Πώς ένα εξαιρετικά αξιόμαχο στράτευμα υπέστη συντριπτική ήττα από μια διαλυμένη αυτοκρατορία; Πώς μια χώρα που αξιοποίησε τις συμμαχίες των δυνατών κατέληξε σε διεθνή απομόνωση και εθνική καταστροφη;
Η Ιστορία έχει καταγράψει μια αλληλουχία παραγόντων που πλέον δεν επιδέχονται αμφισβήτηση:
Η όξυνση του εθνικού διχασμού και οι πολιτικές αστοχίες του Ελευθέριου Βενιζέλου
Η ανικανότητα, η αναξιοπιστία και η εγκληματική ολιγωρία της φιλομοναρχικής κυβέρνησης που προέκυψε μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920
Οι κρίσιμες μεταβολές στους διεθνείς συσχετισμούς και η αλλαγή προσανατολισμού των συμμάχων
Η ικανότητα της τουρκικής στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας και η υποτίμησή της από την αντίστοιχη ελληνική
Η κακοδιαχείριση της κρίσης στο μικρασιατικό μέτωπο το 1921-2
Η αντίστροφη μέτρηση για τη μικρασιατική εκστρατεία ξεκίνησε με μια αστοχία του Ελευθέριου Βενιζέλου: τη διενέργεια εκλογών τον Νοέμβριο του 1920, εν μέσω ελληνοτουρκικού πολέμου και οξύτατης κλιμάκωσης του εθνικού διχασμού.
Ο Βενιζέλος, μεγάλος παίκτης στη διεθνή σκηνή, είχε ποντάρει σωστά στον Μεγάλο Πόλεμο προβλέποντας τη νίκη της Αντάντ. Η Ελλάδα πήρε σημαντικά ανταλλάγματα συμβατά όχι μόνο με τη Μεγάλη Ιδέα αλλά και με την απαράβατη υποχρέωση της να προστατεύσει τους ομογενείς πληθυσμούς που υφίσταντο τις διώξεις των Νεοτούρκων από το 1914.
Με τη Συνθήκη των Σεβρών είχαμε προσαρτήσει την Ανατολική Θράκη και είχαμε κερδίσει την προσωρινή διοίκηση (με προοπτική για πλήρη ενσωμάτωση) της επαρχίας Σμύρνης. Επρόκειτο για θρίαμβο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Ο Βενιζέλος θεωρούσε δεδομένο ότι θα κέρδιζε τις εκλογές.
Αλλά το εκλογικό σώμα, κουρασμένο από τη μακροχρόνια εμπόλεμη κατάσταση και μπλοκαρισμένο από τον δηλητηριώδη εθνικό διχασμό και το αντιβενιζελικό μένος των αλλοεθνών μειονοτικών πληθυσμών, έδωσε τη νίκη στον συνασπισμό των φιλομοναρχικών που ήθελαν τη ρεβάνς από την περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Με το απατηλό σύνθημα «οίκαδε», δηλαδή την επιστροφή του στρατού, η «Ηνωμένη Αντιπολίτευσις» απέκτησε σαρωτική πλειοψηφία.
Όταν όμως ο φιλομοναρχικός συνασπισμός ανέλαβε τα ηνία της χώρας, εγκατέλειψε το λαϊκό αίτημα επεκτείνοντας τον πόλεμο στα ενδότερα της Ανατολίας. Κύριο μέλημά του ήταν να επαναφέρει τον Κωνσταντίνο και να κάνει σαρωτικές αλλαγές στο στράτευμα με βασικό κριτήριο την αφοσίωση στον βασιλιά.
Στο μεταξύ οι διεθνείς συσχετισμοί μεταβάλλονταν. Η επανάσταση των Μπολσεβίκων στη Ρωσία είχε επικρατήσει πλήρως το 1920, γεγονός που ακύρωσε την αρχική βρετανική πολιτική στην Ανατολή. Ο Κεμάλ αναδεικνυόταν σε παράγοντα ανακοπής της κυριαρχίας των Μπολσεβίκων στα Στενά. Οι δε (πρώην) σύμμαχοι, ενοχλημένοι από την επάνοδο στην Ελλάδα του γερμανόφιλου βασιλιά Κωνσταντίνου, πάγωσαν κάθε είδους στήριξη προς την Ελλάδα. Αυτή η αλλαγή της πολιτικής τους ήταν καταφανής στη Διασυμμαχική Συνδιάσκεψη στο Λονδίνο τον Φεβρουάριο του 1921.
