”Ήμουν φανατικός του ποδοσφαίρου.
Ήδη από την ηλικία των έξι ετών, έπαιζα με μια μπάλα του τένις ή μια βρεγμένη σκληρή χάρτινη μπάλα.
Ουσιαστικά, έπαιζα με οτιδήποτε σφαιρικό.
Το γήπεδο ποδοσφαίρου ήταν ο διάδρομός μας στο σπίτι, στη Via Marconi 3 στο Caldogno. Είχε διαστάσεις δύο επί επτά μέτρα, ιδανικό για παιχνίδι δύο εναντίον δύο.
Αυτός ο διάδρομος είχε τα πάντα… τις κερκίδες, τις ζητωκραυγές των οπαδών.
Το μπάνιο ήταν το τέρμα.
Έκανα τα δικά μου σχόλια.
Σκόραρα όλα τα γκολ. Ήταν φανταστικά.
Μόνο όταν πήγαινα για ύπνο σταματούσα και ο ενθουσιασμός ξεθώριαζε, λυπόμουν και έλεγα στον εαυτό μου ότι έπρεπε να μεγαλώσω γρήγορα για να βρω μια ομάδα και να φύγω από αυτόν τον διάδρομο.
Αυτόν τον διάδρομο τον κοιτούσαν έντονα οι υπόλοιποι, βαθιά λυπημένοι επειδή δίσταζαν να σηκωθούν από το τραπέζι και να μου πουν να σταματήσω, θα έμεναν ευχαρίστως να πιουν ένα ποτήρι κρασί, μασουλώντας ξηρούς καρπούς και καπνίζοντας ένα τσιγάρο με την ησυχία τους.
Αλλά δεν του έδωσα ανάπαυλα και νομίζω ότι τελικά το διασκέδαζαν κι αυτοί.
Έπειτα έπαια μπροστά στο εργαστήριο του πατέρα μου, μερικές φορές μόνος στον τοίχο…
Δεξιά, αριστερά, τσελεκάκια, σουτ.
Έπρεπε να μου είχαν δώσει την Χρυσή Μπάλα τότε.
Έσπασα μερικά φώτα αρκετές φορές.
Και όταν έβρεχε, ο πατέρας μου με άφηνε να παίξω μέσα στην αποθήκη.
Αλλά πάντα κατέστρεφα ότι υπήρχε στον κλειστό χώρο.
Στις 24 Δεκεμβρίου 1993, ο Ρομπέρτο Μπάτζιο κέρδισε την Χρυσή Μπάλα!




