ΑΕΚ μέχρι τα δέκα του χρόνια, μετά Παναθηναϊκός λόγω ενός συγγενικού του προσώπου που τον πήγαινε γήπεδο και ομολογία έπειτα φορώντας τα κιτρινόμαυρα ότι “ναι είμαι ΑΕΚ”. Γαλάτσι – Ξάνθη – ΑΕΚ και ο ποδοσφαιριστής Ζήκος άρχισε να κάνει πολύ καλό όνομα στον χώρο.
Το ενδιαφέρον που έφτανε στην ΑΕΚ για το πρόσωπό του τις χρονιές 2001 και 2002 ήταν έντονο και ο ίδιος το ήξερε ότι πλησιάζει ο καιρός.
Η μοίρα έκανε και πάλι την εμφάνισή της και τα λόγια του το 2001 έπειτα από τον επαναληπτικό αγώνα της ΑΕΚ με την Μπαρτσελόνα δε θα σημαίνουν τίποτα τότε, μα τώρα κάνουν το παραμύθι πολύ πιο μαγικό, πολύ πιο πιστευτό.
«Είχα πολύ άγχος που θα μάρκαρα τον Ριβάλντο, αλλά ήμουν σε πολύ καλή αγωνιστική κατάσταση και είχα εμπιστοσύνη στις ικανότητές μου και στις δυνάμεις μου.
Όταν έχεις δει στην τηλεόραση έναν ποδοσφαιριστή να κάνει…μαγικά, έχεις λίγο παραπάνω στρες.
Το απέβαλα όμως στα πρώτα λεπτά του αγώνα.
Πάντως δε μου έκαναν καλή εντύπωση οι παίχτες της Μπαρτσελόνα.
Οι περισσότεροι είναι μεγάλα ονόματα και έτσι περιμένεις ότι θα έχουν αέρα, αυτοί όμως το παρακάνουν!
Έδειχναν ότι αισθάνονται ανώτεροι από εμάς τους… άσημους.
Η συμπεριφορά τους ήταν άσχημη.
Πέρυσι παίξαμε με τη Μονακό, στην οποία αγωνίζονταν αρκετοί γνωστοί ποδοσφαιριστές, αλλά δεν μας έκαναν να αισθανθούμε έτσι.»
Ο Ζήκος χωρίς να το ξέρει τότε, μίλησε για την επόμενη ομάδα του και τον επόμενο συμπαίχτη του αρκετά χρόνια μετά.
Είπε μεταξύ άλλων ότι ήταν ίσως το μεγαλύτερο ευρωπαϊκό ματς της καριέρας του.
Αλλά η ιστορία θα δείξει ότι το σκαλοπάτι αυτό ήταν απλά το πρώτο μιας καριέρας μεγάλης, μιας σκάλας προς το βάθρο της φιναλίστ του Τσάμπιονς Λιγκ Μονακό και μιας ζωής στους δρόμους του Μόντε Κάρλο.
Τελειομανής, σοβαρός, υπάκουος, ρομαντικός θα παίξει έναν από τους ρόλους κλειδιά στην ομάδα του πριγκιπάτου, σύμφωνα με την άποψη του προπονητή του, Ντιντιέ Ντεσάμπ. Δήλωσε ότι στο πρόσωπο του Άκη Ζήκου βλέπει κάποια στοιχεία από τον εαυτό του, εννοώντας ότι και οι δύο παίζανε πρώτα για την ομάδα και μετά για αυτούς.
Ο ίδιος ο ποδοσφαιριστής δήλωνε περιχαρής, τον τελευταίο του χρόνο στη Γαλλία…
«O προπονητής μου έδειξε απίστευτη εμπιστοσύνη.
Υπήρξε μεταξύ μας φοβερή χημεία και μέχρι σήμερα έχουμε άριστη σχέση.
Τι να σας πω;
Ότι παραμονές του τελικού με την Πόρτο καθίσαμε στο αεροπλάνο και συζητήσαμε οι δυο μας για το παιχνίδι και το πώς θα αγωνιστούμε;
Αυτό το γεγονός με έκανε να νιώσω ξεχωριστός.
Μου έχει δώσει απίστευτες αρμοδιότητες μέσα στο γήπεδο.
