ΑρχικήΜπασκετΟ Νίκος Γκάλης, έβαλε το μπάσκετ στα σπίτια των Ελλήνων

Ο Νίκος Γκάλης, έβαλε το μπάσκετ στα σπίτια των Ελλήνων

Ο Νίκος Γκάλης (πραγματικό όνομα: Νικόλαος Γεωργαλής, γεννήθηκε 23 Ιουλίου 1957) είναι Ελληνοαμερικανός πρώην καλαθοσφαιριστής, ένας από τους μεγαλύτερους Ευρωπαίους παίκτες όλων των εποχών,ο οποίος θεωρείται ως η σημαντικότερη μορφή στην ιστορία του αθλήματος στην Ελλάδα και ο κορυφαίος Έλληνας αθλητής της σύγχρονης εποχής.

Η Διεθνής Ομοσπονδία Καλαθοσφαίρισης (FIBA) τον έχει αναγνωρίσει ως τον μεγαλύτερο Ευρωπαίο σκόρερ όλων των εποχών χάρη στους 24.721 πόντους και του μέσου όρου 32,8 πόντων ανά αγώνα της επαγγελματικής του καριέρας.

Το 2007 έγινε ο πρώτος Έλληνας καλαθοσφαιριστής που εντάχθηκε στο Hall of Fame της FIBA και το 2017 στο Naismith Memorial Basketball Hall of Fame, περνώντας έτσι στο «πάνθεον» του παγκοσμίου μπάσκετ.

Ξεκίνησε την καριέρα του στο Κολεγιακό Πρωτάθλημα των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά η αποτυχία ένταξης στο επαγγελματικό τον οδήγησε στη χώρα καταγωγής του.

Όταν ήρθε ο Γκάλης στην Ελλάδα ήταν ένας σχεδόν άγνωστος ομογενής παίκτης. Αγωνιζόμενος με τον Άρη Θεσσαλονίκης, πολύ γρήγορα καταξιώθηκε για το ταλέντο του στο άθλημα, ιδιαίτερα στην επίτευξη καλαθιών με κάθε δυνατή επιλογή και απέναντι σε κάθε αντίπαλο.

Όπως ήταν αναμενόμενο, έγινε σε συλλογικό επίπεδο, η ηγετική μορφή της ομάδας που κυριάρχησε στη δεκαετία του 1980 εντός συνόρων και συμμετείχε σε τρία στη σειρά φάιναλ φορ του Ευρωπαϊκού Κυπέλλου Πρωταθλητριών, χωρίς όμως να εκπληρώσει τον μεγάλο στόχο του ευρωπαϊκού τίτλου, κάτι που δεν κατάφερε ούτε και όταν έκανε την πολύκροτη μεταγραφή στον Παναθηναϊκό το 1992.

Είναι πρώτος σκόρερ στην ιστορία του Πρωταθλήματος Ελλάδας (1963 – παρόν).

Η σταδιοδρομία του είναι γεμάτη από πολλαπλούς ατομικούς τίτλους και ρεκόρ, πολλά από τα οποία εξακολουθούν να διατηρούνται ακόμα και σήμερα, όπως του ρεκόρ επίτευξης πόντων σε διοργάνωση Παγκοσμίου Κυπέλλου και του υψηλότερου μέσου όρου στις διοργανώσεις αυτές.

Αποκορύφωμα της καριέρας του ήταν η συμμετοχή του Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1987 στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας με την κατάκτηση του πρώτου ευρωπαϊκού εθνικού τίτλου, ενώ και η συνέχεια στην επόμενη διοργάνωση με την κατάκτηση του ασημένιου μεταλλίου ήταν ανάλογης σημασίας.

Συμπεριλήφθηκε στην καλύτερη ομάδα του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος συνολικά τέσσερις φορές, ενώ σε ισάριθμες περιπτώσεις ήταν ο πρώτος σκόρερ (1983, 1987, 1989, 1991), διατηρώντας μέχρι σήμερα τον υψηλότερο μέσο όρο πόντων ανά αγώνα.

Συνέβαλε περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο στη βελτίωση των επιδόσεων της Εθνικής Ομάδας και την άνοδο της σε υψηλό διεθνές επίπεδο, ενώ η παρουσία του στο μπάσκετ επηρέασε σημαντικά τη σύγχρονη και μετέπειτα ιστορία του αθλήματος στην Ελλάδα.

Γεννήθηκε στις 23 Ιουλίου 1957 στο Νιου Τζέρσεϊ των ΗΠΑ.

Γιος μεταναστών με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη και τη Ρόδο.

Ο πατέρας του Γιώργος ήταν από τον Άγιο Ισίδωρο της Ρόδου και η μητέρα του Στέλλα από την Ξηροκρήνη της Κωνσταντινούπολης.

Μεγάλωσε στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο πατέρας του ήταν τσαγκάρης και ερασιτέχνης πυγμάχος και ήθελε ο γιος του να ακολουθήσει ανάλογη αθλητική πορεία.

Το τέταρτο παιδί της οικογένειας, ασχολήθηκε αρχικά με την πυγμαχία, αλλά δεν τον έλκυε όπως το μπέιζμπολ, το χόκεϊ επί πάγου ή το αμερικανικό ποδόσφαιρο.

Ο Νίκος δεν ήταν καλός στα μαθήματα και γρήγορα τον κέρδισε η καλαθοσφαίριση, συνειδητοποιώντας ότι το άθλημα που μεσουρανούσε στις ΗΠΑ κυρίως με την παρουσία του Μοχάμεντ Άλι δεν του ταίριαζε.

Τα παιδικά του χρόνια, η σχέση με τους γονείς και τα αδέρφια του είναι άγνωστες πτυχές της ζωής του, αφού πάντα προστάτευε την ιδιωτικότητά του.

Είχε αφομοιωθεί στον αμερικάνικο τρόπο ζωής, φοιτούσε σε μη ελληνόφωνο σχολείο, στο σπίτι μόνο άκουγε κάποια ελληνικά.

Η αυταπάρνηση και η αφοσίωσή του στην προπόνηση ήταν παροιμιώδης: ήθελε, σχεδόν απαιτούσε από τον εαυτό του να γίνει καλύτερος, σε κάθε αγώνα να εμφανίζεται βελτιωμένος στο άθλημα που τελικά επέλεξε.

Η πρώτη επαφή με το μπάσκετ ήταν σε ηλικία 10 ετών αλλά η μόνιμη ενασχόληση ήρθε στο λύκειο, με τις εντυπωσιακές εμφανίσεις του να κινούν το ενδιαφέρον μεγάλων Πανεπιστημίων όπως το Νορθ Καρολάινα και το Φλόριντα Στέιτ.

Το 1975 αυτός προτίμησε να εισαχθεί στο καθολικό πανεπιστήμιο του Σίτον Χολ, του οποίου η ομάδα μπάσκετ φημίζεται για τις διακρίσεις της.

Ξεχώρισε γρήγορα και έγινε ένας από τους καλύτερους καλαθοσφαιριστές του κολεγιακού πρωταθλήματος.

Αγωνιζόταν στη θέση του σούτιγκ γκαρντ και σκόραρε με μεγάλη ποικιλία κινήσεων.

Σούταρε από κοντά και μακριά, κέρδιζε πολλά φάουλ που τα μετέτρεπε σε πόντους με τις ελεύθερες βολές, πέρναγε την μπάλα όταν έκλεινε πάνω του η άμυνα.

Τα ατομικά του ταλέντα που ταιριάζουν με το όραμά του για το παιχνίδι, τον έκαναν έναν παίκτη αδύνατο να φυλαχθεί στις καλύτερες μέρες του.

Πολλοί μπασκετμπολίστες χάνουν πολύ από την ακρίβεια/δύναμή τους στο σουτ και στις πάσες αφού φτάσουν στην κορυφή του άλματος τους, ο Γκάλης διέπρεψε σε αυτές τις στιγμές έχοντας ακραία ευελιξία.

Προσφιλής του κίνηση το τζαμπ σουτ από μέση απόσταση ή το λέι απ με σπάσιμο στον αέρα (πολλές φορές με πολλούς αμυντικούς μπροστά του).

Την περίοδο 1978–79 αναδείχθηκε τρίτος σκόρερ στο κολεγιακό πρωτάθλημα του NCAA με 27,5 πόντους μ.ο. πίσω από τον δεύτερο (και μετέπειτα θρύλο του ΝΒΑ) Λάρι Μπερντ. Συνολικά στην τριετή κολεγιακή του καριέρα συμμετείχε σε 107 αγώνες και είχε μέσο όρο 15,4 πόντους, 2,4 ριμπάουντ και 3,8 ασίστ.

Τον Απρίλιο του 1979, έπαιξε στο κολεγιακό Αll-Star παιχνίδι στη Χαβάη και όλα έδειχναν ένα σπουδαίο μέλλον στο ΝΒΑ. Την ίδια χρονιά κέρδισε το βραβείο Haggerty ως καλύτερος παίκτης στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης.

Στο τέλος εκείνης της σεζόν συμμετείχε στο ντραφτ του NBA (θεσμοθετημένη διαδικασία επιλογής μελλοντικών επαγγελματιών από αθλητικά σωματεία στις Η.Π.Α.) και επιλέχθηκε από τη μεγαλύτερη τότε ομάδα της διοργάνωσης Μπόστον Σέλτικς μόλις στον τρίτο γύρο της διαδικασίας και συνολικά την 68η θέση.

Οι πράκτορές του ήταν ικανοί αλλά και πολυάσχολοι και φάνηκαν να είναι περισσότερο επικεντρωμένοι στη διαχείριση της τραγουδίστριας Νταϊάνας Ρος.

Το αποτέλεσμα δεν ήταν θετικό με ένα τραυματισμό στον αστράγαλο και τον σκληρό ανταγωνισμό να έχουν ως αποτέλεσμα να κοπεί.

Ο θρυλικός προπονητής και πρόεδρος των Σέλτικς Ρεντ Άουερμπαχ παραδέχθηκε μετά από χρόνια ότι η μη υπογραφή του Γκάλη ήταν το μεγαλύτερο λάθος στη μεγάλη καριέρα του.

Ο ίδιος δεκαετίες αργότερα συνόψισε με τον καλύτερο τρόπο το γεγονός: «Μπορώ ανεπιφύλακτα να πω, ότι εκείνο το καλοκαίρι του 1979, ναι μεν δεν εκπληρώθηκε η μεγάλη μου επαγγελματική φιλοδοξία να παίξω στο ΝΒΑ, αλλά από την απόφαση που πήρα, να συνεχίσω δηλαδή την καριέρα μου στην Ελλάδα, κέρδισα περισσότερα ως άνθρωπος και επιπλέον πιστεύω ότι η μικρή προσφορά μου στην Ελλάδα και στο μπάσκετ της είναι πολυτιμότερη από οποιαδήποτε ενδεχόμενη προσωπική μου διάκριση στο ΝΒΑ».

Αργότερα, κατά τη διάρκεια της καριέρας του, αρκετές ομάδες του ΝΒΑ εκδήλωσαν ενδιαφέρον, αλλά αυτός παρέμεινε πιστός στην ελληνική του ομάδα.

Ήξερε ότι η υπογραφή ενός συμβολαίου στο ΝΒΑ θα τον καθιστούσε μη επιλέξιμο για να παίξει για την Εθνική Ελλάδας στις διοργανώσεις της FIBA ​​και δεν ήθελε να απογοητεύσει τη χώρα του.

Το καλοκαίρι του 1979 οι ελληνικές ομάδες του Παναθηναϊκού και του Ολυμπιακού εκδήλωσαν το ενδιαφέρον τους για να τον αποκτήσουν, όμως τελικά ο ίδιος προτίμησε να ενταχθεί στον Άρη Θεσσαλονίκης, ο οποίος είχε αναδειχθεί πρωταθλητής Ελλάδας εκείνη τη χρονιά.

Κατά την άφιξή του ο Γκάλης δεν διστάζει να δεσμευτεί πως «θα βάζω 40 πόντους σε κάθε παιχνίδι» και η μεγαλοστομία του, σε συνδυασμό με το ξενικό παρουσιαστικό του, προκαλεί ενστάσεις.

Στις 16 Οκτωβρίου 1979 υπογράφει στον Άρη.

Στις 2 Δεκεμβρίου 1979 έκανε το ντεμπούτο του στο νικηφόρο 79–78 με αντίπαλο τον Ηρακλή.

