Στις μεγάλες εθνικές τραγωδίες υπάρχουν οι πρωταγωνιστές που γράφουν την ιστορία στο πεδίο της μάχης και υπάρχουν εκείνοι που τη διαμορφώνουν πίσω από κλειστές πόρτες, μέσα σε πρεσβείες, διπλωματικά γραφεία και μυστικές συναντήσεις. Ανάμεσα στις πλέον αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της εποχής της Μικρασιατικής Εκστρατείας ξεχωρίζει ο Ιταλός κόμης Κάρολος Σφόρτσα.
Γεννημένος το 1872, σπούδασε νομικά και ακολούθησε διπλωματική σταδιοδρομία. Υπηρέτησε στο Λονδίνο, στο Πεκίνο και αργότερα στη Σερβία ως πρέσβης της Ιταλίας. Το 1918, σε μια από τις πιο κρίσιμες στιγμές της μεταπολεμικής Ανατολής, διορίστηκε Ύπατος Αρμοστής της Ιταλίας στην Κωνσταντινούπολη. Από τη θέση αυτή βρέθηκε στο επίκεντρο των εξελίξεων που επρόκειτο να καθορίσουν τη μοίρα της Μικράς Ασίας και του Ελληνισμού.
Η επίσημη ιστορία τον παρουσιάζει ως έναν επιδέξιο διπλωμάτη. Όμως πίσω από αυτόν τον τίτλο κρύβεται μια πολιτική δράση που πολλοί ιστορικοί θεωρούν καθοριστική για την ενίσχυση του κεμαλικού κινήματος την ίδια στιγμή που η Ελλάδα επιχειρούσε να εδραιώσει την παρουσία της στη Σμύρνη.
Ο ίδιος ο Σφόρτσα, στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Fifty Years of War and Diplomacy in the Balkans», αναφέρει ότι είχε γνωρίσει τον Μουσταφά Κεμάλ ήδη από νεαρή ηλικία.Βεβαία η γνωριμία αυτή δεν έμεινε μια απλή ανάμνηση αλλά μετά την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οι δρόμοι τους συναντήθηκαν ξανά στην Κωνσταντινούπολη.Τον Δεκέμβριο του 1918 πραγματοποιούνται οι περίφημες επαφές του Σφόρτσα με τον Μουσταφά Κεμάλ και τον στενό συνεργάτη του Φετχή Μπέη. Σε αναφορά του προς το ιταλικό Υπουργείο Εξωτερικών ο Ιταλός αξιωματούχος καυχιέται ότι «απέκτησε δύο Τούρκους αξιωματικούς». Λίγες ημέρες αργότερα τα ονόματα αποκαλύπτονται ήταν ο Μουσταφά Κεμάλ και ο Φετχή Πασάς.
Σύμφωνα με τις σχετικές αναφορές, ο Σφόρτσα ενημέρωσε τους συνομιλητές του ότι η Σμύρνη και η γύρω περιοχή επρόκειτο να περιέλθουν υπό ελληνικό έλεγχο. Η πληροφορία αυτή δεν παρουσιάστηκε ως τετελεσμένο γεγονός αλλά ως σαφής προειδοποίηση.Ομώς μαζί με την προειδοποίηση ήρθε και η προτροπή ότι οι Τούρκοι έπρεπε να οργανώσουν εθνική στρατιωτική αντίσταση απέναντι στην επικείμενη ελληνική παρουσία.Εκεί ακριβώς, αρχίζει να αποκαλύπτεται ο πραγματικός σκοτεινός και ύπουλος ρόλος της Ιταλίας. Ο Σφόρτσα φέρεται να διαβεβαίωσε τους συνομιλητές του ότι θα μπορούσαν να υπολογίζουν στη στήριξη της Ιταλίας, τόσο σε διπλωματικό όσο και σε στρατιωτικό επίπεδο. Όπλα, πολεμικό υλικό, πολιτική κάλυψη και επαφές ήταν τα μέσα με τα οποία η Ρώμη θα εξυπηρετούσε τα δικά της συμφέροντα στην Ανατολία.