Μπορώ ακόμη και να αλλάξω το σύστημα της ομάδας κατά τη διάρκεια του αγώνα.». Η εκτίμηση αμοιβαία και η επιτυχημένη πορεία μέχρι τον τελικό ομολογούν του λόγου το αληθές για χημεία και ικανή συνεργασία.
Με προπονητές εντός και εκτός αγωνιστικού χώρου η Μονακό έκανε μια μνημειώδη χρονιά που αν και δε συνοδεύτηκε εν τέλει από την κατάκτηση του πολυπόθητου τροπαίου, έκανε τον Άκη Ζήκο τον μόνο Έλληνα ποδοσφαιριστή που αγωνίστηκε σε τελικό Τσάμπιονς Λιγκ μέχρι και σήμερα. Θυμάται πολλά από εκείνες τις μέρες αλλά σίγουρα όχι πίκρα.
Αυτή έφυγε λίγα λεπτά μετά τη λήξη του αγώνα.
Όταν όλοι είναι χαρούμενοι γύρω σου ακόμη και οι δικοί σου οπαδοί, τότε δέχεσαι και εσύ να συμμετάσχεις στη γιορτή.
Οφείλεις και αξίζεις να γίνεις μέρος των πανηγυρισμών και του άκρατου ενθουσιασμού και τα μετάλλια στο τέλος μνήμες και τιμή για τον καθένα.
Η πορεία πιστεύει ότι οφείλεται στην ομοιογένεια της ομάδας με τους ίδιους παίχτες για 3η χρονιά μαζί, στον προπονητή και άνθρωπο Ντιντιέ Ντεσάμπ, στην οργάνωση της ομάδας και του γαλλικού πρωταθλήματος και στους εξαιρετικούς χαρακτήρες των μεγάλων ονομάτων του συλλόγου όπως ο Λουντοβίκ Ζιουλί και ο Φερνάντο Μοριέντες.
Η ήττα στον αγώνα εκείνο είναι κομμάτι της απειρίας τους μα πόσο σημασία έχει τελικά;
Μετά από χρόνια θυμάται την ατμόσφαιρα και όχι το αποτέλεσμα.
Την αγωνία του δυο βδομάδες πριν μη τυχόν και τραυματιστεί, το άγχος του μέχρι να του δώσουν την άδεια συμμετοχής έπειτα από την πρόσφατη αποβολή του σε προηγούμενο αγώνα, τα συγχαρητήρια του κόσμου στους δρόμους του Μόντε Κάρλο.
«Βγάλαμε τον κόσμο στο δρόμο, πολύ παράξενο», αναπολεί, σκεπτόμενος το Μονακό ως πόλη διασημοτήτων και όχι ποδοσφαιρόφιλων κατοίκων.
Το να σε γνωρίζει κάποιος εκεί είναι σπουδαίο και δύσκολο επίτευγμα και πόσο μάλλον να το πετύχει ένας ξένος, που πήγε εκεί άγνωστος και έμεινε για λίγο, παρέλαβε το μετάλλιό του αγκαλιά με την γαλανόλευκη σημαία, η προέλευση της οποίας απασχόλησε πολύ καιρό τα μέσα.
Ξετυλίγοντας τη σημαία για να την περάσει στο λαιμό του, ξετυλίγεται μαζί και μια όμορφη ιστορία..
Μέχρι τότε δεν ήταν όλα ρόδινα και το πιο μελανό σημείο για τον ίδιο είναι το κεφάλαιο της Εθνικής.
Σε ένα παράλληλο παραμύθι που διαδραματιζόταν αλλού ο ίδιος δεν είχε ρόλο. Και ας το ήθελε.
Ας το επεδίωκε με τις εμφανίσεις του.
Aς πίεζαν και τα μέσα ενημέρωσης, ο Ότο Ρεχάγκελ δεν πείστηκε να τον συμπεριλάβει στην αποστολή της Εθνικής για το Euro 2004.
Και εκεί υπήρχε happy end, αλλά όχι για τον Ακη Ζήκο.
Αν και χάρηκε και εκείνος την επιτυχία όπως κάθε Έλληνας οπαδός ομολογεί πως τότε ένιωθε ένα αίσθημα αδικίας.