Ήταν τρακαρισμένος, σημείωσε το πρώτο καλάθι της αναμέτρησης και τελικά 30 πόντους αλλά έχασε πολλά σουτ, αγνοούσε τους συμπαίκτες του.

Δέχθηκε κριτική άμεσα από τον τύπο της Θεσσαλονίκης αλλά δεσμεύτηκε για καλύτερες εμφανίσεις αρκεί φίλαθλοι και τύπος να δείξουν υπομονή.

Την πρώτη του σεζόν στην Ελλάδα αγωνιζόμενος με το νούμερο 7 αναδείχθηκε τρίτος σκόρερ στο ελληνικό πρωτάθλημα, με την ομάδα να διαθέτει ένα από τους καλύτερους σουτέρ της εποχής το Χάρη Παπαγεωργίου.

Μετά από σχεδόν ένα χρόνο παραμονής στη χώρα, το όνομά του άρχιζε να παίρνει μυθικές διαστάσεις, αφού το μπάσκετ είχε τότε ελάχιστη προβολή από τα ΜΜΕ και μόνο οι Θεσσαλονικείς μπορούσαν να δουν τα κατορθώματά του στο γήπεδο εξαιτίας και του συστήματος διεξαγωγής του πρωταθλήματος 1979–80 που ήταν χωρισμένο σε Βορρά-Νότο. Οι Αθηναίοι φίλαθλοι, απλά διάβαζαν ή άκουγαν για έναν μικροσκοπικό άνθρωπο με άφρο μαλλί, που πετυχαίνει 40 πόντους σε κάθε αγώνα, πηδώντας στον αέρα σαν τον σούπερμαν ως κάτι το εξωγήινο που δεν είχε όμοιο του, ενώ προσπαθούσαν να τον συγκρίνουν, όσο μπορούσαν αφού τα μέσα της εποχής δεν το επέτρεπαν, με τον Ντέιβιντ Καλιγκάρις, τον έτερο σόουμαν του ελληνικού πρωταθλήματος, που αγωνιζόταν με τον Σπόρτιγκ.

Αρχές Μαρτίου του 1980 συστήνεται (ουσιαστικά) στο μπασκετικό κοινό του συνόλου της Ελλάδας, σκοράρει 56 πόντους στον αγώνα με την ΑΕΚ και το όνομά του (ξανα)γράφεται στις εφημερίδες.

Από την επόμενη χρονιά όμως έγινε ο πρώτος σκόρερ του ελληνικού πρωταθλήματος και συνέχισε να κατακτά την πρώτη θέση για 11 συνεχόμενα έτη συνολικά.

Ολοκλήρωσε την περίοδο 1980–81 με 1.143 πόντους και μέσο όρο 44,0 πόντους σημειώνοντας την καλύτερη επίδοση σε συγκομιδή πόντων και σε μέσο όρο στην ιστορία του ελληνικού πρωταθλήματος, ρεκόρ που παραμένει ακατάρριπτο.

Το προσωνύμιο «γκάνγκστερ» του δόθηκε από τον πρώην προπονητή και παράγοντα Άρη Ανέστη Πεταλίδη, όταν συνειδητοποίησε πως ο Γκάλης κρυφάκουγε μία διοικητικού περιεχομένου κουβέντα με τον παράγοντα να ρωτά: «κρυφάκουγες ρε γκάνγκστερ;».

Στις 24 Ιανουαρίου 1981 ο Γκάλης αγωνίστηκε με τον Άρη εναντίον του Ιωνικού Νικαίας που έληξε με σκορ 114–113 υπέρ του Άρη και υπήρξε ένας από τους πιο αξιομνημόνευτους αγώνες της εποχής μένοντας στην ιστορία.

Ο αγώνας ήταν συναρπαστικός με τη κανονική διάρκεια να λήγει 101–101 (ημίχρονο 53–51 υπέρ των γηπεδούχων).

Ο Νίκος Γκάλης σημείωσε 62 πόντους και ο Παναγιώτης Γιαννάκης 73 για τον Ιωνικό.

Ο Γκάλης σκόραρε 37 πόντους στο πρώτο ημίχρονο, 23 στο δεύτερο και δυο στην παράταση με 23/35 σουτ, 16/18 βολές και επτά ριμπάουντ, ενώ ο Γιαννάκης αντιπαρέβαλε 35, 29 και 9 με 29/40 σουτ, 15/16 βολές και εννέα ριμπάουντ.

Το φύλο αγώνα είναι γεμάτο από ενστάσεις (δύο), τεχνικές ποινές και διάφορες παρατηρήσεις ενδεικτικά της έντασης της συνάντησης.

Οι αγώνες Άρη – Ιωνικού, ήταν η χαρά των φιλάθλων, με τα υψηλά σκορ και το πλούσιο θέαμα που πρόσφεραν οι δύο κορυφαίοι παίκτες, οι οποίοι βρέθηκαν πέντε φορές αντιμέτωποι.

24/1/81: Ιωνικός – Άρης 113–114 (Γιαννάκης 73, Γκάλης 62) • 13/6/81: Άρης – Ιωνικός 116–85 (Γκάλης 51, Γιαννάκης 46) • 23/2/83 (Λάρισα): Άρης – Ιωνικός 116–85 (Γκάλης 52, Γιαννάκης 51) • 10/12/83: Άρης – Ιωνικός 107–72 (Γκάλης 39, Γιαννάκης 32) • 17/3/84 (Κόρινθος): 99– 112 (Γιαννάκης 34, Γκάλης 45).

Το πρώτο του ευρωπαϊκό παιχνίδι ήταν στις 5 Νοεμβρίου 1980 στη Βουδαπέστη στα πλαίσια του Κυπέλλου Κόρατς με αντίπαλο την ουγγρική Μάβακ σε διπλούς αγώνες.

Ήταν μία σπουδαία εκτός έδρας νίκη με 90–97 με τον ηγέτη του Άρη να πετυχαίνει τους 56 από τους πόντους του Άρη, δημιουργώντας ακατάρριπτο ρεκόρ.

Τα τρία πρώτα του χρόνια στην Ελλάδα δεν κατάφερε να γνωρίσει επιτυχίες σε συλλογικό επίπεδο, καθώς η ομάδα του Παναθηναϊκού διατηρούσε την πρώτη θέση, όμως το 1983 αναδείχθηκε για πρώτη φορά πρωταθλητής Ελλάδας με την ομάδα της Βόρειας Ελλάδας να πετυχαίνει 22 νίκες και να παίρνει τον τίτλο, ο ίδιος δε ήταν για τέταρτη συνεχή φορά πρώτος σκόρερ με 869 πόντους.

Την επόμενη χρονιά ο Γκάλης είχε εξαιρετική σεζόν ξεπερνώντας για δεύτερη φορά στην καριέρα του το μέσο όρο των 40 πόντων στο πρωτάθλημα (41,2 ανά παιχνίδι), ο Άρης ήταν φαβορί για να κατακτήσει το πρωτάθλημα, όμως το έχασε από τον Παναθηναϊκό στον αγώνα μπαράζ της Κέρκυρας.

Οι δύο διεκδικητές του τίτλου ισοβάθμησαν με 24 νίκες και δύο ήττες: μοιράστηκαν τις νίκες στις μεταξύ τους συναντήσεις (80–76 ο Άρης στο ουδέτερο γήπεδο του Βόλου και 74–71 ο Παναθηναϊκός στη Λεωφόρο), ενώ αμφότεροι ηττήθηκαν από τον ΠΑΟΚ: με 65–59 οι πράσινοι και με 69–62 οι κίτρινοι.

Στην τελευταία αγωνιστική και ενώ οι ομάδες ισοβαθμούσαν νίκησαν αμφότερες και η Ε.Ο.Κ. όρισε το μπαράζ στο γήπεδο της Κέρκυρας.

Ο Άρης είχε προηγηθεί στο ημίχρονο με 36–34, αλλά ο Παναθηναϊκός είπε την τελευταία λέξη και νίκησε με 80–76, ενώ ο Γκάλης σημείωσε 39 πόντους, αλλά δεν αποδείχθηκαν αρκετοί.

Εξίσου οδυνηρή για το σύλλογο ήταν και η απώλεια του Κυπέλλου, που συνέβη στον «τελικό των ξυρισμένων κεφαλιών» (ονομάστηκε έτσι γιατί οι παίκτες του ΠΑΟΚ είχαν ξυρίσει τα κεφάλια τους πριν τον αγώνα σε ένδειξη πίστης προς τη νίκη που ήρθε τελικά με 74–70).

Άξια αναφοράς είναι και ο αγώνας της εθνικής απέναντι στο Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας του Μάικλ Τζόρνταν το 1983 (20 Οκτωβρίου) σε αγώνα στη Θεσσαλονίκη με το Γκάλη να σημειώνει 24 πόντους στη συνάντηση.

Το καλοκαίρι του 1984, ο Άρης προχώρησε σε μία μεταγραφή που θα άλλαζε τις ισορροπίες στο ελληνικό μπάσκετ και θα έκανε την ομάδα πρωταγωνίστρια.

Με την απόκτηση του Παναγιώτη Γιαννάκη ο Γκάλης μπορούσε πλέον να οδηγήσει τον Άρη σε μεγαλύτερες διακρίσεις.

Υπήρξε ανταγωνισμός μεταξύ τους, όπως και κακές στιγμές, και ο Γιαννάκης σίγουρα αδικήθηκε από μερίδα του τύπου, αφού ποτέ δεν τον ερωτεύτηκε κανείς όπως το Γκάλη.

Όλα αυτά όμως είναι δευτερεύουσας σημασίας.

Συνεννοούνταν με κλειστά μάτια στο παρκέ και ήταν το πρώτο ζευγάρι κοντών που πετύχαινε μπακ ντορ συνεργασίες, στην πλάτη της άμυνας.

Με την πρώτη χρονιά της συνύπαρξης των δύο κορυφαίων παικτών ήρθε και το πρώτο νταμπλ με τη νίκη επί του Παναθηναϊκού στον τελικό του Κυπέλλου με 86—70 με 37 πόντους του Γιαννάκη και 33 του Γκάλη.

Η επίδοση της σεζόν ήταν 25 νίκες και μία ήττα που είχε έρθει σε αγώνα που επαναλήφθηκε με τον Πανιώνιο.

Στις 3 Νοεμβρίου 1986 οι κιτρινόμαυροι της Θεσσαλονίκης αντιμετωπίζουν τον ΠΑΟΚ στο Αλεξάνδρειο Μέλαθρο (κοινή έδρα τότε των δύο ομάδων) για την 3η αγωνιστική του πρωταθλήματος και νικούν με 76—66 με 25 πόντους του Γκάλη.

Μάλιστα ο ΠΑΟΚ θα έπρεπε να περιμένει 4 χρόνια για να ξανακερδίσει τον Άρη σε επίσημο αγώνα (τον Νοέμβριο του 1988).

Εκείνος ο αγώνας διέκοψε το αήττητο ρεκόρ σειράς 80 εγχώριων αγώνων, με το Γιαννάκη να κάνει αποχή, διεκδικώντας καλύτερο συμβόλαιο και αποδοχές που να πλησιάζουν αυτές του Γκάλη.

Οι 30 πόντοι του δεύτερου δεν ήταν αρκετοί για να διατηρήσουν τη συνέχιση της σειράς.

Στην Ευρώπη σημειώθηκε η μεγαλύτερη διάκριση του συλλόγου έως τότε με τη συμμετοχή στον ημιτελικό του Κυπέλλου Κόρατς με αντίπαλο την Παλακανέστρο Βαρέζε.

Η απουσία του Γκάλη λόγω τραυματισμού στοίχισε, οδηγώντας σε πενιχρή νίκη μόλις τριών πόντων διαφοράς στον πρώτο αγώνα, που δεν διατηρήθηκε στον επαναληπτικό.

Το 1986 ο Γκάλης κατέκτησε το πρωτάθλημα Ελλάδας, με την ομάδα να μένει αήττητη σε 26 αγώνες, ενώ ο ίδιος ήταν και πάλι πρώτος σκόρερ με μέσο όρο 39,3 πόντους (944 σε 24 αγώνες που συμμετείχε).

Στο Κύπελλο ο Άρης γνώρισε ήττα στον ημιτελικό από τον μετέπειτα τροπαιούχο Παναθηναϊκό με 87–84 στην Αθήνα, ενώ τον Αύγουστο κατέκτησε και το μοναδικό Σούπερ Κύπελλο στην ιστορία του, με νίκες επί του κυπελλούχου της χρονιάς Παναθηναϊκού με 117–85 στη Θεσσαλονίκη και 88–104 στην Αθήνα με 44 και 41 πόντους του πόντους του Γκάλη αντίστοιχα.

