Ο Ρομπέρτο Μπενίνι και η οσκαρική ταινία ”La Vita è Bella”

0

Η ομιλία του Ρομπέρτο Μπενίνι, όταν κέρδισε το Oσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας, με το δημιούργημά του…

«H Zωή Είναι Ωραία».

“Θέλω να ευχαριστήσω τους γονείς μου στο Βεργκάιο, ένα μικρό χωριό της Ιταλίας.

Μου έδωσαν το μεγαλύτερο δώρο, την φτώχεια…και θέλω να τους ευχαριστήσω γι’αυτό το μάθημα ζωής.

Αλήθεια, ευχαριστώ μαμά και μπαμπά.

Σας ευχαριστώ και για την αγάπη σας.

Γιατί, αν είμαι εδώ, οφείλεται στο ότι οι άνθρωποι αγαπούν τις ταινίες.

Όλα είναι θέμα αγάπης.

Θα ήθελα να αφιερώσω αυτό το βραβείο, λόγω του θέματος της ταινίας, σε όσους δεν είναι εδώ.

Έδωσαν τη ζωή τους για να μπορούμε να πούμε ότι ”Η Ζωή Είναι Ωραία”.

Και θα ήθελα να στείλω ένα φιλί στον Τζιόρτζιο Κανταρίνι, το μικρό αγοράκι.

Και μιας και μιλάμε για αγάπη, ο Δάντης είπε…

“Η αγάπη θα μετακινήσει τον ήλιο και τα αστέρια”.

Η αγάπη είναι θεότητα και μερικές φορές, αν έχεις πίστη, μπορεί να εμφανιστεί, όπως όλες οι θεότητες.

Γι’αυτόν το λόγο θέλω να αφιερώσω αυτό το βραβείο στη Νικολέτα Μπράσκι, την γυναίκα μου.

Σε ευχαριστώ.”

Ο Μπενίνι εμπνεύστηκε το σενάριο από τον πατέρα του, που κλείστηκε δύο χρόνια σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και τον Ρομέο Σαλμόνι.

Ο Σαλμόνι ήταν Εβραίος και σε ηλικία εικοσιτεσσάρων ετών φυλακίστηκε από την φασιστική αστυνομία.

Αργότερα, οδηγήθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς, όπου παρέμεινε μέχρι την απελευθέρωση του από τους συμμάχους.

Τις τραυματικές του εμπειρίες κατέγραψε στο βιβλίο του με τίτλο «Στο τέλος, νίκησα τον Χίτλερ».

Η Ζωή Είναι Ωραία ( La Vita è Bella) είναι ιταλική δραματική κωμωδία παραγωγής 1997 σε σκηνοθεσία Ρομπέρτο Μπενίνι και σε σενάριο του ίδιου μαζί με τον Βιντσέζο Τσέραμι.

Η ταινία αφηγείται την ιστορία ενός Ιταλού Εβραίου, τον Γκουίντο, που πρέπει να επιστρατεύσει όλη του τη φαντασία για να βοηθήσει την οικογένειά του που κρατείται στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπέργκεν-Μπέλζεν.

Ο τίτλος προέρχεται από τη φράση του Λέοντα Τρότσκι.

Εξόριστος στο Μεξικό, γνωρίζοντας ότι θα δολοφονηθεί από ανθρώπους του Στάλιν, είδε τη σύζυγό του στον κήπο και έγραψε ότι “η ζωή είναι ωραία”.

Ο αριθμός που έχει ο Benigni στο στρατόπεδο συγκέντρωσης είναι ο ίδιος με αυτόν της στολής του Charlie Chaplin στον Μεγάλο Δικτάτορα.

Η ταινία κυκλοφόρησε στους κινηματογράφους στις 20 Δεκεμβρίου 1997 στην Ιταλία και στις 23 Οκτωβρίου 1998 στις Ηνωμένες Πολιτείες. Απέσπασε εξαιρετικά σχόλια από τους κριτικούς και έγινε μεγάλη εισπρακτική επιτυχία αποφέροντας 229,1 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως. Έλαβε επτά υποψηφιότητες για Όσκαρ, μεταξύ των οποίων Καλύτερης Ταινίας και Σκηνοθεσίας, και κέρδισε τρία στις κατηγορίες Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας, Α’ Ανδρικού Ρόλου για την ερμηνεία του Μπενίνι και Καλύτερης Μουσικής.