Όχι επειδή πίστευε πως πρέπει να συμμετάσχει με την αξία του, αλλά γιατί δεν δοκιμάστηκε καν από τον ομοσπονδιακό προπονητή ώστε να κοπεί έπειτα.
«Στενοχωριέμαι γιατί πιστεύω πως όχι μόνο θα βοηθούσα αλλά και επειδή πιστεύω πως είχα θέση σε αυτή την ομάδα.
Δεν μπορεί να παίζω στο γαλλικό πρωτάθλημα και να μην έχω κληθεί σε ένα φιλικό.
Δεν μπορεί να μη με καλεί ο Ρεχάγκελ σε ένα παιχνίδι για να με δει.
Εδώ αναπληρωματικοί της Μονακό και πηγαίνουν και παίζουν στις εθνικές της χώρας τους. Και το θέμα είναι ότι από την αρχή που ήρθε ο Ρεχάγκελ εγώ ήμουν στην εθνική ομάδα. Από τη στιγμή όμως που πήγα στη Μονακό σταμάτησα να καλούμαι στην Εθνική».
Τώρα πλέον όμως έχει συμβιβαστεί με το γεγονός και ομολογεί πως δε θα άλλαζε τον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ για το Euro 2004.
Είναι της άποψης ότι πρέπει να είσαι ικανοποιημένος με όσα έχεις πετύχει και δε νιώθει αχαριστία.
Αυτό προσπαθεί να το δείχνει συνέχεια είτε αναφέροντας τα άτομα που τον βοήθησαν πολύ στην παιδική του ηλικία όπως ο προπονητής Στράτος Σάββας..
αναγγέλλει και επιστρέφει εκεί όπου αγαπήθηκε με στόχο να πάρει τον πολυπόθητο τίτλο πρωταθλήματος.
Από τον Ακη Ζήκο θα πειστεί να έρθει και ο Μοχάμεντ Καλόν, που λέει πως έμαθε ότι η ΑΕΚ είναι ένας πολύ μεγάλος σύλλογος.
Εκεί θα βρούνε και τον Ριβάλντο που θαύμαζε παλιότερα και μαζί με άλλους γνωστούς διεθνείς θα προσπαθήσουν μέχρι τελευταία αγωνιστική να πάρουν αυτό που έχασαν τελικά στο νήμα, αφήνοντάς του άλλη μία πικρία.
«Με πείραξε περισσότερο από τον χαμένο τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ ότι δεν πήρα εκείνο το πρωτάθλημα με την ΑΕΚ.
Γιατί ήταν η τελευταία μου ευκαιρία.
Αλλωστε το είχαμε κερδίσει και το χάσαμε για εξωαγωνιστικούς λόγους.
Δε μπορούσα να φανταστώ καλύτερο τέλος στην καριέρα μου».
Το τέλος βέβαια δεν άργησε να έρθει, μα οι στιγμές που έζησε ήταν συγκλονιστικές.
Όλο το γήπεδο τον επευφημούσε και φώναζε ρυθμικά το όνομα του την ώρα που όπως εκμυστηρεύεται, του έφυγε ένα τεράστιο βάρος.
Στην ΑΕΚ είχε έρθει πια έμπειρος και είχε και ρόλους που δεν είχε στη Μονακό.
Όπως του καθοδηγητή και του προτύπου για τα νέα παιδιά.
Του ηγέτη στο γήπεδο, του εμψυχωτή, του ανθρώπου που θα έβγαινε μπροστά στις δύσκολες καταστάσεις.
Δεν είχε μάθει ποτέ να τα παρατάει και έτσι μέχρι και το τελευταίο αγωνιστικό λεπτό η τελειομανία του τον καταδίωκε.
Και εκεί αναγνωρίστηκε, χειροκροτήθηκε και ένιωσε πάλι ανάλαφρος.
Ένιωσε πάλι παιδί και δε συνειδητοποίησε το ποδοσφαιρικό τέλος παρά μόνο με την επίσημη ανακοίνωση που εκδόθηκε αργότερα.
Η ενέργεια που έχει ένας ποδοσφαιριστής μαζεμένη είναι μεγάλη και αφού δε μπορείς να τη βγάλεις πλέον εντός γηπέδου πρέπει να βρεις κάπου αλλού να τη διοχετεύσεις.