Το 1986 ο σύλλογος της Θεσσαλονίκης συμμετείχε με αξιώσεις στο Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης έχοντας πλέον ισχυρή ομάδα που οι δυνατότητες διεθνούς διάκρισης να μη θεωρούνται όνειρο.

Στον πρώτο γύρο αντιμετώπισε τη βελγική Σουνέρ και τη διεκπεραίωσε με συνοπτικές διαδικασίες και δύο πολύ εντυπωσιακές εμφανίσεις: στις 2 Οκτωβρίου του 1986, με πρωταγωνιστή το Γκάλη που πέτυχε 52 πόντους, συνέτριψε τους Βέλγους με 115—77 στη Θεσσαλονίκη, ενώ μία εβδομάδα αργότερα πέρασε σαν σίφουνας και από την Οστάνδη με το εκκωφαντικό 125—77 (Γκάλης 32 πόντοι).

Στις 30 Οκτωβρίου 1986 το Παλέ ντε Σπορ της Θεσσαλονίκης έζησε στιγμές δόξας, καθώς ο Άρης ταπείνωσε την πολυδιαφημισμένη Τρέισερ Μιλάνο του Μπομπ Μάκαντου, του Ντίνο Μενεγκίν και του Μάικ Ντ’ Αντόνι, υποχρεώνοντας την σε ήττα με 31 πόντους διαφορά.

Το ημίχρονο έληξε με το σκορ στο 60—34 υπέρ του Άρη με το εντυπωσιακό ποσοστό ευστοχίας 19 στις 23 προσπάθειες δύο πόντων.

Η ιταλική ομάδα που είχε προϋπολογισμό πολλαπλάσιο από αυτό των «κίτρινων», συνετρίβη στο φλεγόμενο Αλεξάνδρειο με 98—67 από έναν Άρη που έκανε μια από τις καλύτερες εμφανίσεις στην ιστορία του μπροστά σε τουλάχιστον 5.000 οπαδούς του, ενώ ο Γκάλης φόρτωσε το καλάθι των Ιταλών με 42 πόντους έχοντας 17 εύστοχες προσπάθειες στις 22 (ποσοστό 77,3 %).

Το αποτέλεσμα προκαλεί αίσθηση στην Ευρώπη και οι ειδικοί του αθλήματος το θεώρησαν μη αναστρέψιμο.

Ο πολύπειρος Μάκαντου δήλωνε πως «αυτά που έκανε ο Γκάλης δεν τα είχε δει ούτε από τους Σέλτικς ή τους Λέικερς».

Πέντε μέρες νωρίτερα, η εκκωφαντική επικράτηση επί της ΑΕΚ με 128—84 με 43 πόντους του «γκάνγκστερ» ήταν αρκετή ως ενδεικτική της κατάστασης της ομάδας.

Η ρεβάνς για την ιταλική ομάδα είχε μεγάλη σημασία, καθώς είχαν επενδύσει πολλά για να κατακτήσουν την κορυφή της γηραιάς ηπείρου και το βράδυ της 6ης Νοεμβρίου στην «Πάλα Τρουσάρντι» γέμισε από κόσμο πολλή ώρα πριν από την έναρξη: 9.000 φίλαθλοι ζούσαν για ένα παιχνίδι, που θεωρητικά ήταν χαμένο στο τελικό συνδυαστικό αποτέλεσμα.

Η Τρέισερ επικράτησε με 83—49, σε αναμέτρηση επανάληψη του πρώτου αγώνα με αντίστροφο κυρίαρχο.

Η επιθετική αδυναμία της ελληνικής ομάδας συμπαρέσυρε και τον Γκάλη που καθηλώθηκε στους 15 πόντους.

Η ομάδα του Μιλάνου προχώρησε και τελικά κατέκτησε το τρόπαιο εκείνη τη χρονιά.

Ένα χρόνο μετά (21 Ιανουαρίου 1987), σε ένα εντυπωσιακό παιχνίδι στη Θεσσαλονίκη, ο Άρης θριάμβευε της Τρέισερ με 120—95.

Ο Γκάλης σημείωνε 50 πόντους έχοντας 21/28 δίποντα (ποσοστό 75 %) και αμέσως μετά βραβεύτηκε ως ο κορυφαίος μπασκετμπολίστας της Ευρώπης (βραβείο «Εuroscar»).
Το 1987 κατέκτησε το δεύτερο νταμπλ του με τον Άρη.

Το πρωτάθλημα διεξήχθη με το νέο σύστημα των πλέι οφ με την εισαγωγή της Α1 Εθνικής κατηγορίας των 10 ομάδων, ενώ η Β’ Εθνική των ομίλων, δίνει τη θέση της σε μία ενιαία Α2 των 12 ομάδων.

Ο Άρης ολοκλήρωσε την κανονική περίοδο αήττητος με 18 νίκες, ο Γκάλης ήταν για μία ακόμη φορά πρώτος σκόρερ με μέσο όρο 38,4 πόντους (808 σε 21 αγώνες) και στον τελικό του πρωταθλήματος συνέτριψε τον Πανιώνιο με 129—81 με 44 πόντους του κορυφαίου παίκτη.

Εκείνη τη σεζόν το δίδυμο των γκαρντ της ομάδας σημείωσε περισσότερους από τους μισούς πόντους του Άρη στο πρωτάθλημα, στην κανονική περίοδο και τα πλέι οφ 1.195 από τους 2.289 (52,2 %) με το Γιαννάκη να έχει 387 πόντους.

Η επιθετική επίδοση της ομάδας στο πρωτάθλημα εκείνη τη χρονιά (102,2 πόντοι ανά αγώνα) παραμένει ακατάρριπτο ρεκόρ.

Στον τελικό του Κυπέλλου αντιμετώπισε τον Πανελλήνιο που έκανε την έκπληξη στην πορεία φτάνοντας μέχρι το τέλος, ενώ εκείνη τη χρονιά ήταν πρωταθλητής της Α2 κατηγορίας. Απέναντι στον Άρη όμως δεν είχε καμία τύχη χάνοντας με 110–70 με 52 πόντους του Γκάλη, επίδοση ρεκόρ που παραμένει.

Οι επόμενες τρεις χρονιές αποτέλεσαν μία περίοδο που ο Άρης ήταν κυρίαρχος του αθλήματος στην Ελλάδα, αλλά και μία από τις κορυφαίες ομάδες της Ευρώπης.

Το 1988, 1989 και 1990 ο Άρης κατέκτησε το νταμπλ στην Ελλάδα.

Το 1988 η ομάδα αήττητη έφτασε στον τελικό του πρωταθλήματος αντιμετωπίζοντας τον ΠΑΟΚ τον οποίο νίκησε σε δύο αγώνες, κατακτώντας το τρίτο συνεχόμενο Πρωτάθλημα χωρίς ήττα.

Στο Κύπελλο απέκλεισε στον προημιτελικό τον ΠΑΟΚ με 102–93 με 36 πόντους του Γκάλη και στον επεισοδιακό τελικό νίκησε την ΑΕΚ με 84–71.

Το 1989 ο Άρης είχε και πάλι την καλύτερη επίδοση στο πρωτάθλημα με 17 νίκες – μία ήττα, με την καινοτομία της συμμετοχής για πρώτη φορά ξένων παικτών.

Ο «δικέφαλος» της Βόρειας Ελλάδας σταμάτησε την αήττητη σειρά νικώντας με σκορ 81–78 στον αγώνα του πρώτου γύρου.

Η τελευταία φορά που είχε χάσει ο Αρης πριν από αυτό το παιχνίδι, ήταν στις 2 Μαρτίου του 1985, όταν ηττήθηκε από τον Πανιώνιο.

Με δύο νίκες στους τελικούς επί του ΠΑΟΚ πήρε ένα ακόμα τίτλο.

Στον τελικό του Κυπέλλου επικράτησε του συμπολίτη με 91–86.

Το 1990 ο Άρης επικράτησε του ομίλου των πλέι οφ του πρωταθλήματος στην τότε διοργάνωση, ενώ στον τελικό του Κυπέλλου νίκησε για μία ακόμη φορά τον ΠΑΟΚ στο ΣΕΦ με 75–62 με 35 πόντους του Γκάλη.

Στο πρωτάθλημα ήταν η δεύτερη φορά που ξεπέρασε τους 1.000 πόντους, ο μόνος που έχει πετύχει τέτοιο (1.041 πόντοι, μέσος όρος 38,6 ανά αγώνα).

Ο Άρης συμμετείχε σε τρία διαδοχικά φάιναλ φορ του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης με το Γκάλη να ηγείται της ομάδας.

Το 1988 μετά από εξαιρετική πορεία, ο Άρης προκρίθηκε για πρώτη φορά στο φάιναλ φορ της Γάνδης του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, με το Γκάλη πρώτο σκόρερ της προκριματικής φάσης με 479 πόντους.

Μάλιστα στη φάση των ομίλων οι «κίτρινοι» επικράτησαν εκτός έδρας της Μπαρτσελόνα με 88–89 και με αυτή τη νίκη έδειξαν πως είναι ικανοί για μεγάλη πορεία εκείνη την αγωνιστική χρονιά.

Σε εκείνο το παιχνίδι απέναντι στους Ισπανούς, ο Γκάλης είχε πετύχει 45 πόντους.

Στον ημιτελικό της 5ης Απριλίου αντιμετώπισε την πρωταθλήτρια Ευρώπης Τρέισερ Μιλάνο, όπου οι 28 πόντοι του Γκάλη δεν ήταν αρκετοί τη στιγμή που ο Μπομπ Μάκαντου σημείωσε 39 στο τελικό 87–82.

Η κάπως υπερβολική αισιοδοξία για τον ημιτελικό χάθηκε, όπως και η τρίτη θέση στον μικρό τελικό με αντίπαλο την Παρτιζάν Βελιγραδίου με 103–95.

Ο Γκάλης ήταν πρώτος σκόρερ του φάιναλ φορ με 67 πόντους.

Η έλλειψη πείρας και πιο ορθολογικών πρακτικών στη διαχείριση του έμψυχου δυναμικού (αγωνίστηκαν μόνο επτά παίκτες) ίσως να έπαιξε το σημαντικότερο ρόλο στη διάρκεια του τουρνουά.

Το 1989 στο φάιναλ φορ του Μονάχου, ο Άρης κατέκτησε την 3η θέση στο Κύπελλο Πρωταθλητριών και αυτή είναι η καλύτερη επίδοση στην ιστορία του συλλόγου στην κορυφαία ευρωπαϊκή διοργάνωση.

Ο Γκάλης σημείωσε 661 πόντους, επίδοση που παραμένει ακατάρριπτο ρεκόρ για μία σεζόν της διοργάνωσης.

Στον ημιτελικό με αντίπαλο την ισραηλινή Μακάμπι Τελ Αβίβ, ο Άρης έχασε με 99–86 με το Γκάλη να περιορίζεται στον ασυνήθιστο (γι’ αυτόν) αριθμό των 21 πόντων, ενώ στον μικρό τελικό σημείωσε 37 πόντους, οδηγώντας την ομάδα σε νίκη επί της Μπαρτσελόνα με 88–71. Ήταν ίσως η πιο μεγάλη ευκαιρία της ομάδας της Θεσσαλονίκης για την κατάκτηση του τροπαίου, μιας και στον ημιτελικό προηγούνταν μέχρι το 30ό λεπτό, αλλά ο Παναγιώτης Γιαννάκης παρασύρθηκε από το παροιμιώδες πάθος του και έπεσε στην παγίδα του Κέβιν Μαγκί λόγω του καβγά του Αμερικανού με τον Φιλίππου, στον οποίο ο «δράκος» μπήκε στη μέση για να ζητήσει το λόγο και ο Άρης έχασε το ρυθμό του με τη Μακάμπι να ανακάμπτει και να επικρατεί.

Το 1990 ο πρωταθλητής Άρης συμμετείχε στο τρίτο συνεχόμενο φάιναλ φορ της ιστορίας του, η πρώτη ομάδα που κατάφερε κάτι τέτοιο.

Στη διοργάνωση της Σαραγόσα της Ισπανίας αντιμετώπισε το φαβορί της διοργάνωσης Μπαρτσελόνα και έχασε με 104–83 με 26 πόντους του Γκάλη.

