Ναΐμ Σουλεϊμάνογλου… ”Ο Ηρακλής της τσέπης”

0

Ο Ναΐμ Σουλεϊμάνογλου, ήταν Τούρκος ολυμπιονίκης και παγκόσμιος πρωταθλητής στην άρση βαρών.

Έχει ψηφιστεί ως ο κορυφαίος του αθλήματος του 20ού αιώνα από την Διεθνή Ομοσπονδία Άρσης Βαρών (IWF), ενώ τα 25 χρυσά μετάλλια σε Ολυμπιακούς Αγώνες και Παγκόσμια Πρωταθλήματα παραμένουν ακατάρριπτο ρεκόρ.

Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1988 κατέρριψε το παγκόσμιο ρεκόρ της κατηγορίας του στο ζετέ σηκώνοντας 190 κιλά, επίδοση που παραμένει ως το μεγαλύτερο βάρος που έχει ποτέ ανυψώσει αθλητής σε σύγκριση με το σωματικό του βάρος (3,17 φορές).

Γεννήθηκε στη Βουλγαρία με την εθνική ομάδα της οποίας αναδείχθηκε δύο φορές παγκόσμιος πρωταθλητής μέχρι το 1986, χρονιά κατά την οποία αποσκίρτησε της χώρας του καταφεύγοντας στην Τουρκία.

Η αλλαγή της εθνικότητάς του και η παγκόσμια δημοσιότητα που τη συνόδευσε, είχε μεγάλη επιρροή πέρα ​​από τον αθλητισμό, ενώ η συνολική παρουσία του στην ιστορία του αθλήματος τον κατατάσσουν ως το σημαντικότερο στην ιστορία της άρσης βαρών.

Ο Ναΐμ Σουλεϊμάνοφ γεννήθηκε στο χωριό Πτιχάρ του δήμου Μόμτσιλγκραντ της νότιας Βουλγαρίας, δήμος με 75 % πολίτες τουρκικής καταγωγής, ανάμεσα σε αυτούς και η οικογένειά του.

Ο πατέρας του δούλευε ως ανθρακωρύχος και είχε ύψος 1,53 μέτρα, ενώ η μητέρα του ήταν 1,40 μέτρα.

Ξεκίνησε να ασχολείται με το άθλημα σε ηλικία 9 ετών και χάρη στο μοναδικό του ταλέντο μπήκε σε σύντομο χρονικό διάστημα στην εθνική ομάδα νέων της Βουλγαρίας.

Όπως ο ίδιος αποκάλυψε αργότερα απομακρύνθηκε από την ομάδα για ένα μήνα αργότερα με την αιτιολογία ότι ήταν «τουρκικής καταγωγής».

Ωστόσο, με την εγγραφή του σε άλλο αθλητικό σχολείο στη Φιλιππούπολη, κατέλαβε την 20ή θέση στο βουλγαρικό πρωτάθλημα και μετά από αυτή την επιτυχία, οι αρχές αναγκάστηκαν να τον επαναφέρουν στην εθνική ομάδα νέων δύο μήνες μετά.

Υπό την επίβλεψη του κορυφαίου Βούλγαρου προπονητή Ιβάν Αμπατζίεφ (καινοτόμου και εντυπωσιακά επιτυχημένου) στη συνέχεια κατέκτησε το πρωτάθλημα της χώρας και ήδη στα 15 του χρόνια κατέρριψε το πρώτο ρεκόρ κόσμου στην κατηγορία των νέων. Κέρδισε το 8ο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Εφήβων στη Βραζιλία το 1982, σηκώνοντας συνολικά 250 κιλά στο σύνολο, ενώ στην ηλικιακή αυτή κατηγορία κατέρριψε συνολικά 13 παγκόσμιες επιδόσεις.

Έκανε τα πρώτα του παγκόσμια ρεκόρ ανδρών στις 26 Μαρτίου 1983 στην Άλενταουν της Πενσυλβάνια / ΗΠΑ στα 16 του χρόνια, σηκώνοντας στο ζετέ της κατηγορίας των 56 κιλών βάρος 160 κιλών και στο σύνολο 285 κιλά, ο νεότερος παγκόσμιος ρέκορντμαν της ιστορίας.

