Στην αυγή του 20ού αιώνα, ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας αποτελούσε μια ζωντανή και πολυπληθή κοινότητα που, παρά τις αποκλίσεις στις στατιστικές της εποχής, εκτιμάται ότι κυμαινόταν μεταξύ 1.500.000 και 1.800.000 ατόμων.
Η περίοδος από το 1914 έως το 1920 υπήρξε η πιο καθοριστική, καθώς οι συστηματικοί διωγμοί των Νεοτούρκων ανάγκασαν τους Μικρασιάτες να αναζητήσουν μια ισχυρή πολιτική προστασία, την οποία βρήκαν αποκλειστικά στο πρόσωπο του Ελευθερίου Βενιζέλου.
Αν θα έπρεπε να προσδιορίσουμε το μέγεθος της επιρροής του, το ποσοστό των Βενιζελικών στη Μικρά Ασία άγγιζε το 90% με 95%, καθώς η ταύτιση της επιβίωσής τους με τη δική του εξωτερική πολιτική ήταν καθολική.
Για τους Έλληνες της Ιωνίας, του Πόντου και της Καππαδοκίας, ο Βενιζελισμός δεν ήταν απλώς μια πολιτική παράταξη, αλλά μια υπαρξιακή αναγκαιότητα και το μοναδικό όχημα για την εθνική τους αποκατάσταση.
Ενώ η παλαιά Ελλάδα βρισκόταν εγκλωβισμένη στα πάθη του Εθνικού Διχασμού, το μικρασιατικό στοιχείο παρέμενε ένας γρανιτένιος και συμπαγής πυρήνας υποστήριξης, βλέποντας στην απόβαση στη Σμύρνη το 1919 τηn δικαίωση αιώνων αναμονής.
Η πίστη αυτή ήταν τόσο βαθιά ριζωμένη, που ακόμη και μετά την βιβλική καταστροφή και την έλευσή τους ως πρόσφυγες στην κυρίως Ελλάδα, η εκλογική τους συμπεριφορά παρέμεινε σχεδόν μονολιθικά βενιζελική, θεωρώντας πως ο Βενιζέλος ήταν ο μόνος που πάλεψε για την δική τους πατρίδα και ο μόνος που στάθηκε στο πλευρό τους κατά τη δύσκολη ενσωμάτωσή τους στο νέο κράτος.
Αναμφίβολα, η πολιτική ταύτιση των Μικρασιατών με τον Βενιζέλο υπήρξε ο βασικός καταλύτης για την εχθρότητα που βίωσαν, καθώς για το αντιβενιζελικό στρατόπεδο η έλευση 1,5 εκατομμυρίου φανατικών υποστηρικτών του Εθνάρχη σήμαινε την οριστική ανατροπή των πολιτικών συσχετισμών και την εκλογική τους περιθωριοποίηση.
Αυτό το 95% των Μικρασιατών που παρέμενε συμπαγώς στο πλευρό του Κόμματος Φιλελευθέρων αντιμετωπίστηκε ως μια «εισβολή» που αλλοίωνε την κοινωνική και πολιτική δομή της παλαιάς Ελλάδας, οδηγώντας σε ακραίες εκφράσεις μίσους και κοινωνικό αποκλεισμό.
Η άρνηση των αντιβενιζελικών να αποδεχτούν τους πρόσφυγες ως ισότιμους αδελφούς δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα οικονομικής στενότητας, αλλά κυρίως ένας στρατηγικός φόβος απέναντι σε μια εκλογική μάζα που θα κρατούσε τον Βενιζέλο στην εξουσία για δεκαετίες. Έτσι, ο προσδιορισμός «τουρκόσπορος» δεν ήταν μόνο μια προσβολή για την καταγωγή τους, αλλά και ένα πολιτικό στίγμα που χρησιμοποιήθηκε για να μειώσει την αξία της ψήφου τους και να τους παρουσιάσει ως ξένους προς τα συμφέροντα του «γηγενούς» πληθυσμού. Αυτή η σύγκρουση σφράγισε τον ελληνικό 20ό αιώνα, καθώς οι πρόσφυγες έπρεπε να παλέψουν διπλά, όχι μόνο για να επιβιώσουν στις νέες τους πατρίδες, αλλά και για να υπερασπιστούν την πολιτική τους ταυτότητα απέναντι σε ένα καθεστώς που τους έβλεπε ως απειλή.