Στο μικρό τελικό απόντων των Γιαννάκη, Βράνκοβιτς έχασε φυσιολογικά από τη γαλλική Λιμόζ με 103–91 με 43 πόντους του Γκάλη, επίδοση ρεκόρ στη διοργάνωση που του έδωσαν και τον τίτλο του πρώτου σκόρερ του φάιναλ φορ.

Την 1η Νοεμβρίου 1990 στον αγώνα του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Άρης – Ουουντενκαπούνγκιν (φινλανδική ομάδα) με την εντυπωσιακή νίκη 140–91, πετυχαίνει 27 πόντους, αλλά γράφει ιστορία καθώς δίνει και 23 ασίστ, επίδοση που ουδέποτε ξεπεράστηκε στη διοργάνωση.

Σε εκείνο το παιχνίδι πρώτος σκόρερ ήταν ο Γιαννάκης με 31 πόντους.

Στις 15 Δεκεμβρίου 1990 στον εκτός έδρας αγώνα με το Περιστέρι, ο Γκάλης γίνεται μόλις ο δεύτερος παίκτης του ελληνικού πρωταθλήματος μετά το Βασίλη Γκούμα που ξεπερνάει το φράγμα των 10.000 πόντων.

Ο Άρης απέκτησε από την αρχή την πρωτοπορία στο σκορ με τη διαφορά σε όλη τη διάρκεια να μην πέφτει σε μονοψήφια επίπεδα, με τις επιθέσεις των ομάδων να είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικές και να φτάνουν στο τελικό 137–112 υπέρ της ομάδας της Θεσσαλονίκης.

Ο Γκάλης ήταν πρώτος σκόρερ της συνάντησης με 46 πόντους.

Το 1991 ο Άρης αποκλείστηκε προς μεγάλη έκπληξη από το Κύπελλο Ελλάδας, με τον Πανιώνιο να υποτάσσει τον ΠΑΟΚ με 73–70 στον τελικό στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας.

Το πρωτάθλημα όμως έμεινε στα χέρια του Γκάλη και ήταν το τελευταίο του με την ομάδα της Βόρειας Ελλάδας.

Μετά από αήττητη πορεία στην κανονική περίοδο στον τελικό των πλέι οφ αντιμετώπισε για τέταρτη συνεχή χρονιά τον ΠΑΟΚ που κέρδισε τους δύο πρώτους αγώνες με 74–65 και 84–79 και φαίνεται ικανός για τον τίτλο.

Η συνέχεια ανήκε στον Άρη με τρεις συνεχόμενες νίκες (η τελευταία με τρίποντο του Γιαννάκη στην εκπνοή με τελικό αποτέλεσμα 86–85).

Στις 8 Μαΐου 1991 διεξήχθη ο επόμενος αγώνας με το Γκάλη σε ιστορικό χαμηλό των 11 πόντων, αλλά με το Γιαννάκη σε επιθετικό οίστρο με 32 πόντους, ο σύλλογος της Θεσσαλονίκης επικρατεί με 81–80 και το δίδυμο των γκαρντ του κατακτούν το τελευταίο πρωτάθλημα της εποχής στη μεγαλύτερη ανατροπή στην ιστορία του θεσμού.

Ο Γκάλης αναδείχθηκε επίσης πρώτος σκόρερ του Κυπέλλου Πρωταθλητριών σημειώνοντας την τρίτη καλύτερη επίδοση στην ιστορία του θεσμού με 46 πόντους με αντίπαλο τη Λιμόζ. Την ίδια χρονιά ψηφίστηκε μέσα στους 50 κορυφαίους καλαθοσφαιριστές στην ιστορία της FIBA από το επίσημο περιοδικό της FIBA Magazine καταλαμβάνοντας την έκτη θέση.

Το 1992 αναδείχθηκε κυπελλούχος Ελλάδας και για πρώτη φορά μετά από 11 χρόνια δεν αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ απουσιάζοντας και από την πρώτη πεντάδα των πρώτων σκόρερ.

Ήταν 29 Φεβρουαρίου του 1992 και ο Άρης αντιμετώπιζε το Παγκράτι στην Αθήνα.

Μέχρι εκείνον τον αγώνα, ο Γκάλης είχε πετύχει 11.008 πόντους και χρειάζονταν ακόμα 23, προκειμένου να ξεπεράσει το ρεκόρ του Βασίλη Γκούμα των 11.030 πόντων και να γράψει με «χρυσά» γράμματα το όνομά του στην ιστορία της ελληνικής καλαθοσφαίρισης.

Ο στόχος σίγουρα δεν ήταν δύσκολος για τον τότε παίκτη. Σκόραρε 39, φτάνοντας τους 11.047, ενώ τη στιγμή που πέτυχε το αξεπέραστο αυτό ρεκόρ (με λέι απ), οι διαιτητές διέκοψαν τον αγώνα, προκειμένου να αποθεωθεί από συμπαίκτες, αλλά και αντιπάλους.

Ο Άρης νίκησε με σκορ 98–90.

Στον τελικό του κυπέλλου Ελλάδας απέναντι στην ΑΕΚ στις 13 Μαΐου του 1992 έκανε την τελευταία του εμφάνιση με τα χρώματα του Άρη και σημείωσε 18 πόντους. Στον τελικό υπό αντίξοες συνθήκες και προβλήματα που υπήρχαν και στις δύο ομάδες, μπόρεσαν τελικά να διασταυρώσουν τα ξίφη τους, αν και ο αθηναϊκός σύλλογος είχε φροντίσει να χαλάσει την ανυπομονησία του μπασκετόκοσμου, αφού στον ημιτελικό της 9ης Μαΐου είχε επικρατήσει απρόσμενα του ΠΑΟΚ (77—74).

Ο Άρης ήταν ο μεγάλος νικητής με 74—62 κατακτώντας τότε το 6ο κύπελλο της ιστορίας του, ενώ ακολούθησαν άλλα δύο, το 1998 και το 2004.

Στο τέλος της χρονιάς ο Γκάλης αποχώρησε από τον Άρη, καθώς το συμβόλαιο του δεν ανανεώθηκε.

Οι ευρωπαϊκές αποτυχίες και ο εγχώριος κορεσμός έφεραν τελικά τη φθορά στον Άρη.

Ο Ιωαννίδης φεύγει, το πρωτάθλημα του 1992 χάνεται από τον ΠΑΟΚ.

Η ομάδα της Θεσσαλονίκης βρίσκονταν στα πρόθυρα χρεωκοπίας με το συμβόλαιο του Γκάλη να καλύπτει δυσανάλογα μεγάλο κομμάτι του προϋπολογισμού του συλλόγου και έτσι η ηγεσία του επιθυμούσε κατ’ ουσία τη μείωση των αποδοχών του.

Ως εναλλακτική πρόταση από την πλευρά του συλλόγου ήταν η αποχώρησή του από την ενεργό δράση και η ανάληψη των τμημάτων υποδομής του συλλόγου για μία πενταετία.

Η θέση του παίκτη ήταν σαφής ότι ήθελε να συνεχίσει να αγωνίζεται για 2-3 χρόνια ακόμα θέλοντας να μην μετακινηθεί από τον Άρη.

Στο πλευρό του παίκτη στάθηκαν και οι φίλαθλοι της ομάδας που καυτηρίασαν τη στάση της διοίκησης.

Στα χρόνια που αγωνίστηκε με τον Άρη έχασε μόνο 6 παιχνίδια και έπαιξε στο 97 % του χρόνου από αυτά (συμπεριλαμβανομένων των 99 στη σειρά), στοιχεία ενδεικτικά του επαγγελματισμού του.

Σε 480 αγώνες σε όλες τις διοργανώσεις σημείωσε 17.005 πόντους, έχοντας μέσο όρο 35,5 ανά αγώνα.

Ο Παναθηναϊκός κατέθεσε πρόταση ύψους ενός δισεκατομμυρίου δραχμών – υπέρογκο ποσό για την εποχή – για τριετές συμβόλαιο στο Γκάλη.

Η οικογένεια Γιαννακόπουλου βρισκόταν στα ηνία του «τριφυλλιού» από το 1987, και παρά τις προσπάθειες που έκαναν, αδυνατούσαν να φτάσουν την ομάδα εκεί που ονειρευόντουσαν.

Με την απόκτηση του Γκάλη πίστευαν πως θα ακολουθούσε η απαρχή πράσινης κυριαρχίας στο ελληνικό μπάσκετ.

Άλλωστε, ο Γκάλης αποτελούσε τον διακαή πόθο του Παναθηναϊκού από το 1979, όταν και τελικά κατέληξε στην ομάδα της Θεσσαλονίκης.

Στις 14 Ιουλίου 1992 ο Γκάλης υπέγραψε στον αθηναϊκό σύλλογο, ο οποίος είχε τερματίσει στην 8η θέση εκείνη τη χρονιά, που αποτέλεσε την πιο άσχημη επίδοση στην ιστορία του.

Ο Γκάλης υπήρξε ο ηγέτης στην ανάκαμψη του Παναθηναϊκού και η άφιξή του τερμάτισε την περίοδο αγωνιστικής κρίσης και ο σύλλογος επέστρεψε σε πορεία πρωταθλητισμού.

Έκανε το ντεμπούτο του στις 26 Σεπτεμβρίου 1992 στο νικητήριο αγώνα με αντίπαλο το Παγκράτι (αποτέλεσμα 71–64) σημειώνοντας 17 πόντους.

Στις 21 Νοεμβρίου 1992 τέθηκε για πρώτη αντιμέτωπος με την παλιά του ομάδα, σημείωσε 26 πόντους έχοντας 11 στα 13 δίποντα, 4 στις 5 βολές, μοίρασε 11 ασίστ και οδήγησε τον Παναθηναϊκό στη νίκη με 82–70 στην Αθήνα.

Το 1993 με 36 πόντους στον τελικό με αντίπαλο τον Άρη ο Γκάλης οδήγησε τον Παναθηναϊκό στην κατάκτηση του Κυπέλλου Ελλάδας μετά από 7 έτη.

Συμπλήρωσε συνολικά 246 πόντους σε τελικούς Κυπέλλου, επίδοση που παραμένει ακατάρριπτο ρεκόρ.

Οδήγησε τον Παναθηναϊκό στον τελικό του ελληνικού πρωταθλήματος με πλεονέκτημα έδρας, όμως μετά από απόφαση του Παύλου Γιαννακόπουλου η ομάδα αποχώρησε διαμαρτυρόμενη για τη διαιτησία.

Την περίοδο 1992–93 επανήλθε στην πρώτη τριάδα των σκόρερ και αυτό συνέβη και την επόμενη σεζόν.

Ως αρχηγός της ομάδας, ενέπνευσε τους νεαρούς παίκτες του Παναθηναϊκού, όπως ο Φραγκίσκος Αλβέρτης και ο Νίκος Οικονόμου και σταδιακά επέστρεψε την ελπίδα στους οπαδούς της ομάδας.

Σε τέτοιο βαθμό, ώστε η τότε έδρα του συλλόγου στη Γλυφάδα, ήταν πάντα υπερπλήρης

Τη χρονιά της άφιξής του, ο Παναθηναϊκός είχε μείνει εκτός Ευρώπης μετά από 24 χρόνια, αλλά με την άφιξη του Γκάλη ο Παναθηναϊκός απέκτησε και πάλι δικαίωμα συμμετοχής στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα 1993–94 μετά από 9 χρόνια απουσίας και σημείωσε τη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή επιτυχία στην ιστορία του έως τότε.

Την περίοδο εκείνη ο Γκάλης αναδείχθηκε με τον Παναθηναϊκό κορυφαίος σκόρερ της ομάδας με 23,8 πόντους σε 21 παιχνίδια και πασέρ στο πρωτάθλημα, οδηγώντας το σύλλογο στο φάιναλ φορ του Τελ Αβίβ, μετά την αλλαγή του τρόπου διεξαγωγής της διοργάνωσης και τη συμμετοχή περισσότερων της μίας ομάδας από κάθε χώρα.

Ο Παναθηναϊκός του Κώστα Πολίτη είχε ισχυροποιηθεί σημαντικά με την παρουσία των Αλεξάντερ Βολκόφ, Στόγιαν Βράνκοβιτς, όπως και ο πρωταθλητής Ολυμπιακός με τους Ρόι Τάρπλεϊ, Παναγιώτη Φασούλα, Ζάρκο Πάσπαλι και ο ελληνικός «εμφύλιος» του ημιτελικού υπό την παρουσία χιλιάδων εκδρομέων ήταν συγκλονιστικός με το Γκάλη σημαντικά περιορισμένο από τον προπονητή του Ολυμπιακού και τέως στον Άρη Γιάννη Ιωαννίδη (σημείωσε μόνο 8 πόντους) και τους ερυθρόλευκους να επικρατούν με 77–72.

