Ριβάλντο, απο τις φαβέλες στην κορυφή του κόσμου

0

O Ριβάλντο, ξεκίνησε την επαγγελματική του σταδιοδρομία σε ηλικία δεκαέξι ετών, όταν υπέγραψε με την Παουλιστάνο το 1989, παρότι ήταν σωματικά πολύ αδύναμος για να πετύχει.

Προερχόμενος από ιδιαίτερα φτωχή οικογένεια τα σημάδια του υποσιτισμού ήταν εμφανή (όπως στα δόντια).

Ο πατέρας του σκοτώθηκε σε τροχαίο ατύχημα την ίδια χρονιά και ο ίδιος εργαζόταν σε δουλειές του δρόμου για να επιβιώσει.

”Εζησα μια πολύ κακή παιδική ηλικία, με πολλές ελλείψεις, τόσο πολύ που όταν πήγαινα στο σχολείο σε μια ιατρική ανασκόπηση, όπως όλα τα φτωχά παιδιά, αντιμετώπισα το πρόβλημα του υποσιτισμού.

Για αυτό το λόγο, ήταν ξεκάθαρο ότι η μόνη διαφυγή του από τη φτώχεια ήταν το ποδόσφαιρο…

Στο παιχνίδι κάθε μέρα, κουραζόμουν και θυσίασα πολλά.

Το να φέυγω απο το σπίτι μου και να μπαίνω στο γήπεδο, ήταν μια όμορφη αίσθηση που θυμάμαι πάντα με νοσταλγία.”

Πήγε να παίξει στη Σάντα Κρουζ το 1991.

Το 1992, μετακόμισε νότια στην πολιτεία του Σάο Πάολο όπου έπαιξε για την Μοζί Μιρίμ στη δεύτερη κατηγορία του πρωταθλήματος της Βραζιλίας.

Το 1993, μετακόμισε στην πρωτεύουσα του κράτους για να παίξει για τη Κορίνθιανς στην πρώτη κατηγορία.

Εκεί δεν κατάφερε να γνωρίσει ιδιαίτερη επιτυχία και την επόμενη χρονιά μετακόμισε στην Παλμέιρας, στην οποία τον πρώτο χρόνο σημείωσε 14 γκολ σε 30 αγώνες βοηθώντας το σύλλογο να υπερασπιστεί το πρωτάθλημα του 1994.

Τόσο το 1993 όσο και το 1994 τιμήθηκε από το επίσημο περιοδικό Placar με τη Bola de Ouro για τον καλύτερο παίκτη στη θέση του.

Ιδιαίτερα επιδέξιος, ως επιτελικός μέσος συνδύαζε τη δημιουργικότητα με την εκτελεστική ικανότητα, στοιχεία ασυνήθιστα στο σύγχρονο ποδόσφαιρο.

Εγκατέλειψε την πατρίδα του έχοντας κατακτήσει δύο εθνικά πρωταθλήματα με την ομάδα της Παλμέιρας και εντάχθηκε στο δυναμικό της ισπανικής Ντεπορτίβο Λα Κορούνια.

Οι εμφανίσεις του προκάλεσαν το ενδιαφέρον της Μπαρτσελόνα, στην οποία τελικά μεταγράφηκε τον επόμενο χρόνο και αγωνίστηκε μέχρι το 2002.

Με την ομάδα της Καταλονίας έζησε την καλύτερη περίοδο της καριέρας του και κατέκτησε το πρωτάθλημα το 1998 και το 1999.

Το 1999 ήταν δεύτερος σκόρερ του πρωταθλήματος με 24 γκολ.

Την σεζόν 2000–01, στο τελευταίο παιχνίδι απέναντι στη Βαλένθια, σημείωσε ένα χατ-τρικ για να κερδίσει η Μπαρτσελόνα τελικά το παιχνίδι με 3–2.

Συχνά κατατάσσεται ως το εντυπωσιακότερο χατ-τρικ όλων των εποχών…

Στο τρίτο γκολ ο Ριβάλντο έλεγξε την μπάλα με το στήθος έξω από την περιοχή, μετα απο ζυγισμένη πάσα του Φρανκ Ντε Μπουρ και εκτέλεσε εναέρια ανάποδο ψαλίδι στις καθυστερήσεις, το οποίο θεωρεί και σαφως, ως το καλύτερο γκολ της καριέρας του.

Ένας εκσταστιασμένος Ριβάλντο έβγαλε τη φανέλα του και άρχισε να την κουνάει πάνω από το κεφάλι του κατά τη διάρκεια των πανηγυρισμών.

Με τη νίκη αυτή η ομάδα της Βαρκελώνης εξασφάλισε τη συμμετοχή της στο Τσάμπιονς Λιγκ της επόμενης χρονιάς.

Αυτή ήταν η πιο παραγωγική χρονιά της καριέρας του έχοντας σημειώσει 35 τέρματα σε όλες τις διοργανώσεις.

Επόμενος σταθμός του ήταν η Μίλαν με την οποία κατέκτησε το Τσάμπιονς Λιγκ, το Ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ και το Κύπελλο Ιταλίας το 2003. Ο μικρός αριθμός συμμετοχών του στην ομάδα του Μιλάνου και η χαμηλή παραγωγικότητά του (8 γκολ σε 38 αγώνες) τον ανάγκασαν να επιστρέψει για ένα διάστημα στη Βραζιλία, αγωνιζόμενος με την Κρουζέιρο.