Ο Γκουίντο, ένας Ιταλός εβραϊκής καταγωγής, φτάνει σε μια μικρή πόλη της Ιταλίας για να πιάσει δουλειά ως σερβιτόρος στο ξενοδοχείο του θείου του.

Ο Γκουίντο είναι αστείος και χαρισματικός, ειδικά όταν γνωρίζει μια δασκάλα, τη Ντόρα.

Η Ντόρα, όμως, προέρχεται από μια πλούσια, αριστοκρατική, μη εβραϊκή οικογένεια.

Η μητέρα της θέλει να καλοπαντρευτεί, αλλά η Ντόρα ερωτεύεται τον Γκουίντο και τη μέρα του γάμου της, κλέβονται.

Περνούν αρκετά χρόνια και τώρα το ζευγάρι έχει ένα γιο, τον Τζιοζέ.

Η Ντόρα και η μητέρα της έχουν αποξενωθεί εξαιτίας του γάμου της με τον Γκουίντο αλλά οι σχέσεις τους καλυτερεύουν λίγο πριν τα τέταρτα γενέθλια του εγγονού της.

Η εντολή για το Ολοκαύτωμα μόλις είχε δοθεί και οι Γερμανοί ξεκίνησαν να μαζεύουν όλους τους Εβραίους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Ο Γκουίντο, μαζί με το θείο του και το γιο του αναγκάζονται να επιβιβαστούν σε ένα τρένο με προορισμό ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Η Ντόρα -αν και ιταλικής καταγωγής και συνεπώς άμοιρη των δεινών που περιμένουν τους εβραίους- δεν μπορεί να αποχωριστεί τους άντρες της ζωής της, ζητάει να πάει μαζί τους και μπαίνει στο τρένο οικειοθελώς, αλλά στην συνέχεια χωρίζονται.

Στο στρατόπεδο, ο Γκουίντο κρύβει το γιο του από τους Ναζί φύλακες, του δίνει κρυφά φαγητό και προσπαθεί να τον κάνει να μην καταλάβει τι πραγματικά συμβαίνει.

Έτσι, τον πείθει ότι το στρατόπεδο είναι απλά ένα παιχνίδι, στο οποίο ο παίκτης που θα καταφέρει να μαζέψει 1.000 πόντους θα κερδίσει ένα τανκ.

Του λέει αν κλάψει, παραπονεθεί, ζητήσει τη μαμά του ή πει ότι πεινάει θα χάσει.

Ο Γκουίντο τον πείθει ότι οι φύλακες του στρατοπέδου είναι κακοί γιατί θέλουν κι αυτοί να κερδίσουν το τανκ και έτσι όλα τα άλλα παιδιά κρύβονται για να κερδίσουν το παιχνίδι.

Όταν ο Τζιοζέ δε θέλει να παίξει άλλο και ζητά να επιστρέψει σπίτι, του λέει ότι είναι λίγους πόντους πριν τη νίκη.

Παρά το γεγονός ότι είναι περιτριγυρισμένος από μιζέρια, αρρώστια και θάνατο, ο Τζιοζέ δεν αμφιβάλλει καθόλου για τα λεγόμενα του πατέρα του, χάρη στην πειστική του ερμηνεία και τη δική του αθωότητα.

Η ιστορία του Γκουίντο κρατάει μέχρι το τέλος, όταν μέσα στο χάος που προκάλεσε η αμερικανική εισβολή, λέει στο γιο του να μείνει μέσα σε ένα κουτί μέχρι να φύγουν όλοι, πείθοντάς τον ότι αυτό είναι το τελευταίο μέρος του παιχνιδιού.

Ο Γκουίντο, ενώ προσπαθεί να βρει τη Ντόρα, συλλαμβάνεται και πυροβολείται από έναν φύλακα , αλλά όχι πριν κάνει το γιο του να γελάσει για τελευταία φορά.

Ο Τζιοζέ καταφέρνει να επιζήσει και νομίζει ότι νίκησε το παιχνίδι όταν ένα αμερικανικό τανκ φτάνει και απελευθερώνει το στρατόπεδο. Βρίσκει τη μητέρα του, και τις λέει ότι κερδίσανε το παιχνίδι. Χρόνια αργότερα, συνειδητοποιεί τη θυσία του πατέρα του, που του έσωσε τη ζωή.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