Στο πρώτο του Παγκόσμιο Πρωτάθλημα ανδρών το 1983 στη Μόσχα, κατετάγη δεύτερος στην κατηγορία των 56 κιλών.

Την ίδια χρονιά κατέρριψε παγκόσμια ρεκόρ στο «Τουρνουά των Ρεκόρνταμ» που διεξήχθη στις ΗΠΑ το 1983, και από εκείνη τη διοργάνωση του δόθηκε το προσωνύμιο «Ηρακλής τσέπης» από το περιοδικό Sports Illustrated λόγω του ύψους του (1,47 μέτρο).

Στις 27 Απριλίου 1984 στο Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Άρσης βαρών στη Βιτόρια της Ισπανίας και στην κατηγορία των 56 κιλών ανυψώσε 168 κιλά στην κίνηση του επολέ-ζετέ και έγινε μόλις ο δεύτερος ανθρώπος που σήκωσε βάρος τριπλάσιο του σωματικού του. Παράλληλα, κατέρριψε και το παγκόσμιο ρεκόρ στο σύνολο κατακτώντας και τα τρία χρυσά μετάλλια.

Έχασε την πρώτη του ευκαιρία για επιτυχία στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1984 εξαιτίας της συμμετοχής της Βουλγαρίας στο σοβιετικό μποϋκοτάζ των Αγώνων του Λος Άντζελες.

Ήταν φαβορί των αγώνων στη κατηγορία των 56 κιλών ως παγκόσμιος ρέκορντμαν.

Αντ’ αυτού στους «Αγώνες Φιλίας» που διοργανώθηκαν από τις χώρες που δεν συμμετέχαν στους Ολυμπιακούς Αγώνες, κατέκτησε στη Βάρνα το χρυσό μετάλλιο με 2,5 κιλά διαφορά στο σύνολο μετά από σκληρή μάχη με τον Σοβιετικό Οξέν Μιρσογιάν και αφού κατέρριψε ένα παγκόσμιο ρεκόρ στο αρασέ με 132,5 κιλά και ένα στο ζετέ με 170,5 κιλά.

Η επίδοσή του μάλιστα στο σύνολο ήταν κατά 30 κιλά υψηλότερη από αυτή του χρυσού ολυμπιονίκη του Λος Άντζελες.

Το 1985 ήταν πρωταθλητής κόσμου για πρώτη φορά στην καριέρα του κατακτώντας και τα τρία χρυσά μετάλλια στη διοργάνωση της Σουηδίας, ο νεότερος στην ιστορία.

Στις αρχές του 1986 το κομμουνιστικό καθεστώς στην Βουλγαρία ανάγκασε τη μειονότητα της χώρας να υιοθετήσει βουλγάρικα ονόματα και έτσι ο ίδιος έγινε γνωστός ως Ναούμ Σαλαμάνοφ (Naum Shalamanov, βουλγάρικα: Наум Шаламанов) από το Φεβρουάριο.

Αλλά ο Ναΐμ, ο οποίος είχε αυξημένο αίσθημα δικαιοσύνης από την παιδική του ηλικία, δεν θέλησε να συμβιβαστεί με αυτό.

Η χρονιά ήταν εξαιρετική για τον τότε Βούλγαρο πρωταθλητή με την κατάκτηση όλων των μεταλλίων σε Ευρωπαϊκό και Παγκόσμιο Πρωτάθλημα, με αλλεπάλληλες καταρρίψεις παγκοσμίων ρεκόρ και την αναγνώρισή του πριν καν κλείσει τα 20 του χρόνια ως του κορυφαίου του αθλήματος εκείνη την εποχή. Εσωστρεφής και ντροπαλός, είχε κερδίσει τους Βούλγαρους που τον αποθέωσαν στην εμφάνισή του στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Βάρνας, θεωρούμενος ως ο καλύτερος αθλητής της χώρας. Στη συγκεκριμένη διοργάνωση η Βουλγαρία πήρε για πρώτη φορά τα ηνία του αθλήματος από την δεκαετίες κυριαρχούσα Σοβιετική Ένωση.

Κατά την διάρκεια της διεξαγωγής του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου στην Μελβούρνη το Δεκέμβριο του 1986, ο Σουλεϊμάνοφ αναδείχθηκε νικητής στη διοργάνωση για τρίτη φορά και στη συνέχεια αποσκίρτησε.