Το 2004 μετεγράφηκε στον Ολυμπιακό και συγκεκριμένα στις 21 Ιουλίου 2004, προκαλώντας ενθουσιασμό στον “ερυθρόλευκο” κόσμο. Παρέμεινε για τρία χρόνια, κατακτώντας ισάριθμα πρωταθλήματα και δύο νταμπλ.

Κατά τη διάρκεια της σεζόν 2004–05 σημείωσε μερικά σημαντικά γκολ, ένα από τα οποία έρχεται στο πρώτο του ντέρμπι απέναντι στον Παναθηναϊκό που αναμφισβήτητα αποδείχθηκε το πιο διάσημο με τη φανέλα του Ολυμπιακού, ένα χτύπημα φάουλ για να στείλει τον Ολυμπιακό στη νίκη απέναντι στους αιώνιους αντιπάλους του.

Ένα άλλο αξιοσημείωτο γκολ, στον αγώνα του Ολυμπιακού για το Τσάμπιονς Λιγκ, στην Αγγλία, εναντίον των μελλοντικών πρωταθλητών της Λίβερπουλ, όπου σημείωσε πάλι ένα γκολ απο χτύπημα φάουλ και έβαλε την ελληνική ομάδα μπροστά.

Ωστόσο, ο Ολυμπιακός αποκλείεται μετά από τέρμα του αρχηγού της Λίβερπουλ, Στίβεν Τζέραρντ που έκανε το σκορ 3-1.

Στο τελευταίο παιχνίδι της πρώτης σεζόν στον Ολυμπιακό, ο σύλλογος χρειαζόταν μια νίκη για να κερδίσει το πρωτάθλημα, με τον Παναθηναϊκό να απέχει μόνο ένα βαθμό πίσω.

Ο Ολυμπιακός κέρδισε τον Ηρακλή 0–1 χάρη στο γκολ του Ριβάλντο και εξασφάλισε το πρωτάθλημα.

Τον Μάιο του 2007 μετά απο κόντρα με την διοίκηση του Ολυμπιακού, πήρε μεταγραφή στην ΑΕΚ, υπογράφοντας διετές συμβόλαιο συνεργασίας.

Είχε πετυχημένη παρουσία με αποκορύφωμα τον αγώνα εναντίον της προηγούμενης ομάδας του που έληξε με 4–0.

Το καλοκαίρι του 2008 δήλωσε ότι αν το πρωτάθλημα δεν δινόταν στην ΑΕΚ θα έφευγε από την Ελλάδα.

Η συνέχεια της καριέρας του τον βρήκε σε ομάδες του Ουζμπεκιστάν, της Βραζιλίας και της Αγκόλας για να καταλήξει το 2013 πάλι στην πατρίδα του.

Το Σάββατο 15 Μαρτίου 2014, ανακοίνωσε την αποχώρησή του από την ενεργό δράση, αλλά συνέχισε να αγωνίζεται μέχρι τις 14 Αυγούστου 2015, όταν σταμάτησε οριστικά σε ηλικία 43 ετών.

Από το 2008 έγινε πρόεδρος της βραζιλιάνικης Μοζί Μιρίμ.

Ο Ριβάλντο έκανε το ντεμπούτο του στην Εθνική Βραζιλίας το 1993 και αγωνίστηκε 74 φορές.

Ήταν μέλος της Ολυμπιακής ομάδας της χώρας του το 1996 όταν κατέκτησε το χάλκινο μετάλλιο.

Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998 ο Ριβάλντο μαζί με το Ρονάλντο και τα άλλα παιδιά έφτασαν την ομάδα της εθνικής Βραζιλίας μέχρι τον τελικό και έχασαν τον τίτλο στον τελευταίο αγώνα με τη Γαλλία.

Ο ίδιος σκόραρε απέναντι στο Μαρόκο και στη Δανία, πετυχαίνοντας συνολικά τρία γκολ, ενώ είχε πολύ καλή απόδοση και την ασίστ στον δραματικό ημιτελικό με την Ολλανδία.

Ήταν πρωταγωνιστής στο Κόπα Αμέρικα του 1999 όπου και αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ με 5 γκολ και καλύτερος παίκτης της διοργάνωσης σημειώνοντας δύο γκολ στον τελικό με την Ουρουγουάη (3–0).

Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2002, υπήρξε συμπαίκτης με τον Ροναλντίνιο και μαζί με το Ρονάλντο δημιούργησαν τα τρία “Ρ”, ένα κορυφαίο επιθετικό σχήμα σε εμφανίσεις και αποτελέσματα.

Οι εμφανίσεις του ήταν εξαιρετικές και μεταξύ των σημαντικότερων στιγμών του ήταν η επιτυχία του τέρματος της ισοφάρισης στον κρίσιμο προημιτελικό με την Αγγλία.

Πραγματοποίησε πολύ καλή εμφάνιση και στον τελικό με τη Γερμανία, βοηθώντας τον Ρονάλντο να σκοράρει στην εστία του Όλιβερ Καν, που είχε δεχθεί μόνο ένα γκολ σε πέντε αγώνες πριν τον τελικό.

Συνολικά πέτυχε 5 γκολ και ήταν τρίτος σκόρερ με πρώτο τον Ρονάλντο (8 γκολ), έχοντας σημαντική συμβολή στην κατάκτηση του κορυφαίου τίτλου.

Η τελευταία εμφάνισή του ήταν στα τέλη του 2003 σε αγώνα εναντίον της Ουρουγουάης (3–3).

Κέρδισε το Παγκόσμιο Κύπελλο, κέρδισε την Χρυσή Μπάλα και σήμερα βοηθάει παιδιά στην Βραζιλία και στην Ισπανία, που αντιμεωτοπίζουν το πρόβλημα της φτώχειας και της πείνας.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