Με 30 πόντους του Γκάλη με αντίπαλο την Μπαρτσελόνα ο Παναθηναϊκός κατέκτησε την τρίτη θέση στην Ευρώπη, ενώ ο Γκάλης για δεύτερη φορά στην καριέρα του αναδείχθηκε τριταθλητής Ευρώπης μετά το 1989 με τον Άρη.

Ο Γκάλης, βαδίζοντας στα 37 του ήταν πρώτος σκόρερ (μέσος όρος 22,8 πόντοι) και πασέρ (μέσος όρος 4,7 ασίστ) της διοργάνωσης.

Επίσης με τη συγκομιδή των πόντων που σημείωσε στο φάιναλ φορ του Τελ Αβίβ έφτασε τους 231 πόντους σε φάιναλ φορ, επίδοση που τον κατατάσει πρώτο έως σήμερα.

Στην αποχώρησή του από τις ευρωπαϊκές διασυλλογικές διοργανώσεις ήταν πρώτος σκόρερ όλων των εποχών συνολικά με 4.904 πόντους (ρεκόρ που καταρρίφθηκε το Φεβρουάριο του 20, πρώτος σκόρερ στο Κύπελλο Πρωταθλητριών και ρέκορντμαν τίτλων πρώτου σκόρερ με οκτώ, που επίσης παραμένει.

Με την έναρξη της περιόδου 1994–95 ο Παναθηναϊκός απέκτησε τον Παναγιώτη Γιαννάκη και έθεσε ως στόχο την κατάκτηση του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος.

Ο Γκάλης εξακολουθούσε να είναι ο κορυφαίος σε επιδόσεις, όμως η ομαδική λειτουργία παρουσίασε αδυναμίες σε μία περίοδο που ο Παναθηναϊκός έπρεπε να διεκδικήσει προκρίσεις από πολύ νωρίς σε αγώνες νοκ άουτ.

Χρειάστηκαν δύο μεγάλες εμφανίσεις του Γκάλη στα προκριματικά των ομίλων για να αποφύγει τον αποκλεισμό από τη Μπουντιβέλνικ Κιέβου, ενώ στα προκριματικά του Κυπέλλου ο Γκάλης ήταν ο κορυφαίος του Παναθηναϊκού στην πρόκριση επί του Ολυμπιακού.

Ο προπονητής Κώστας Πολίτης αποφάσισε να περιορίσει το χρόνο συμμετοχής του Νίκου Γκάλη και ο παίκτης θεώρησε ότι δεν είχε δίκαιη αντιμετώπιση, καθώς ο ίδιος εξακολουθούσε να έχει αξιόλογη απόδοση. Αφορμή για τη διατάραξη των σχέσεων των δύο ανδρών ήταν μία απρόσμενη ήττα από το Περιστέρι.

Στις 18 Οκτωβρίου 1994 σε αγώνα με τους Αμπελόκηπους ο Γκάλης δεν ξεκίνησε ως βασικός και ο προπονητής δεν τον χρησιμοποίησε καθόλου κατά τη διάρκεια του πρώτου ημιχρόνου. Θεωρώντας άδικη τη συμπεριφορά του, αποχώρησε από το γήπεδο στην ανάπαυλα του ημιχρόνου. Σε ανύποπτο χρόνο στο παρελθόν είχε δηλώσει πως «θα σταματήσω το μπάσκετ όταν σταματήσουν να με υπολογίζουν».

Ο πρόεδρος της ομάδας Παύλος Γιαννακόπουλος επιχείρησε να γεφυρώσει το χάσμα χωρίς επιτυχία. Στη συνέχεια προχώρησε σε αλλαγή προπονητή μετά από την ήττα από τον Ολυμπιακό με σκοπό την επιστροφή του Γκάλη.

Παρά τις αρνήσεις του Γκάλη, ο Γιαννακόπουλος εξακολουθούσε να δεσμεύει και να πληρώνει το συμβόλαιο του με σκοπό να επανενταχθεί την επόμενη χρονιά στην ομάδα πλάι στον Ντομινίκ Ουΐλκινς, κίνηση που συνάντησε την άρνηση του προπονητή Μπόζινταρ Μάλκοβιτς.

Προτάθηκε επίσης από το Γιαννακόπουλο στο Γκάλη να επιστρέψει στον Άρη, αλλά αρνήθηκε ο προπονητής του Λευτέρης Σούμποτιτς και ο ίδιος ο Γκάλης που προτιμούσε να μεταγραφεί στην ΑΕΚ.

Συνέπεια του αδιεξόδου υπήρξε η απόφαση του Νίκου Γκάλη να ανακοινώσει στις 29 Σεπτεμβρίου 1995 το τέλος της καριέρας του.

Η γραπτή δήλωσή του ήταν η εξής: «Κάποτε θα γινόταν κι αυτό.

Στη ζωή, όλα έχουν μια αρχή κι ένα τέλος.

Πολλές φορές εξαρτάται από μας, πολλές φορές όχι. Ήθελα να σταματήσω αυτό που τόσο αγάπησα κι αγαπώ μέσα στο γήπεδο γιατί πιστεύω ότι ξέρω να παίρνω τις αποφάσεις μου τότε που πρέπει.

Αυτή μου η επιθυμία θεωρήθηκε από πολλούς αδυναμία. Ποτέ δεν έχω παρακαλέσει άνθρωπο και ποτέ δε ζήτησα χάρη από κανέναν.

Μέχρι και σήμερα (σ.σ. 29/9/1995) έκανα υπομονή περιμένοντας μία κίνηση.

Είμαι εγωιστής αλλά δεν είναι εγωιστικό να πιστεύω μέχρι κι αυτή τη στιγμή ότι είμαι ελεύθερος και ότι δεν ανήκω σε κανέναν.

Γιατί έχω λόγο και τιμή. Φεύγω από το άθλημα που αγάπησα πικραμένος.

Με μόνη ικανοποίηση ότι ακόμα και σήμερα πολλοί πιστεύουν ότι μπορώ να αλλάζω τις ισορροπίες.

Ευχαριστώ όλους τους ανώνυμους φιλάθλους για την αγάπη που μου έδειξαν. Ζητώ συγγνώμη αν κάποιους πίκρανα.

Τη ζωή πρέπει να την παίρνουμε όπως έρχεται αν θέλουμε να είμαστε ευτυχισμένοι.

Εύχομαι καλή επιτυχία σε όλες τις ομάδες του πρωταθλήματος που αρχίζει αύριο (σ.σ. 30/9/1995) κάνοντας μια ευχή: Να μη ξεχνάμε όλοι ότι το μπάσκετ είναι παιχνίδι και ότι υπάρχουν νικητές και ηττημένοι».

«Ο λευκός σωσίας του Μάικλ Τζόρνταν», όπως τον είχε χαρακτηρίσει κάποτε η ιταλική εφημερίδα La Gazzetta dello Sport, αποχώρησε από τη σκηνή του αθλήματος με τον ίδιο τρόπο που εμφανίστηκε, μια τυχαία μέρα.

Το καλοκαίρι του 1996 πραγματοποιήθηκε νέα επαφή ανάμεσα στην ΑΕΚ του Γιάννη Ιωαννίδη και τον Γκάλη ο οποίος είχε μείνει πλέον ελεύθερος από τον Παναθηναϊκό με την απόφαση Μποσμάν, ενώ τον προσέγγισε και ο πρόεδρος του Άρη Στέργιος Βρούσγος για να επιστρέψει στην ενεργό δράση.

Ο Γκάλης όμως δεν συμφωνησε με καμία από τις δύο πλευρές.

Σημείωσε τους τελευταίους του πόντους στο θεσμό του Κυπέλλου στις 9 Οκτωβρίου 1994 στην ήττα από το Περιστέρι στη Γλυφάδα (70–74) και στην Α1 στον εντός έδρας αγώνα με τη Δάφνη (82–60) στις 12 Οκτωβρίου 1994.

Στις 21 Οκτωβρίου 1999 οι σχέσεις των αδελφών Γιαννακόπουλων και του Γκάλη αποκαταστάθηκαν και επίσημα, καθώς βραβεύτηκε από τον Παναθηναϊκό στο ημίχρονο αγώνα της Ευρωλίγκα απέναντι στη Ρεάλ Μαδρίτης.

Στις 6 Μαΐου του 2007 τιμήθηκε από την Ευρωλίγκα στον τελικό του ΟΑΚΑ παρουσία 20.000 φιλάθλων, σε ένα από τα μεγαλύτερα standing ovation στην ιστορία του ελληνικού μπάσκετ.

Μία σειρά από γραφειοκρατικά και τυπικά προβλήματα για τη διεθνοποίηση του ελληνοαμερικανού αθλητή ξεπεράστηκαν πολύ γρήγορα και έτσι την 6η Μαΐου του 1980 φόρεσε για πρώτη φορά και το εθνόσημο σε μία πολύ διαφορετική εθνική ομάδα από εκείνη που αργότερα δημιουργήθηκε.

Ήταν σε αγώνα για το Προολυμπιακό τουρνουά των Ολυμπιακών Αγώνων του 1980 με αντίπαλο τη Σουηδία στο Βεβέ της Ελβετίας με ήττα 79–71 και τον ίδιο να σημειώνει 25 πόντους.

Η Εθνική μόλις είχε κατακτήσει το πρώτο της χρυσό μετάλλιο στους Μεσογειακούς του Σπλιτ το 1979 κερδίζοντας τη Γιουγκοσλαβία και βρισκόταν σε μεταβατικό στάδιο.

Στη διοργάνωση της Ελβετίας συμμετείχαν 19 ομάδες και η Ελλάδα κατετάγη 10η.

Σε τέσσερις συναντήσεις ο Γκάλης είχε μέσο όρο πόντων 20,5 ανά αγώνα.

Πρώτη μεγάλη διοργάνωση στην οποία συμμετείχε ήταν το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1981, όπου έκανε αισθητή την παρουσία του με 159 πόντους (19,9 κατά μέσο όρο), με βάση αυτό τρίτος σκόρερ της διοργάνωσης, αλλά αυτοί δεν αρκούσαν για να οδηγήσουν το συγκρότημα του Γιάννη Ιωαννίδη ψηλότερα από τη δέκατη θέση στην τελική κατάταξη, με τρεις ήττες σε ισάριθμους αγώνες στην πρώτη φάση και τρεις νίκες σε τέσσερις αγώνες στη συνέχεια.

Η Σοβιετική Ένωση κέρδισε εύκολα τη Γιουγκοσλαβία στον τελικό με 84–67 και κατέκτησε έναν ακόμη τίτλο, σε ένα τουρνουά στο οποίο δεν υπήρξαν εκπλήξεις, καθώς την τριάδα του βάθρου συμπλήρωσε η Τσεχοσλοβακία.

Στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1983 ήταν ο πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης για πρώτη φορά στην καριέρα του με 235 πόντους (33,6 ανά αγώνα)[172] για το συγκρότημα του Κώστα Πολίτη που είχε δύο νίκες και πέντε ήττες, με τη «γαλανόλευκη» να τερματίζει στην ενδέκατη θέση της τελικής κατάταξης, δείχνοντας ωστόσο, πως έχει και το ταλέντο αλλά και την υποδομή για να πετύχει κάτι σπουδαίο στο μέλλον. Συμπεριλήφθηκε επίσης στην καλύτερη πεντάδα επίσης για πρώτη φορά.

Στον αγώνα κατάταξης με τη Σουηδία (102–97) σημείωσε 46 πόντους, τη δεύτερη καλύτερη επίδοση στην ιστορία των Ευρωπαϊκών Πρωταθλημάτων.

Στο Προολυμπιακά τουρνουά του 1984 η ευκαιρία χάθηκε για λίγο, με 16 εθνικές ομάδες να συμμετέχουν, τέσσερις να προκρίνονται και την Ελλάδα να κατατάσσεται πέμπτη.

Σε εννέα συναντήσεις ο Γκάλης είχε μέσο όρο πόντων 31,6 ανά αγώνα και αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ.