Στη διάρκεια γεύματος της αποστολής της Βουλγαρίας στις 7 Δεκεμβρίου έφυγε ανύποπτα με τη βοήθεια ομογενών του της Αυστραλίας και κρύφτηκε για τέσσερις ημέρες.

Κατέφυγε αρχικά στην τουρκική πρεσβεία, όπου ζήτησε πολιτικό άσυλο και πήγε μετά στο Λονδίνο με το προσωπικό αεροπλάνο του τότε Τούρκου πρωθυπουργού Τουργκούτ Οζάλ, ο οποίος τον πήρε υπό την προστασία του.

Τον υποδέχτηκαν ως ήρωα στην Άγκυρα.[22] Σε συνέντευξη τύπου μετά την άφιξή του στην Τουρκία εξήγησε ότι ήταν μία προσπάθεια να τερματίσει την καταπίεση των Τούρκων που ζούσαν στη Βουλγαρία τη δεκαετία του 1980. Οι βουλγαρικές κυβερνήσεις ουδέποτε αποδέχονταν την ύπαρξη «τουρκικής μειονότητας» αλλά τη θεωρούσαν ως «μουσουλμανική».

Ζήτησε και πήρε την τουρκική ιθαγένεια. Επίσης άλλαξε το όνομά του, από το βουλγάρικο Σαλαμάνοφ το έκανε στο τουρκικό Σουλεϊμάνογλου.

Για ένα χρόνο δεν του επετράπει η συμμετοχή σε αγώνες από τη Διεθνή Ομοσπονδία του αθλήματος.

Στην πρώτη εμφάνισή του με τη νέα χώρα εκπροσώπησης, ο Σουλεϊμάνογλου κατέκτησε τρία χρυσά μετάλλια στο Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα στις 27 Απριλίου του 1988 στο Κάρντιφ της Ουαλίας (Μεγάλη Βρετανία) καταρριπτοντας όλα τα παγκόσμια ρεκόρ της κατηγορίας του.

Στο αρασέ ανύψωσε βάρος 150 κιλών, δυόμισι φορές το σωματικό του βάρος, ο πρώτος στην ιστορία που κατάφερε κάτι τέτοιο.

Με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες στην Σεούλ το 1988 προέκυψε διαμάχη σχετικά με το ποια χώρα θα εκπροσωπούσε. Σύμφωνα με τους κανόνες της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής, ο Σουλεϊμάνογλου δεν θα μπορούσε να συμμετάσχει σε Ολυμπιακούς αγώνες μέχρι το 1989, εκτός εάν η Βουλγαρία παραιτούνταν οποιοδήποτε δικαιώματος της.

Η βουλγαρική κυβέρνηση απαίτησε και έλαβε ένα εκατομμύριο δολάρια από την τουρκική κυβέρνηση προκειμένου ο αθλητής να αγωνιστεί για την Τουρκία.

Ο «Ηρακλής τσέπης» δεν απογοήτευσε κανέναν και κέρδισε το χρυσό μετάλλιο, το πρώτο της Τουρκίας στην άρση βαρών.

Έκανε με τις 6 του προσπάθειες 6 παγκόσμια ρεκόρ και 9 ολυμπιακά στην κατηγορία βάρους 60 κιλών φτάνοντας στο αρασέ τα 152,5 κιλά και στο ζετέ τα 190 κιλά και συνολικά τα 342,5 κιλά — εκπληκτικά 30 κιλά περισσότερα από τον πλησιέστερο ανταγωνιστή του. Η επίδοσή του ήταν υψηλότερη από αυτή του χρυσού νικητή της κατηγορίας των 67,5 κιλών κατά 2,5 κιλά.

Η απόδοσή του ήταν εντυπωσιακή, η καλύτερη εμφάνιση στην ιστορία της άρσης βαρών με βάση το σωματικό βάρος των αθλητών, ώστε έγινε εξώφυλλο στο εμβληματικό περιοδικό Time.

Όταν επέστρεψε από τη Σεούλ, περισσότεροι από ένα εκατομμύριο άνθρωποι στην Άγκυρα τον χαιρέτησαν κατά την επιστροφή του. Εθνικός ήρωας, η φήμη του Ναΐμ εστίασε τη διεθνή προσοχή στην κατάσταση της τουρκικής μειονότητας της Βουλγαρίας: προσκλήθηκε στον Λευκό Οίκο από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρίγκαν και μίλησε για τα δεινά της μειονότητας.

