς της νεότερης ελληνικής ιστορίας, καθώς σηματοδοτεί την έναρξη της Μικρασιατικής Εκστρατείας.
Η απόβαση έγινε κατόπιν απόφασης του Ανωτάτου Συμμαχικού Συμβουλίου της Διάσκεψης Ειρήνης των Παρισίων (Βρετανία, Γαλλία, ΗΠΑ), με σκοπό την τήρηση της τάξης και την προστασία των χριστιανικών πληθυσμών στην περιοχή.
Η «αποβίβαση» εγκρίθηκε από τον Βρετανό πρωθυπουργό Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ , ο οποίος υποστήριξε ότι: «[μια] σφαγή λαμβάνει χώρα εκεί πέρα και δεν υπάρχει κανείς να προστατεύσει τον ελληνικό πληθυσμό».
Η 1η Μεραρχία του Ελληνικού Στρατού, υπό τη διοίκηση του συνταγματάρχη Νικολάου Ζαφειρίου, απέπλευσε από την Καβάλα.
Οι σχετικές διαταγές δόθηκαν στην Ι Μεραρχία, οι άνδρες της οποίας βρίσκονταν στο λιμάνι των Ελευθερών της Καβάλας και αποβιβάστηκε στην προκυμαία της Σμύρνης.
Ο ελληνικός πληθυσμός της πόλης υποδέχθηκε τα στρατεύματα με παλλαϊκό ενθουσιασμό.
Ο Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος ευλόγησε τις πρώτες μονάδες που πάτησαν στη μικρασιατική γη.
Παρά το πανηγυρικό κλίμα, η ημέρα αμαυρώθηκε από ένοπλες συγκρούσεις.
Τούρκοι ελεύθεροι σκοπευτές άνοιξαν πυρ κατά των ελληνικών τμημάτων κοντά στο διοικητήριο (Κονάκι), οδηγώντας σε γενικευμένη ταραχή με θύματα και από τις δύο πλευρές.
Η ημέρα αυτή θεωρήθηκε από τον Ελληνισμό ως η δικαίωση της Μεγάλης Ιδέας, αν και αποτέλεσε την αφετηρία ενός πολέμου που κατέληξε στην Μικρασιατική Καταστροφή το 1922.