Οι 45 πόντοι που σημείωσε με αντίπαλο τη Μεγάλη Βρετανία με 106–104 στις 20 Μαΐου στο Λονδίνο δεν ήταν αρκετοί για να αποφευχθεί η απροσδόκητη ήττα με 106–104.

Η πρώτη μεγάλη διάκριση ήρθε με την πρόκριση της Ελλάδας στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του 1986 στην Ισπανία.

Στην προκριματική φάση έχει μείνει στην ιστορία το παιχνίδι με αντίπαλο τη Γαλλία στις 21 Νοεμβρίου του 1985 στο Εκεντρεβίλ-Ενεβίλ, ένα χωριό της Νορμανδίας, στις όχθες της Μάγχης: η Εθνική προερχόμενη από το εκπαιδευτικό (με βαριές ήττες, αλλά πολύ ωφέλιμο) ταξίδι στις ΗΠΑ πέτυχε ένα αληθινό έπος, νικώντας τη γηπεδούχο σε κρίσιμο αγώνα με 130–126 ύστερα από τρεις παρατάσεις υπό το βλέμμα 3.500 Γάλλων.

Ο Γιαννάκης ισοφαρίζει με τρίποντο στη λήξη της κανονικής διάρκειας (92–92), ο Λιβέρης Ανδρίτσος τον μιμείται στην πρώτη παράταση (104–104), ο Ντιμπουϊσόν φέρνει τον αγώνα στα ίσια στη δεύτερη παράταση (117–117), ενώ στην τελευταία πράξη ο Γκάλης και ο Φάνης Χριστοδούλου αφήνουν άναυδους τους Γάλλους.

Η συνάντηση συν τοις άλλοις εξελίχθηκε και σε διαγωνισμό σκοραρίσματος ανάμεσα στον Νίκο Γκάλη (43 πόντοι) και στον Ερβέ Ντιμπουϊσόν (51 πόντοι με 11 τρίποντα.

Στην τελική φάση ο Γκάλης ήταν πρώτος σκόρερ με 337 πόντους. Μέτρησε κατά μέσο όρο 33,7 πόντους, τον μεγαλύτερο μέσο όρο στη μέχρι τότε ιστορία, έχοντας 53 πόντους στον πρώτο αγώνα με αντίπαλο την Εθνική του Παναμά στο τελικό 110–81, επίδοση που είναι και το ατομικό του ρεκόρ με την εθνική ομάδα.

Είχε ποσοστό ευστοχίας 74,5 % και σε τέσσερις αγώνες ξεπέρασε τους 40 πόντους.

Στον δεύτερο αγώνα με αντίπαλο τη Γαλλία (87–84) πέτυχε 34 με την ήττα από την Ισπανία να περιορίζει τις προοπτικές της εθνικής.

Οι αποχαιρετιστήριοι αγώνες κατάταξης στη Μαδρίτη έφεραν δύο κατοστάρες, αλλά μόνο μία νίκη: 102–88 επί της Αργεντινής, ήττα 111–112 από την Κίνα, αλλά ο Γκάλης σημείωσε 40 και 49 πόντους αντίστοιχα. Η Ελλάδα τερμάτισε 10η συμμετέχοντας για πρώτη φορά στην ιστορία της σε τελική φάση Παγκοσμίου Πρωταθλήματος.

Έχοντας συμμετάσχει μόνο σε αυτή τη διοργάνωση Παγκοσμίου Πρωταθλήματος, ο μέσος όρος πόντων του εξακολουθεί να τον διατηρεί στην κορυφαία θέση όλων των εποχών.

Το 1987 υπήρξε μία από τις πιο σπουδαίες χρονιές στην καριέρα του Γκάλη, αλλά και στην ιστορία της ελληνικής καλαθοσφαίρισης.

Μετά από την επιτυχημένη σεζόν του με τον Άρη, αγωνίστηκε στο Ευρωμπάσκετ 1987 με την εθνική Ελλάδας.

Η ομάδα του 1987 είχε την ευλογία να δει να συνυπάρχουν στη σύνθεσή της τέσσερις από τους καλύτερους παίκτες στην ιστορία της, οι οποίοι ταυτόχρονα αγωνίζονταν σε διαφορετικές θέσεις.

Ο λόγος για τους Νίκο Γκάλη, Παναγιώτη Γιαννάκη, Παναγιώτη Φασούλα και Φάνη Χριστοδούλου.

Στο πλευρό τους, ωστόσο, την ίδια στιγμή είχαν μία εξαιρετική φουρνιά παικτών που τους συμπλήρωνε ιδανικά.

Η Ελλάδα βρέθηκε σε δύσκολο όμιλο με αντιπάλους στη φάση των ομίλων την πρωταθλήτρια Ευρώπης Σοβιετική Ένωση (από την οποία έχασε με 69–66), τη Γιουγκοσλαβία, την Ισπανία (από την οποία έχασε σχετικά εύκολα με 106–89), τη Γαλλία και τη Ρουμανία, με τις δύο ήττες να την οδηγούν στην τέταρτη θέση του ομίλου, με πρώτη τη σοβιετική ομάδα.

Στον εναρκτήριο αγώνα με τη Ρουμανία (3 Ιουνίου, μπροστά σε 8.000 θεατές, αποτέλεσμα 109–77[189]), ο Γκάλης σημείωσε 44 πόντους όπως και στο δεύτερο αγώνα με τη Γιουγκοσλαβία (4 Ιουνίου, αποτέλεσμα 84–78), 35 με την Ισπανία, 31 με τη Σοβιετική Ένωση, 34 με τη Γαλλία (αποτέλεσμα 82–69).

Ο κρίσιμος αγώνας με την Ιταλία στις 10 Ιουνίου που θα έκρινε την πρόκριση στους τέσσερις έληξε με νίκη της ελληνικής ομάδας με 90–78 μετά από 17 ήττες σε ισάριθμες αναμετρήσεις κόντρα στους «ατζούρι».

Έδωσε δε την ευκαιρία στο Γκάλη (που σημείωσε 38 πόντους) για δύο ιστορικές απαντήσεις σε δύο ερωτήσεις που του έγιναν «είδα στα μάτια τους από την προθέρμανση, ότι θα χάσουν», ενώ στην ερώτηση για το αν ήταν η μεγαλύτερη νίκη «ναι, μέχρι την επόμενη», με τα γεγονότα να τον δικαιώνουν.

Αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ με 296 πόντους (μέσο όρο 37 πόντους, επίδοση που εξακολουθεί να είναι ακατάρριπτο ρεκόρ), είχε ακόμα 2,5 ριμπάουντ, 1,7 ασίστ, 0,6 κλεψίματα, 2,6 λάθη μέσο όρο και ψηφίστηκε πολυτιμότερος παίκτης (MVP) της διοργάνωσης με 81 ψήφους, με δεύτερο τον Σοβιετικό Σαρούνας Μαρτσουλιόνις με 44, και πρώτος στην ψηφοφορία της καλύτερης πεντάδας με 138 ψήφους.

Με κορυφαίο αθλητή μακράν το Γκάλη η Ελλάδα που δεν είχε έως τότε καμιά διάκριση σε επίπεδο κορυφής αναδείχθηκε πρωταθλήτρια Ευρώπης πέρα από κάθε πρόβλεψη, επικρατώντας απέναντι σε ομάδες με μεγάλη ιστορία στο θεσμό, όπως η Σοβιετική Ένωση στον τελικό (103–101 στην παράταση, με 40 δικούς του πόντους, κανονική διάρκεια 89–89) και η Γιουγκοσλαβία, στην οποία επιβλήθηκε τόσο στη φάση των ομίλων, όσο και στον ημιτελικό της 12ης Ιουνίου με 81–77 με 30 πόντους του Γκάλη.

Στον ημιτελικό η Εθνική μπήκε με τρομερό ενθουσιασμό και προηγήθηκε με 21–10 χάρη σε πέντε στα πέντε τρίποντα από Γιαννάκη και Χριστοδούλου. Η Ελλάδα συνέχισε να ελέγχει τη συνάντηση μέχρι το 28–19.

Έκτοτε υπέστη μπλακ-άουτ και η Γιουγκοσλαβία προηγήθηκε στο ημίχρονο με 35–45.

Οι ρόλοι αντιστράφηκαν στο δεύτερο ημίχρονο και απανωτά καλάθια του Γκάλη έβαλαν μπροστά την Ελλάδα μέχρι την τελική επικράτηση με διαφορά τεσσάρων πόντων.

Ο ιστορικός τελικός έγινε μπροστά σε 16.000 φιλάθλους (παρουσία της πολιτειακής και πολιτικής εξουσίας της χώρας) που ήταν θορυβώδεις και πέρασαν το παιχνίδι όρθιοι τραγουδώντας, φωνάζοντας με πάθος «Ελλάς! Ελλάς!» και χειρονομώντας σαν τρελοί.

Ο ελληνικός πάγκος ήταν τόσο καλός, όσο και μέρος του κόσμου.

Ο Γιαννάκης ήταν σχεδόν τρελός όταν αποβλήθηκε με πέντε φάουλ δυόμισι λεπτά πριν το τέλος και πέρασε τα τελευταία λεπτά όρθιος κυριολεκτικά και τυλιγμένος σε μια πετσέτα που μερικές φορές χρησιμοποιούσε για να καλύψει τα μάτια του.

Ο αγώνας κύλησε χωρίς κάποια από τις δύο ομάδες να καταφέρνει να ξεφύγει και με τους Σοβιετικούς να προηγούνται με 89–87 δευτερόλεπτα πριν τη λήξη, ο Λιβέρης Ανδρίτσος θα κερδίσει το φάουλ και θα ισοφαρίσει σε 89–89, στέλνοντάς το στην παράταση.

Ο Γκάλης δικαίωσε τις προσδοκίες και σημείωσε 40 πόντους, αλλά η ιστορία ήθελε τις καθοριστικές δύο ελεύθερες βολές να γίνονται από τον Αργύρη Καμπούρη στο ισόπαλο τότε 101–101 της παράτασης, τέσσερα δευτερόλεπτα πριν τη λήξη.

Το ξέφρενο πανηγύρι άρχισε άμεσα με τους φιλάθλους να εισβάλουν μαζικά στον αγωνιστικό χώρο και να σηκώνουν το Γκάλη στα χέρια τους.

Ίσως το πιο διάσημο και ένα από τα δυσκολότερα της καριέρας είναι πιθανότατα αυτό που πετυχαίνει σε αυτό τον τελικό απέναντι σε όλη την ομάδα των Σοβιετικών και στο κέντρο της άμυνάς τους, με τριπλό σπάσιμο της μέσης, εκμεταλλευόμενος άριστα και την απουσία εκείνη τη στιγμή του Βλαντίμιρ Τκατσένκο.

«Όλη η χώρα σηκώθηκε σαν κλειστή γροθιά» μπροστά στους Σοβιετικούς δήλωσε ο Γκάλης μετά τον τελικό, με τους φιλάθλους να ξεχύνονται στους δρόμους σε όλες τις πόλεις μετά το τέλος του αγώνα.

Είχε κατά μέσο όρο 40 λεπτά και 10 δευτερόλεπτα ανά αγώνα στο Ευρωμπάσκετ: ξεκουράστηκε για λίγο λιγότερο από τέσσερα λεπτά στο πρώτο παιχνίδι της Ελλάδας με τη Ρουμανία, και στη συνέχεια για τα υπόλοιπα επτά παιχνίδια – τέσσερις φάση ομίλων, τρία νοκ άουτ – δεν κάθισε καθόλου και ποτέ στον πάγκο. Αγωνίστηκε κάθε δευτερόλεπτο σε επτά συνεχόμενα παιχνίδια, συμπεριλαμβανομένης της παράτασης στην τελική νίκη.

Αναδείχθηκε κορυφαίος Ευρωπαίος καλαθοσφαιριστής για το 1987 (τίτλοι Mr Europa και Euroscar).

Πλέον και τυπικά είχε αναδειχθεί σε έναν από τους κορυφαίους αθλητές του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Στο δημοψήφισμα του Πανελλήνιου Συνδέσμου Αθλητικού Τύπου (ΠΣΑΤ) ψηφίζεται ως ο καλύτερος αθλητής με 730 ψήφους, ενώ ψηφίζεται ακόμα 10ος καλύτερος αθλητής του κόσμου στην κατάταξη της ιταλικής εφημερίδας La Gazzetta dello Sport.