Μέσα σε οκτώ μήνες από την επίσκεψή του στην Ουάσιγκτον, η κυβέρνηση της Βουλγαρίας αναγκάστηκε να δώσει ελευθερία μετανάστευσης σε σχεδόν ένα εκατομμύριο πολίτες. Περισσότεροι από 300.000 έφυγαν με ειδικά διαβατήρια που ίσχυαν μόνο για έξοδο στην Τουρκία.

Ανάμεσα σε αυτούς και η οικογένειά του Σουλεϊμάνογλου (των γονιών του, των δύο αδελφών, των συζύγων τους και ενός παιδιού), που τον συνάντησε δύο χρόνια μετά τη φυγή του.

Σταμάτησε προσωρινά στην ηλικία των 22 ετών λόγω σοβαρού τραυματισμού στην ωμοπλάτη, αφού πρώτα κατέκτησε την πρώτη θέση στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του 1989.

Ωστόσο επέστρεψε το 1991 προτού κερδίσει το δεύτερο χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Βαρκελώνης το 1992, ανυψώνοντας στο αρασέ 142,5 κιλά, στο ζετέ 177,5 κιλά και συνολικά 320 κιλά.

Την ίδια χρονιά ανακηρύχθηκε «Ο καλύτερος αθλητής του κόσμου» από τη Διεθνή Επιτροπή Τύπου Άρσης Βαρών.

Ανάμεσα στις Ολυμπιάδες, ο Σουλεϊμάνογλου συνέχισε να κερδίζει παγκόσμιους τίτλους και να καταγράφει ρεκόρ.

Κέρδισε πέντε παγκόσμια πρωταθλήματα (1989, 1991, 1993, 1994, 1995), ενώ παρέμεινε αήττητος για 9 χρόνια (1983–1992).

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1996 ήταν το κύκνειο άσμα του και αποχώρησε οριστικά αφού πρώτα κέρδισε τρίτο χρυσό μετάλλιο σε Ολυμπιάδα, ο πρώτος που κατάφερε κάτι τέτοιο (ακολούθησαν οι Δήμας, Καχιασβίλι, Μουτλού). Ο Σουλεϊμάνογλου είχε και πάλι προπονητή τον Αμπατζίεφ, αποκαλούμενο και «Πάπα της Άρσης βαρών».

Εκείνος ο αγώνας σημαδεύτηκε από τον ανταγωνισμό μεταξύ του ίδιου και του Έλληνα Βαλέριου Λεωνίδη, με την αρένα να χωρίζεται στους υποστηρικτές του Τούρκου και σε εκείνους του Έλληνα πρωταθλητή.

Στο τέλος του αγώνα, ήταν οι μόνοι εναπομείναντες αρσιβαρίστες οι οποίοι είχαν τρεις προσπάθειες σε βάρη που θα ήταν παγκόσμια ρεκόρ.

Ο Σουλεϊμάνογλου κατάφερε να σηκώσει 187,5 κιλά και ο Λεωνίδης απέτυχε να σηκώσει 190 κιλά, ξεσπώντας σε κλάματα και παίρνοντας το ασημένιο μετάλλιο, ενώ παρηγορήθηκε από τον Σουλεϊμάνογλου.

Ο Τούρκος πρωταθλητής με τρία ρεκόρ κόσμου πήρε το χρυσό στη νέα κατηγορία των 64 κιλών με σύνολο 335 κιλών, ενώ ο Έλληνας πρωταθλητής έμεινε 2,5 κιλά χαμηλότερα.

Ο ανταποκριτής Λιν Τζόουνς είχε διακηρύξεις «Μόλις γίνατε μάρτυρες του μεγαλύτερου ανταγωνισμού στην ιστορία της άρσης βαρών», σύμφωνα με τον δημοσιογράφο Κεν Τζόουνς της εφημερίδας London Independent.

Μετά τους Αγώνες του 1996, ο Σουλεϊμάνογλου έμεινε εκτός δράσης για περίπου τρία χρόνια, ανακοινώνοντας την αποχώρησή του στις 2 Ιανουαρίου 1997.