Η προοπτική εφαρμογής ενός ειδικού άρθρου της Συνθήκης των Σεβρών, που προέβλεπε είσοδο ελληνικών στρατευμάτων στην Κωνσταντινούπολη με βρετανική στήριξη, πάγωσε.
Τον Μάρτιο οι Μπολσεβίκοι αναγνώρισαν την κυβέρνηση του Κεμάλ με τη Συνθήκη της Μόσχας και άρχισαν την παροχή άφθονης υλικής βοήθειας στον νεοσύστατο κεμαλικό στρατό. Το Νοέμβριο του ιδίου έτους την αναγνώρισε και η Γαλλία, η οποία εκκένωσε την Κιλικία και παρέδωσε τον οπλισμό στις τουρκικές δυνάμεις. Το ίδιο έκανε και η Ιταλία που εκκένωσε σταδιακά την Αττάλεια και την κοιλάδα του Μαιάνδρου ως τον Απρίλιο του 1922.
Ο Μουσταφά Κεμάλ έκανε παιχνίδι με όλους την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση Γούναρη έδειχνε να μην αντιλαμβάνεται επαρκώς την πραγματικότητα. Βυθισμένη σε οικονομική δυσπραγία και σε διεθνή απομόνωση, συνέχισε την εκστρατεία στα ενδότερα της Ανατολίας με έναν στρατό απογυμνωμένο από πολλούς αξιόμαχους βενιζελικούς αξιωματικούς και με ανεπαρκή για το εγχείρημα στρατιωτική ηγεσία.
Στο Μεγάλο Πολεμικό Συμβούλιο που συνήλθε στην Κιουτάχεια, η κυβέρνηση Γούναρη (με τη χλιαρή στήριξη του βαριά άρρωστου Κωνσταντίνου που αδυνατούσε να ανταποκριθεί στο αξίωμά του) αποφάσισε τη συνέχιση των επιχειρήσεων και την κατάληψη της Άγκυρας, παρά τις αντιρρήσεις των στρατηγών που επεσήμαναν τις αντικειμενικές δυσκολίες.
Την ιδια περίοδο ο Κεμάλ προετοίμαζε έναν πολύ καλά εκπαιδευμένο στρατό με εμπειροπόλεμη και ικανή ηγεσία. Η δε Μ. Βρετανία, στην οικονομική και διπλωματική βοήθεια της οποίας υπολόγιζε η ελληνική κυβέρνηση, αποστασιοποιήθηκε πλήρως καθώς τα συμφέροντά της στα Στενά και στη Μέση Ανατολή τής υπαγόρευαν να υποστηρίξει το κεμαλικό κράτος ως ανάσχεση της επιρροής του μπολσεβικισμού.
Σ΄ αυτές τις αντίξοες διεθνείς συνθήκες, ο ηρωισμός και η καρτερία των Ελλήνων στρατιωτών, αλλά και οι εξαίρετες ικανότητες κάποιων αξιωματικών, δεν ήρκεσαν ώστε να αποτρέψουν το μοιραίο. Διότι στρατός με διχαστική και ανίκανη ηγεσία, χωρίς ανεφοδιασμό και επαρκείς επικοινωνίες και εξουθενωμένος από τις κακουχίες και τις εξαντλητικές πορείες, δεν έχει νικήσει ποτέ.
Έως την 26η Αυγούστου του 1922 είχαν καταφέρει να φτάσουν στη Σμύρνη τα υπολείμματα του ελληνικού στρατεύματος. Τις πρώτες πρωινές ώρες της 27ης την εγκατέλειπαν και τα τελευταία. Στις 11 η ώρα έμπαινε στην πόλη η εμπροσθοφυλακή του τουρκικού ιππικού. Ακολουθούσαν οι Τσέτες…
Η μεγαλύτερη εθνική τραγωδία στη Νεότερη Ιστορία μας…