Είχε την τιμή της συμμετοχής σε δύο παιχνίδια στη Μικτή Ευρώπης που διοργανώθηκαν για την αποχώρηση σημαντικών μορφών της ευρωπαϊκής καλαθοσφαίρισης: στις 17-19-21 Ιουνίου στο Τελ Αβίβ για τον Λου Σίλβερ με αντίπαλο τη Μακάμπι (108–87 με πρώτο σκόρερ το Γκάλη με 28 πόντους), στη Θεσσαλονίκη για το Βασίλη Γκούμα (ο Γκάλης σημείωσε 47 πόντους με την Ελλάδα απέναντι στη Μικτή Ευρώπης που νίκησε με 109–101) και στη Σόφια απέναντι στη Βουλγαρία για τον Ατανάς Γκολομέεφ (129–82, 18 πόντοι του Γκάλη).

Στο Προολυμπιακό τουρνουά του 1988 στο Ρότερνταμ, η Ελλάδα έχασε μία δεύτερη ευκαιρία για πρόκριση στο κορυφαίο αθλητικό γεγονός.

Η κόντρα όμως ανάμεσα στον ομοσπονδιακό προπονητή Κώστα Πολίτη και τον Γκάλη, διατάραξε το καλό κλίμα στις τάξεις της Εθνικής και έτσι μία ακόμα αποτυχία που πριν το προολυμπιακό θεωρούταν λίγο πιθανή, ήρθε για το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα.

Με συμμετοχή 16 ομάδων κατετάγη πέμπτη, με τρεις να προκρίνονται.

Οι έξι νίκες σε εννέα αγώνες δεν φάνηκαν αρκετές, καθώς έχασε από τις Γιουγκοσλαβία (101–87), Σοβιετική Ένωση (82–77) και Ισπανία (91–84) που πήραν την πρόκριση.

Ο Γκάλης με μέσο όρο 28,4 πόντους δεν άφησε περιθώρια σε άλλους για τον τίτλο του πρώτου σκόρερ.

Το καλοκαίρι του 1989 ο Γκάλης αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα έχοντας μέσο όρο 35,6 πόντους ανά παιχνίδι και οδήγησε την εθνική Ελλάδος στην κατάκτηση του ασημένιου μεταλλίου και με νέο ομοσπονδιακό προπονητή τον Ευθύμη Κιουμουρτζόγλου.

Η διάκριση θεωρήθηκε ανάλογης αξίας με την κατάκτηση της πρώτης θέση του 1987, καθώς οι αντίπαλοι υπήρξαν ακόμα πιο ισχυροί και το επίπεδο πιο υψηλό.

Επιπλέον, ο παράγοντας κόσμος που υποστήριξε με πάθος την ομάδα το 1987 δεν ήταν παρών.

Στον πρώτο αγώνα με τη Γιουγκοσλαβία στις 20 Ιουνίου, η ισχύς των γηπεδούχων οδηγεί στη συντριβή με 68–103.

Ο Γκάλης πέτυχε 30 πόντους, αλλά όλα έμοιαζαν αδύνατα απέναντι σε εκείνη τη Γιουγκοσλαβία.

Άλλους τόσους σημείωσε και στο επόμενο νικηφόρο παιχνίδι με τη Γαλλία (80–73).

Με αντίπαλο τη Βουλγαρία, τα πράγματα ήταν πιο εύκολα.

Η Ελλάδα έκανε επίδειξη δύναμης με 103–73 και ο Γκάλης είχε 43 πόντους.

Στον ημιτελικό της 24ης Ιουνίου απέναντι στη Σοβιετική Ένωση, ο Γκάλης σημείωσε 45 πόντους (από τους 81 συνολικά), έχοντας 17 στα 31 σουτ δύο πόντων, 1 στα 2 τρίποντα, 8 στις 9 βολές και στην τελευταία επίθεση πήρε την πρωτοβουλία επιχειρώντας διείσδυση στην άμυνα των αντιπάλων που γύριζε όλη τριγύρω του, ο ίδιος δίνει πάσα και σηκώνει το χέρι πανηγυρίζοντας στο νικητήριο τρίποντο του Φάνη Χριστοδούλου, προτού καν καταλήξει η μπάλα στο καλάθι. Η σοβιετική ομάδα ένα χρόνο νωρίτερα ήταν χρυσή Ολυμπιονίκης με τον Άρβιντας Σαμπόνις στις τάξεις της.

Ο Αλεξάντερ Γκομέλσκι, έπειτα από τη λήξη των αγώνων, παραδεχόταν: «Πριν από δύο χρόνια νόμιζα ότι η Ελλάδα είχε θριαμβεύσει επειδή έπαιζε στο γήπεδό της. Έκανα λάθος. Φέτος μας απέδειξαν ότι μπορούν να τα καταφέρουν και εκτός έδρας. Ανακαλώ».

Η Ελλάδα εξασφάλισε το ασημένιο μετάλλιο και αποδεικνύοντας ότι η Εθνική Ελλάδας ανήκε πλέον στις κορυφαίες εθνικές ομάδες της Ευρώπης.

Ο τελικός με τη Γιουγκοσλαβία την επόμενη ημέρα, που στον άλλο ημιτελικό νίκησε την Ιταλία, δεν έχει τόσο μεγάλη σημαία.

Η ήττα ήταν αναμενόμενη στη συνάντηση και το αποτέλεσμα ήρθε εύκολα για τους γηπεδούχους με 77–98, παρότι ο Γκάλης πέτυχε 30 πόντους και ο Φασούλας 22.

Στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του 1990 ο Γκάλης δεν αγωνίστηκε λόγω τραυματισμού στον πρώτο αγώνα του Τουρνουά Ακρόπολις απέναντι στην Τσεχοσλοβακία, ένας από τους σπάνιους τραυματισμούς στην καριέρα του.

Σε εκείνο τον αγώνα σημείωσε 4 πόντους, τη μικρότερη παραγωγικότητα του με την εθνική ομάδα και ένας από τους μόνο 5 αγώνες από τους 168 με μονοψήφιο αριθμό πόντων.

Στις 8 Ιουνίου 1991 στο ΣΕΦ και σε ένα γεμάτο γήπεδο, όλα τα μεγάλα ονόματα του ευρωπαϊκού μπάσκετ συγκεντρώθηκαν σε ένα ευρωπαϊκό All Star Game στα πλαίσια του Τουρνουά Ακρόπολις και σε μία ιδιαίτερη χρονιά λόγω των εορτασμών των 100 χρόνων της FIBA.

Η κορυφαία συνάντηση ήταν μεταξύ Μικτής Βαλκανίων και Μικτής Ευρώπης, με τους Γκάλη και Γιαννάκη στη βασική πεντάδα των Βαλκανίων και τελικό αποτέλεσμα 103–102 υπέρ της Μικτής Βαλκανίων.

Πρώτος σκόρερ της συνάντησης ήταν ο «γκάνγκστερ» με 22 πόντους.

Με την εθνική Ελλάδας ο Γκάλης αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1991 για τέταρτη φορά στην καριέρα του, που ισοφάρισε το ρεκόρ του Ραντιβόι Κόρατς και παραμένει.

Στη διοργάνωση της Ιταλίας η εθνική Ελλάδας κατέλαβε την πέμπτη θέση και ο Γκάλης σημείωσε το 1/3 των πόντων της ομάδας.

Με μέσο όρο 32,4 πόντους ανά αγώνα, πέτυχε την τέταρτη καλύτερη επίδοση του στη διοργάνωση, που εξακολουθούν να παραμένουν και οι τέσσερις κορυφαίες όλων των εποχών.

Τελευταίος του αγώνας αυτός με την Τσεχοσλοβακία (29 Ιουνίου 1991, Ρώμη) για τη διεκδίκηση της πέμπτης θέσης που ήταν νικηφόρος με 95–79 και με 37 πόντους του κορυφαίου Έλληνα παίκτη.

Αναδείχθηκε μάλιστα πρώτος σκόρερ όλων των εποχών στην ιστορία της διοργάνωσης με 1.030 πόντους, ρεκόρ που κράτησε μέχρι το 2015, όταν τον ξεπέρασαν Τόνι Πάρκερ, Ντιρκ Νοβίτσκι και Πάου Γκασόλ, σε απόλυτες τιμές.

Αλλά οι μέσοι όροι του (31,2 πόντοι σε 33 αγώνες) παραμένουν απλησίαστοι.

Από την τελευταία του ημέρα ως παίκτης δεν έχει απασχολήσει ιδιαίτερα τα φώτα της δημοσιότητας.

Ασχολήθηκε με τη δημιουργία αθλητικής κατασκήνωσης για παιδιά στη Χαλκιδική έως το 2006.

Το 2004 μετέφερε την Ολυμπιακή Φλόγα ως πρώτος λαμπαδηδρόμος μέσα στο Ολυμπιακό Στάδιο για την τελετή έναρξης της διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.

Το 2007 τιμήθηκε με το μετάλλιο τιμής στην Ευρωλίγκα και το Σεπτέμβριο έγινε μέλος του Hall of Fame της FIBA κατά τη δεύτερη επιλογή του θεσμού.

Επελέγη ομόφωνα μεταξύ των πρώτων 16 μελών και ήταν ένας από τους 12 Ευρωπαίους παίκτες στη λίστα.

Το 2008 συμπεριλήφθηκε στους 50 Σπουδαιότερους Συνεισφέροντες της Ευρωλίγκα.

Στις 7 Μαΐου του 2013 διοργανώθηκε από την ΚΑΕ Άρης εκδήλωση προς τιμήν του.

Η εκδήλωση έλαβε χώρα στο Αλεξάνδρειο Μέλαθρο της Θεσσαλονίκης και παραβρέθηκαν μεγάλοι παίκτες της ιστορίας του Ευρωπαϊκού μπάσκετ (όπως οι Παναγιώτης Γιαννάκης, Ντίνο Ράτζα, Ζέλικο Ομπράντοβιτς, Στόγιαν Βράνκοβιτς, Μπάνε Πρέλεβιτς, Ντορόν Τζαμσί, Ρισάρ Ντακουρί, Αλεξάντερ Βολκόφ, Τζόρντι Βιγιακάμπα, Όντι Νόρις κ.α.).

Το στεφάνι που φιλοξενεί τα λάβαρα των τίτλων της ομάδας του Άρη κατέβηκε στο έδαφος και στο κέντρο τοποθετήθηκε η φανέλα με το νούμερο 6 του Νίκου Γκάλη με την υπογραφή του, λίγο πριν πάρει και πάλι την πορεία προς την κορυφή ανάμεσα στα 21 λάβαρα των ισάριθμων τίτλων του συλλόγου.

Η απόφαση είχε ληφθεί από τις 14 Σεπτεμβρίου 1998.

Στα πλαίσια της εκδήλωσης διεξήχθη φιλικός αγώνας μεταξύ Άρη και Λιμόζ.

«Έπρεπε να πούμε συγγνώμη στον Νίκο γιατί τώρα είναι 55 ετών και αυτό έπρεπε να είχε γίνει πολλά χρόνια πριν», είπε ο Λευτέρης Αρβανίτης, πρόεδρος του Άρη, που ανέλαβε την ομάδα την προηγούμενη χρονιά.

Ο Νίκος Γκάλης δήλωσε «Αυτό είναι το σπίτι μου (σ.σ. Αλεξάνδρειο) και όλοι (σ.σ. ο κόσμος του Άρη) η οικογένειά μου.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή για έναν αθλητή από τη στιγμή που η αγαπημένη του ομάδα κρεμάει ψηλά τη φανέλα του», ενώ ύστερα από απόφαση της Ελληνικής κυβέρνησης, η κεντρική σάλα του Αλεξανδρείου (ο αγωνιστικός χώρος) μετονομάστηκε σε «Σάλα Νίκος Γκάλης» (Nick Galis Hall), προς τιμή του Γκάλη.

Στις 14 Ιουνίου του 2016 ημέρα κατά την οποία συμπληρώθηκαν 29 έτη από την κατάκτηση του Ευρωμπάσκετ 1987 από την εθνική Ελλάδας, το ΟΑΚΑ μετονομάστηκε σε κλειστό γυμναστήριο «Νίκος Γκάλης».

Το 2013 ήταν υποψήφιος για να ενταχθεί στο Naismith Memorial Basketball Hall of Fame, κάτι που δεν έγινε εκείνη τη χρονιά.

Το 2017 εντάχθηκε τελικά στο Hall of Fame.

Στις 2 Μαΐου 2023, ο Γκάλης αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Τμήματος Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού του ΑΠΘ για την εξαιρετική προσφορά του στον ελληνικό αθλητισμό και τον πολιτισμό και για τις υπηρεσίες που προσέφερε στην κοινωνία.