Με τις γνωριμίες του στο πριγκιπάτο βρήκε διέξοδο και σε αυτό το πρόβλημα.
Το “Camp 8”, Κέντρο Αποκατάστασης Ποδοσφαιριστών, λειτουργεί από τον Ιανουάριο του 2008, στην περιοχή Σεντ Ραφαέλ, 40 λεπτά από το Μονακό.
Με συνέταιρους τους Λουδοβίκ Ζιουλί, Ράφα Μάρκες, Λούκας Μπερνάρντι και Γιάροσλαβ Πλάζιλ έφτιαξαν από το μηδέν ένα χώρο θα βοηθήσει τους συναθλητές τους, προσφέροντας την εξειδικευμένη γνώμη που και οι ίδιοι ψάχνανε στους τραυματισμούς τους.
Το πιο σημαντικό είναι η σωστή διάγνωση, η αποθεραπεία και η αποκατάσταση για έναν ποδοσφαιριστή, έτσι ώστε το σώμα να επανέλθει σωστά.
Από το Κέντρο αυτό έχουν περάσει ο Τζιμπρίλ Σισέ, ο Πατρίκ Βιεϊρά, ο Σωτήρης Νίνης και πολλοί άλλοι.
Αλλά η ενασχόλησή του με το χώρο δεν έμεινε εκεί.
Πηγαίνει συχνά στο Μονακό, μα δεν είναι κάτι που γεμίζει την καθημερινότητά του.
Αυτό που κάνει θέλει να το κάνει σωστά και να προσφέρει, όμως εδώ δεν υπάρχουν οι δυνατότητες αυτές.
Το ότι ο Έλληνας παράγοντας κοιτά πρώτα τη νίκη και την Ευρώπη και όχι το καλό της ομάδας του, τις ακαδημίες και το σκάουτινκ, είναι τα κύρια ζητήματα που αποτρέπουν την ανάπτυξη της ελληνικής αγοράς ώστε να συναγωνιστεί άλλα επιτυχημένα ποδοσφαιρικά μοντέλα όπως αυτό της Λυών. Στόχος του λοιπόν τονίζει περήφανα πως είναι να εκπαιδεύσει νέα παιδιά ώστε να φτάσουν γρήγορα σε υψηλό επίπεδο Ευρώπης έχοντας όμως παράλληλα τον σωστό χαρακτήρα για μια πορεία ονειρική και παραμυθένια. Για μια καινούρια ποδοσφαιρική ιστορία.
Και για να κλείσει το παραμύθι όμορφα όπως άρχισε, αρκεί να αναφερθεί η προέλευση της γαλανόλευκης σημαίας που ξεχώριζε την βραδιά εκείνη του τελικού του Τσάμπιονς Λιγκ στο λαιμό του.
Στην καθιερωμένη ερώτηση στα αποδυτήρια για τον αριθμό των εισιτηρίων που επιθυμεί κάθε ποδοσφαιριστής, οι άνθρωποι του Μονακό αρχικά γέλασαν μόλις άκουσαν τον τρελό Έλληνα να αναφέρει τον αριθμό 270 και τελικά αναγκάστηκαν να τον πιστέψουν όταν είδαν ότι επέμενε. Δεν αγόρασε απλά 270 εισιτήρια, μα ναύλωσε και τζετ σε συνεργασία με τον Sport-fm ώστε να φέρει το κοινό στο στάδιο και να ζήσουν τη στιγμή.
Εκείνοι δε τον ξέχασαν και φώναζαν συνέχεια το όνομά του.
Στο τέλος του δώσανε και τη σημαία, η οποία έκανε το γύρο του κόσμου κατά τη βράβευση τον ομάδων.
Ένας από τους τυχερούς που συνταξίδεψαν εκεί και καλός φίλος του Άκη Ζήκου, δηλώνει περήφανος: «Ο Άκης είναι πολύ χαμηλών τόνων. Δεν έχω γνωρίσει ποτέ κάποιον να πει κάτι κακό για αυτόν. Δε πούλησε ποτέ οπαδιλίκι. Τα κατάφερε όλα μέσω δουλειάς».




