Σίνισα Μιχαΐλοβιτς… Ένας σκληροτράχηλος άνθρωπος

0

“Γεννήθηκα στο Βούκοβαρ, για μένα ήταν η πιο όμορφη πόλη στον κόσμο.

Μετά έγινε σύμβολο του πολέμου.

Γύρισα μετά από είκοσι πέντε χρόνια.

Την τελευταία φορά ήταν κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης.

Είχαν όλα ισοπεδωθεί, δεν μπορούσα καν να το φανταστώ.

Δεν μπορούσα να καταλάβω τους δρόμους.

Μόνο ερείπια και μηχανές που στοιβάζονται για να δημιουργήσουν χαρακώματα.

Δεν πετούσε πουλί, δεν υπήρχε σκύλος, τίποτα.

Πόλεμος, όλα χάλια.

Αλλά αυτη η αδελφοκτονία που ζήσαμε στην πρώην Γιουγκοσλαβία είναι το χειρότερο που μπορούσε να συμβεί. Φίλοι πυροβολούσαν ο ένας τον άλλο, χάθηκαν οικογένειες…

Ο καλύτερός μου φίλος κατέστρεψε το σπίτι μου.

Ήταν καταστροφικό για όλους. Αυτό που λέω, μπορεί επίσης να το πει ενας κροάτης ή ένας βόσνιος.

Ο πατέρας μου ήταν φορτηγατζής, πέθανε από όγκο στον πνεύμονα.

Όταν ”έφυγε” δεν ήμουν εκεί.

Το σκέφτομαι κάθε μέρα.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου, ήταν σε θέση να έρθει στην Ιταλία αλλά ήθελε να μείνει στη χώρα του. Μακάρι να μπορούσε να δει πώς μεγάλωσαν τα εγγόνια του.

Η μητέρα μου ακόμα με κοιτάζει με τα ίδια μάτια όπως όταν ήμουν παιδί.

Δεν μιλάει ιταλικά και τα παιδιά μου,δεν μιλανε σερβικα.

Αλλά κάθε φορά που έρχεται να μας επισκεφτεί στη Ρώμη και βλέπω πως τα κοιτάζει, καταλαβαίνω ότι η αγάπη δεν χρειάζεται λόγια. Μερικές φορές νομίζω ότι είμαι εκατόν πενήντα χρονών, για όλα όσα έχω ήδη ζήσει.

Εφηβεία στη Σερβία, καριέρα και πολλές πόλεις, έξι παιδιά, φτώχεια, επιτυχίες.

Πόλεμοι, πληγές, δάκρυα.

Σήμερα αν κοιτάξω πίσω μπορώ να πω..Σίνισα, πόση ζωή έχεις ζήσει..

Oταν ξέσπασε ο πόλεμος, οι γονείς μου δεν ήθελαν να φύγουν από το σπίτι.

Hθελαν να μείνουν.

Πάντα τους έλεγα να φύγουν, αλλά δεν ακουγαν “δεν κάναμε τίποτα κακό” ελεγαν, αλλά ήταν επικίνδυνο.

Μια μέρα ο καλύτερος μου φίλος, ένας κροάτης που για μένα ήταν αδελφός, πήγε στο σπίτι των γονιών μου και είπε…

“Πρέπει να φύγετε γιατί δεν είναι πια το σπίτι σας!”.

Ο πατέρας μου δεν μπορούσε να καταλάβει…

“Γιατί το κάνεις αυτό??” ρώτησε.

Επέστρεψε μετά από δύο μέρες και τους βρήκε εκεί.

Πήρε το όπλο, πήγε μπροστά από τη φωτογραφία μου με το κόκκινο αστέρι και πυροβόλησε την εικόνα μου και οι γονείς μου έπρεπε να παραδοθούν.

Εφυγαν, άφησαν το σπίτι τους και πήραν το τελευταίο τρένο και ήρθαν σε μένα.

Μόλις βγήκαν, ο φίλος μου πέταξε μια βόμβα και ανατίναξε το σπίτι.

Για πολύ καιρό αναρωτιόμουν πώς ήταν δυνατόν αυτός, που ήταν αδελφός μου, να είχε κάνει κάτι τέτοιο.

Ημουν με αυτή την αμφιβολία για σχεδόν δέκα χρόνια.

Τότε, μια μέρα, το ‘ 99, ήμουν στο Ζάγκρεμπ για το πρώτο παιχνίδι μεταξύ της Κροατίας και της Σερβίας μετά το τέλος του πολέμου.

Ηρθε στο ξενοδοχείο που ήμασταν και τα είπαμε…

“Ξέρεις όλα όσα συνέβησαν, αλλά θέλω να σου εξηγήσω.

Όλοι ήξεραν ότι εσύ κι εγώ ήμασταν οι καλύτεροι φίλοι, οτι ήμασταν αδέρφια και μου είπαν ότι έπρεπε να αποδείξω ότι ήμουν κροάτης αλλιώς θα με σκότωναν.

Για να το αποδείξω, έπρεπε να κάψω το σπίτι των γονιών σου.

Πυροβόλησα την φωτογραφία σου επειδή οι γονείς σου δεν ήθελαν να φύγουν. Προσπάθησα να σώσω τους γονείς σου.”

Τον ευχαρίστησα, γιατί εκτός από το να σώσει τη ζωή του, σκέφτηκε να σώσει και την δική μας.

Ποιος νοιάζεται για το σπίτι.

Πηγα πίσω στη πόλη μου, όταν οι σέρβοι την ελευθέρωσαν.

Δεν έμεινε τίποτα.

Μετά πηγα στην περιοχή που ήταν το σπίτι μου, αλλά δεν αναγνώρισα τίποτα.

Τότε ειδα ένα πράγμα που δεν θα ξεχάσω ποτέ.

Δύο παιδιά δέκα ετών πλησίασαν με όπλα στα χέρια τους.

Πάντα θα θυμάμαι τα μάτια τους.

Ήταν τα θλιμμένα μάτια αυτών που είχαν ζήσει τα πάντα εκτός από την παιδική τους ηλικία “.

Σίνισα Μιχαΐλοβιτς

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here