Στις 4 Αυγούστου 2023 παρουσία 13.000 θεατών στο ΟΑΚΑ η Ελληνική Ομοσπονδία Καλαθοσφαίρισης απέσυρε τη φανέλα με το νούμερο 4 που φορούσε σε όλη σχεδόν τη διεθνή καριέρα του ο Γκάλης, ο πρώτος Έλληνας καλαθοσφαιριστής που του έγινε αυτή η τιμή.

Στην προσωπική του ζωή έχει παντρευτεί δύο φορές (η πρώτη το 1985, η δεύτερη το 2005) και έχει αποκτήσει μία κόρη από το δεύτερο γάμο του.

Το μπάσκετ έκανε τα πρώτα της βήματα στη Ελλάδα το 1919, όταν ο Μάικλ Στεργιάδης εισήγαγε τους κανονισμούς του αθλήματος στα μέλη της ΧΑΝΘ.

Για πολλά χρόνια έμεινε στην αφάνεια παρά τις σποραδικές επιτυχίες, όπως το χάλκινο μετάλλιο στο ελλιπές Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1949 ή την κατάκτηση του Κυπέλλου Κυπελλούχων το 1968 σε ένα ιστορικό παιχνίδι από την ΑΕΚ.

Το 1979 ένας σχετικά κοντός καλαθοσφαιριστής (ίσως ο καλύτερος όλων των εποχών με ύψος έως 1,83 μέτρα ή 6 πόδια), που μπορούσε όμως να σκοράρει απέναντι σε οποιονδήποτε αντίπαλο και να τα κάνει όλα να φαίνονται τόσο απλά, ανέλαβε το εθνικό καθήκον να κάνει το μπάσκετ δημοφιλές στη χώρα, προσπάθεια που θα δικαιωνόταν λίγο αργότερα, όταν θα ενορχήστρωνε το 1987 το χρυσό της εθνικής στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα βγάζοντας για πρώτη φορά τους Έλληνες στους δρόμους για να πανηγυρίσουν αθλητική επιτυχία στο μπάσκετ.

Ίσως η λαμπρότερη αθλητική επιτυχία της σύγχρονης εποχής και η κορυφαία μεταπολιτευτική στιγμή του ελληνικού κράτους και του ελληνικού έθνους.

Το πως ένας παίκτης σαν αυτόν με αυτό το ύψος θα μπορούσε να πρωταγωνιστήσει σε ένα παιχνίδι που συνήθως κυριαρχείται από ψηλότερους παίκτες, παραμένει ακόμα αντικείμενο συζήτησης.

Το μυστικό ίσως βρίσκεται στην τεχνική του.

Ήταν ο τυπικός παίκτης που μεγάλωσε παίζοντας απέναντι σε ψηλότερους, που απορρόφησε τα μυστικά του πως να σουτάρει απέναντι σε οποιοδήποτε ψηλό αντίπαλο της εποχής. Υπήρχαν αρκετοί παίκτες σαν αυτόν στο NBA εκείνη την εποχή, αλλά σε αυτόν υπήρχε το πνεύμα του.

Ήταν μαχητής, νικητής.

Η νίκη στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1987 συνοδεύτηκε άμεσα από μεγάλο πριμ της Ομοσπονδίας, δωρεές ιδιωτών δεν ήταν σπάνιες, με ό,τι μπορεί να φανταστεί το μυαλό, το έπαιρναν οι διεθνείς.

Τηλεοράσεις, αυτοκίνητα, έπιπλα για το σπίτι.

Η ένωση ξενοδόχων Ρόδου καλεί όλη την ομάδα για διακοπές, ενώ ανάλογες προτάσεις έρχονται από Μύκονο, Σπέτσες, Κρήτη.

Επώνυμοι και ανώνυμοι, πλούσιοι και φτωχοί, στέλνουν τηλεγραφήματα, λουλούδια, εξέφρασαν την αγάπη τους με κάθε τρόπο, σε παίκτες ορισμένοι από τους οποίους δεν είχαν κινήσει το ενδιαφέρον της δημοσιότητας στο παρελθόν.

Αν δεν υπήρχε το 1987 ίσως να μην υπήρχε ο δεύτερος τίτλος του 2005 και ο τελικός στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του 2006, ίσως να μην υπήρχαν ούτε οι συλλογικές επιτυχίες του Παναθηναϊκού, του Ολυμπιακού και των άλλων ελληνικών ομάδων στην Ευρώπη.

Εκείνη η γενιά δεν θα χανόταν, όμως την 14η Ιουνίου του 1987, φρόντισε να δώσει στο ελληνικό μπάσκετ τη δυνατότητα να (ανα)γεννηθεί.

Χωρίς αυτόν ποτέ δεν θα ανακαλύπτονταν ο δρόμος που οδηγούσε στην κορυφή του ευρωπαϊκού μπάσκετ.

Η μεγάλη επιτυχία του κυρίου πρωταγωνιστή Γκάλη οδήγησε στην αύξηση των μισθών των Ελλήνων καλαθοσφαιριστών και δημιούργησε νέες θέσεις εργασίας, καθώς το άθλημα έγινε πιο επαγγελματικό και χρησιμοποιήθηκαν επιστήμονες σε διάφορες ειδικότητες.

Πριν από το Ευρωμπάσκετ του 1987, έπαιζε για 150.000 δολάρια το χρόνο, ενώ μετά από αυτό, βελτίωσε τον μισθό του στα 700.000 δολάρια και αργότερα έγινε ο πρώτος Ευρωπαίος παίκτης με συμβόλαιο άνω των 1.000.000 δολαρίων.

Υπάρχει μία εκτίμηση ότι, μετά την κατάκτηση της πρώτης θέσης από την εθνική ομάδα το 1987, άνοιξαν γύρω στις 7.500 θέσεις εργασίας στον χώρο της καλαθοσφαίρισης για τα επόμενα 8 χρόνια.

Η Επιτροπή Φιλάθλου Ιδιότητος ζήτησε την τιμωρία του Γκάλη στις αρχές της δεκαετίας του 1980, διότι τόλμησε να πει ότι «είμαι επαγγελματίας και όχι ερασιτέχνης». Ο ίδιος χαμογέλασε και δεν ανακάλεσε.

Ήταν η στιγμή που ξεκόλλησε τον ελληνικό επαρχιωτισμό από τον ερασιτεχνισμό του.

Η δήλωση του Μέμου Ιωάννου, συμπαίκτη του στην πρωταθλήτρια Ευρώπης ομάδα του 1987, είναι ενδεικτική του αγωνιστικού κινήτρου των αντιπάλων στο γήπεδο:

«Το σημαντικότερο πράγμα που έκανε ο Γκάλης είναι ότι έβαλε εμάς τους αντιπάλους του να δουλεύουμε πιο πολύ στην προπόνηση, να γίνουμε πιο γρήγοροι και αθλητικοί, αφού σε διαφορετική περίπτωση ήταν αδύνατον να αντιμετωπίσουμε τα δικά του αθλητικά προσόντα και την ταχύτητα με την οποία εκτελούσε».

Ο «βασιλιάς» της ελληνικής καλαθοσφαίρισης και αναμφίβολα η σπουδαιότερη μορφή του αθλήματος κατάφερε αυτό που λίγοι αθλητές της κατηγορίας του μπόρεσαν: να αγαπηθεί καθολικά, να δοξαστεί παγκόσμια και να αφήσει γερή κληρονομιά σε ένα λαό, ένα άθλημα.

Η καθολική του αναγνώριση δεν προέρχεται μόνο από τους επίσημους φορείς του αθλήματος αλλά πάντα έχει μεγαλύτερη αξία όταν αυτή προέρχεται κυρίως από μακροχρόνιους αντίπαλους, η αναγνώριση και τα εγκώμια που έχει λάβει κατά καιρούς από συμπαίκτες κι αντιπάλους.

Ο Όντι Νόρις (μεγάλος παίκτης της Μπαρτσελόνα που αγωνίστηκε και στην Ελλάδα) είχε εντυπωσιαστεί τόσο από την αξία του που βάφτισε ένα από τα παιδιά του, Νίκο, προς τιμήν του.

Ο «γκάνγκστερ», ο «Νικ δε Γκρικ», ο Νίκος Γεωργαλής ήρθε από τις ΗΠΑ για να αλλάξει για πάντα τη μοίρα του ελληνικού μπάσκετ, έσπρωξε εκατοντάδες χιλιάδες παιδάκια στα γήπεδα «για να γίνουν Γκάληδες», ενέπνευσε τους επόμενους σπουδαίους να αγαπήσουν το μπάσκετ και να συνεχίσουν την κληρονομιά του.

Ο Γκάλης είναι ο αδιαμφισβήτητος αναμορφωτής του ελληνικού μπάσκετ.

Το Ευρωμπάσκετ του 1987 και ο Νίκος Γκάλης επιπλέον αναζωογόνησαν τον ελληνικό αθλητισμό. Και αμέσως μετά έγινε κάτι μοναδικό: ο Άρης του Γκάλη έγινε τη δεκαετία του 1980 η ομάδα όλων των Ελλήνων.

Εκείνες τις Πέμπτες που έπαιζε ο Άρης στο Κύπελλο Πρωταθλητριών και στους δρόμους εξαφανιζόταν η κυκλοφορία, θεωρούμενος ως το υποκατάστατο της εθνικής ομάδας.

Διότι όλοι ήταν κολλημένοι στην τηλεόραση για να δουν τα μαγικά του Γκάλη και να βιώσουν στιγμές πρωτόγνωρες τότε για τον ελληνικό αθλητισμό.

Αποτέλεσε το είδωλο για τους καλύτερους παίκτες των μετέπειτα γενεών, όπως του Δημήτρη Διαμαντίδη και του Βασίλη Σπανούλη.

Χάρη σε αυτόν, η Ελληνική Ομοσπονδία είδε τους αριθμούς των εγγεγραμμένων καλαθοσφαιριστών της να πηγαίνουν από 92.731 το 1987 σε 163.000 το 1991.

Παιδιά που ξεκίνησαν το μπάσκετ και τα γόνατά τους δεν τους επέτρεψαν να συνεχίσουν, μεταπήδησαν σε άλλα αθλήματα όπως στο πόλο (η ιστορία του Γιώργου Αφρουδάκη και του Θοδωρή Χατζηθεοδώρου).

Γονείς που κατάλαβαν ότι ο πρωταθλητισμός γίνεται να εξαργυρωθεί, έστειλαν τα παιδιά τους σε κάθε αθλητική δραστηριότητα.

Τελευταία Αρθρα

Ραμπάχ Μαντζέρ, η φτέρνα του Αλλάχ

Ήδη κατά τη διάρκεια του Μουντιάλ του '82 στην Ισπανία έγινε κατανοητό ότι ο...

 Χοσέ Ναζάτσι, ο πρώτος αμυντικός ηγέτης στην ιστορία

Κατά μία έννοια, ο José Nasazzi ήταν ένας από τους πρώτους αμυντικούς ηγέτες που...

Κλαούντιο Ρανιέρι: ”Ή έχεις τύχη ή θα μάθεις να δουλεύεις”

Ο τελευταίος αγώνας του Κλαούντιο Ρανιέρι πριν την οριστική αποχώρησή του και το χειροκρότημα...

Καρλ-Χάιντς Σνέλινγκερ, εγγύηση και αποτελεσματικότητα

Ο Karl-Heinz Schnellinger ήταν ένας αριστοτεχνικός αμυντικός. Ελάχιστη σημασία είχε για εκείνον να τον βάλουν...

Παρομοια αρθρα

Ευθύμης Ρεντζιάς, ένα μεγάλο ταλέντο του ελληνικού μπάσκετ

Ο Ευθύμης Ρεντζιάς γεννήθηκε στην Πάτρα, στις 11 Ιανουαρίου 1976, είναι Έλληνας πρώην διεθνής...

Ο Φράνκι Κινγκ, άφησε το στίγμα του σε Ελλάδα και Κύπρο

Ο Φράνκι Κινγκ, γεννήθηκε στο Μπάξλεϊ της Τζόρτζια, στις 6 Ιουνίου 1972, είναι Αμερικάνος...

Έτορε Μεσίνα! Παλιά καραβάνα των πάγκων

Ο Έτορε Μεσίνα γεννήθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 1959 στην Κατάνια, είναι Ιταλός επαγγελματίας προπονητής...