Επέστρεψε για να πάρει την τρίτη θέση στο αρασέ και στο σύνολο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 2000, μένοντας για πρώτη φορά χωρίς μετάλλιο σε μία κίνηση. Η προσπάθειά του ήταν να κερδίσει ένα τέταρτο χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνεϋ το 2000, αυτό που στερήθηκε το 1984 για πολιτικούς λόγους. Απέτυχε να σηκώσει τα 145 κιλά, που θα ήταν ολυμπιακό ρεκόρ, και δεν συνέχισε στην διοργάνωση. Πριν από την τρίτη και τελευταία του προσπάθεια, οι φίλαθλοι παρακάλεσαν: «Ναΐμ!» Κατά την έξοδό του, ο Σουλεϊμάνογλου είπε στους δημοσιογράφους: «Αντίο, τελείωσε».

Κλείνοντας την καριέρα του είχε σημειώσει 46 επίσημα παγκόσμια ρεκόρ, τα περισσότερα από οποιοδήποτε άλλο αρσιβαρίστα μετά την καθιέρωση των δύο μόνον τρόπων ανύψωσης.

Ήταν ο πρώτος και μοναδικός αρσιβαρίστας μέχρι σήμερα που είχε σηκώσει 2,5 φορές το βάρος του στην κίνηση του αρασέ και ένας από τους 7 αθλητές που σήκωσαν 3 φορές το βάρος τους στην κίνηση του επολέ-ζετέ.

Είναι ο μόνος αρσιβαρίστας που έχει σηκώσει 10 επιπλέον κιλά από το τριπλάσιο σωματικό του βάρος.

Τα 22 χρυσά μετάλλια σε παγκόσμια πρωταθλήματα είναι επίσης ρεκόρ (μαζί με το Βασίλι Αλεξέεφ).

Το 2000 και το 2004 εισήχθη ως μέλος του Hall of Fame της Διεθνούς Ομοσπονδίας Άρσης Βαρών (IWF).

Εξελέγη αντιπρόεδρος της Ομοσπονδίας Άρσης Βαρών στο συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 2000.

Το 2001 του απονεμήθηκε το Ολυμπιακό Τάγμα.

Το 2012 το ειδησιογραφικό πρακτορείο Reuters τον συμπεριέλαβε στους 12 μεγαλύτερους Ολυμπιονίκες, όπως επίσης και το περιοδικό Time.

Τα εντυπωσιακά αθλητικά επιτεύγματά του και η προσωπική του ιστορία τον κατέστησαν εθνικό ήρωα στην Τουρκία άμεσα μετά την πρώτη ολυμπιακή του νίκη.

Μετά την αποτυχία του στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνεϋ εθίστηκε στο αλκοόλ με αποτέλεσμα τα τελευταία χρόνια να υποφέρει από ηπατική ανεπάρκεια. Το 2009 νοσηλεύτηκε για τρεις μήνες λόγω ηπατικού κώματος.

Το καλοκαίρι του 2017 εισήχθη στο νοσοκομείο Bakırköy Sadi Konuk στην Κωνσταντινούπολη προκειμένου να θεραπευτεί, ωστόσο στις αρχές του Σεπτεμβρίου 2017 εισήχθη και πάλι στο ίδιο νοσοκομείο, υποβλήθηκε σε μεταμόσχευση ήπατος και έκτοτε βρισκόταν σε τεχνητό κώμα στη μονάδα εντατικής θεραπείας.

Υπέστη εγκεφαλική αιμορραγία και απεβίωσε στις 18 Νοεμβρίου 2017.

Αξιοσημείωτο είναι ότι παρέμεινε δημοφιλής στη Βουλγαρία, η κυβέρνηση της οποίας έστειλε εκπροσώπους στην κηδεία του.

Τον Ιούλιο του 2019 αποκαλύφθηκε μνημείο του στη πόλη του Μόμτσιλγκραντ.

Απέκτησε τέσσερις κόρες, η μία από τις οποίες αναγνωρίστηκε μετά το θάνατό του.

Το 2019 η ζωή του γυρίστηκε σε ταινία με τον τίτλο “Cep Herkülü: Naim Süleymanoğlu” (Ηρακλής Τσέπης: Ναΐμ Σουλεϊμάνογλου).

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