Την ίδια στιγμή οι φίλοι και συνεργάτες του Κεμάλ τον πίεζαν να αναλάβει την ηγεσία του τουρκικού εθνικιστικού κινήματος. Ο ίδιος και ο Φετχή συμφωνούσαν ότι οι μηχανισμοί της παλαιάς Επιτροπής Ένωσης και Προόδου έπρεπε να παραμείνουν ενεργοί και να αποτελέσουν τον πυρήνα του νέου εθνικού αγώνα.Όλα αυτά συνέβαιναν ενώ η Ελλάδα κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου θεωρώντας ότι βρισκόταν ανάμεσα στους νικητές του Μεγάλου Πολέμου και ότι οι σύμμαχοί της στήριζαν τις αποφάσεις που οι ίδιοι είχαν εγκρίνει. Η πραγματικότητα όμως δυστυχώς αποδεικνυόταν πολύ διαφορετική.
Η Ιταλία δεν έβλεπε στη Μικρά Ασία την εκπλήρωση ενός ιστορικού δικαίου για τον Ελληνισμό. Έβλεπε έναν ξεκάθαρο ανταγωνιστή που απειλούσε τις δικές της βλέψεις στην Ανατολία.Γι’ αυτό ακριβώς επέλεξε να επενδύσει πολιτικά και στρατηγικά στο κίνημα που αναπτυσσόταν γύρω από τον Μουσταφά Κεμάλ.
Καθώς περνούσαν τα χρόνια της εκστρατείας, η ιταλική στάση γινόταν ολοένα πιο εμφανής. Η Ρώμη απομακρυνόταν από τις ελληνικές θέσεις και αναζητούσε συνεννόηση με την Άγκυρα. Οι γεωπολιτικοί υπολογισμοί υπερίσχυσαν των συμμαχικών δεσμεύσεων και τα συμφέροντα όπως γίνεται πάντα νίκησαν τις υποσχέσεις.
Όταν τελικά η Μικρασιατική Καταστροφή σφράγισε την τύχη του Ελληνισμού της Ιωνίας, εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες ξεριζώθηκαν από τις πατρογονικές τους εστίες και μια παρουσία τριών χιλιάδων ετών κατέρρευσε μέσα στις φλόγες. Η ευθύνη για αυτή την τραγωδία σίγουρα δεν βαρύνει έναν μόνο άνθρωπο ούτε μία μόνο δύναμη. Όμως αναμφίβολα ο Κάρολος Σφόρτσα παραμένει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σύμβολά της διπλωματίας των παρασκηνίων που λειτούργησε εις βάρος των ελληνικών συμφερόντων.
Γι’ αυτό και το όνομά του εξακολουθεί να προκαλεί έντονες συζητήσεις έναν αιώνα αργότερα. Όχι απλώς ως ενός Ιταλού διπλωμάτη, αλλά ως μιας προσωπικότητας που, στα μάτια πολλών Ελλήνων, προσωποποιεί την πολιτική των «συμμάχων» που εμφανίζονταν δίπλα στην Ελλάδα στα συνέδρια και στις διασκέψεις, ενώ ταυτόχρονα αναζητούσαν τρόπους να ενισχύσουν εκείνους που θα οδηγούσαν στην ανατροπή των ελληνικών προσδοκιών στη Μικρά Ασία.
Η ιστορία δεν ξεχνά τα πεδία των μαχών αλλά δεν ξεχνά ούτε τα γραφεία όπου χαράχθηκαν οι στρατηγικές που άλλαξαν την πορεία των λαών. Και ανάμεσα στα πρόσωπα εκείνα που κινούνταν στη σκιά των γεγονότων, ο Κάρολος Σφόρτσα κατέχει μια ξεχωριστή θέση στη συλλογική μνήμη όσων αναζητούν τα αίτια και τα παρασκήνια της Μικρασιατικής Τραγωδίας.
Στυλ. Καβάζης




