Η παρουσία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας στις κάλπες του 1920 θα μπορούσε πράγματι να αλλάξει άρδην το πολιτικό σκηνικό, καθώς ο πληθυσμός αυτός έβλεπε στο πρόσωπο του Ελευθερίου Βενιζέλου τον μοναδικό εγγυητή της ασφάλειάς του και την ενσάρκωση του οράματος της Μεγάλης Ιδέας που τους ενέτασσε στον εθνικό κορμό.
Οι Μικρασιάτες, ζώντας υπό το καθεστώς της ελληνικής διοίκησης στη Σμύρνη και έχοντας πλήρη επίγνωση των κινδύνων που εγκυμονούσε η άνοδος του κεμαλικού κινήματος, αποτελούσαν μια συμπαγή εκλογική βάση με ισχυρά βενιζελικά αισθήματα, γεγονός που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την κόπωση και την αντιπολεμική διάθεση που επικρατούσε στην «Παλαιά Ελλάδα» μετά από μια δεκαετία συνεχών πολεμικών αναμετρήσεων. Αν αναλογιστούμε ότι οι εκλογές του Νοεμβρίου κρίθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τη δυσαρέσκεια των επιστράτων και την υπόσχεση της αντιπολίτευσης για αποστράτευση, η προσθήκη εκατοντάδων χιλιάδων ψήφων από ανθρώπους που η ίδια τους η επιβίωση εξαρτιόταν από τη διατήρηση της Στρατιάς στη Μικρά Ασία θα έδινε στον Βενιζέλο μια τεράστια αριθμητική και ηθική ώθηση.
Είναι εξαιρετικά πιθανό μια τέτοια εξέλιξη να υπερκάλυπτε τη διαφορά στις έδρες που προέκυψε από το εκλογικό σύστημα της εποχής, καθώς το «μαύρο» των παλαιών επαρχιών θα αντισταθμιζόταν από τον ενθουσιασμό του αλύτρωτου ελληνισμού, αποτρέποντας έτσι την επιστροφή του Βασιλιά Κωνσταντίνου και τη συνακόλουθη διπλωματική απομόνωση της χώρας που οδήγησε τελικά στην Καταστροφή.
Η συμμετοχή τους θα λειτουργούσε ως ανάχωμα στον λαϊκισμό της Ηνωμένης Αντιπολιτεύσεως, προσφέροντας στον Βενιζέλο τη λαϊκή νομιμοποίηση που χρειαζόταν για να ολοκληρώσει τη Συνθήκη των Σεβρών, μετατρέποντας τις εκλογές από ένα δημοψήφισμα για την κόπωση του πολέμου σε μια πανεθνική επιβεβαίωση της πορείας προς τη δικαίωση των εθνικών διεκδικήσεων.
Η απουσία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από τις κάλπες του 1920 οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι η περιοχή της Σμύρνης, παρά την ελληνική διοίκηση, παρέμενε νομικά υπό την επικυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, καθώς η Συνθήκη των Σεβρών δεν είχε ακόμη επικυρωθεί από όλα τα συμβαλλόμενα κράτη.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, παρά το προφανές πολιτικό όφελος που θα είχε, απέφυγε να οργανώσει εκλογές εκεί για να μην κατηγορηθεί διεθνώς ότι παραβιάζει το διεθνές δίκαιο και ότι προχωρά σε μια de facto προσάρτηση πριν την οριστική διευθέτηση του καθεστώτος της περιοχής, κάτι που θα έδινε επιχειρήματα στους εχθρούς της Ελλάδας και στους συμμάχους που άρχισαν να διστάζουν.
Παράλληλα, υπήρχαν πρακτικές δυσκολίες σχετικά με τον καθορισμό των εκλογικών καταλόγων σε μια εμπόλεμη ζώνη, ενώ το πολιτικό ρίσκο θεωρήθηκε τότε διαχειρίσιμο, καθώς η βενιζελική παράταξη υποτίμησε το μέγεθος της δυσαρέσκειας στην ενδοχώρα και πίστευε ότι η διπλωματική επιτυχία των Σεβρών θα αρκούσε για τη νίκη χωρίς την ανάγκη των προσφυγικών ψήφων.
Επιπλέον, η αντιπολίτευση θα αντιδρούσε σφοδρά σε μια τέτοια κίνηση, χαρακτηρίζοντάς την νόθευση του φρονήματος του λαού της ελεύθερης Ελλάδας, και έτσι η κυβέρνηση επέλεξε να περιοριστεί στα σύνορα που ορίζονταν από τις προηγούμενες συνθήκες, αφήνοντας εκτός την πιο πιστή εκλογική της βάση σε μια στιγμή που την είχε απόλυτη ανάγκη.




