ΑρχικήΠοδοσφαιροΛόταρ Ματέους, παίκτης ορόσημο για το γερμανικό ποδόσφαιρο

Λόταρ Ματέους, παίκτης ορόσημο για το γερμανικό ποδόσφαιρο

- Advertisement -

Ο Λόταρ Χέμπερτ Ματέους, γεννήθηκε στις 21 Μαρτίου 1961.

Αγωνιζόμενος ως επιτελικός μέσος τη δεκαετία του 1980 και σε πιο οπισθοχωρημένες θέσεις αργότερα, αναδείχθηκε σε έναν από τους καλύτερους του αθλήματος όλων των εποχών.

Ήταν ο αρχηγός της εθνικής ομάδας της Δυτικής Γερμανίας που κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου 1990.

Ένα χρόνο αργότερα, ήταν ο πρώτος που ονομάστηκε επίσης Παίκτης της Χρονιάς της ΦΙΦΑ και παραμένει μέχρι σήμερα ο μόνος Γερμανός.

Ο Ματέους γεννήθηκε στην πόλη Έρλανγκεν της Βαυαρίας, τότε Δυτική Γερμανία.

Η πρώτη του ομάδα ήταν η Χερτζογκενάουραχ, που βρίσκεται σε μια μικρή πόλη κοντά στη Νυρεμβέργη. 

Ξεκίνησε την επαγγελματική του καριέρα από την Μπορούσια Μενχενγκλάντμπαχ το 1979, όπου αγωνίστηκε έως το 1984 συνήθως ξεκινώντας ως αμυντικός μέσος.

Καθιερώθηκε με την πρώτη χρονιά στην ομάδα με 28 συμμετοχές στην πορεία πρωταθλήματος, αν και η έβδομη θέση που τερμάτισε τελικά ήταν απογοητευτική.

Η αναγνώριση ήρθε με την πορεία της ομάδας στο Κύπελλο ΟΥΕΦΑ το 1980, όπου πραγματοποίησε εξαιρετικές εμφανίσεις ιδιαίτερα στους ημιτελικούς με τη Στουτγκάρδη με αποτέλεσμα να κληθεί στην εθνική της χώρας του.

Με τη Μπορούσια έφτασε ακόμα στον τελικό στο Κύπελλο Γερμανίας το 1984, όπου αντιμετώπισε την μετέπειτα ομάδα του Μπάγερν Μονάχου χάνοντας στα πέναλτι με δικό του αποτυχημένο.

Μετακινήθηκε στην Μπάγερν το 1984, στην πρώτη του θητεία με την Μπάγερν Μονάχου, η οποία είχε σημαντικές αλλαγές στην ομάδα που είχε κυριαρχήσει στις αρχές της δεκαετίας του 1980.

Ο Ματέους ανέλαβε ηγετικό ρόλο στη θέση του Πάουλ Μπράιτνερ που είχε αποχωρήσει.

Από την πρώτη χρονιά ήρθε η πρώτη επιτυχία με τον τίτλο του πρωταθλήματος.

Ανέλαβε όμως και ρόλο σκόρερ σημειώνοντας 16 γκολ στο πρωτάθλημα.

Συνολικά κατέκτησε με την ομάδα τρεις φορές την Μπουντεσλίγκα τις χρονιές 1984–85, 1985–86, 1986–87 και μια φορά το Κύπελλο Γερμανίας το 1986.

Την αγωνιστική περίοδο 1986–87 η Μπάγερν με ηγέτη το Ματέους έφτασε στην ευρωπαϊκή αναγνώριση όταν στα ημιτελικά του Κυπέλλου Πρωταθλητριών έφερε τη σύγκρουση δύο πραγματικά μεγάλων ευρωπαϊκών συλλόγων, της γερμανικής πρωταθλήτριας με τη Ρεάλ Μαδρίτης με την πρώτη να υπερισχύει στο πρώτο παιχνίδι με 4–1 με δύο τέρματα του Ματέους.

Φτάνοντας στον τελικό ο βαυαρικός σύλλογος ήταν το ακλόνητο φαβορί, όλα πήγαιναν σύμφωνα με τα σχέδια, με την Μπάγερν 1–0 μπροστά με μόλις 11 λεπτά να απομένουν, αλλά ηττήθηκε από την Πόρτο τελικά με 2–1.

Το 1988 μαζί με τον συμπαίκτη του στην Μπάγερν Αντρέας Μπρέμε μεταγράφηκε στην Ιταλική Ίντερ και κατέκτησε με το σύλλογο την Σέριε Α το 1988–89, το Σούπερ Κύπελλο Ιταλίας το 1989 και το Κύπελλο ΟΥΕΦΑ το 1991.

Η καλύτερη χρονιά ήταν το 1990-91 όταν σημείωσε 23 γκολ σε 46 αγώνες και κέρδισε το βραβείο του παίκτη της χρονιάς από τη ΦΙΦΑ, ο πρώτος νικητής του διαγωνισμού.

Γρήγορος και δυνατός, με πολύ καλή τεχνική, ικανότητα χρήσης και των δύο ποδιών οδήγησε την ιταλική ομάδα έχοντας ηγετικό ρόλο και μεταφέροντας το πνεύμα του νικητή που έδωσε στην Ίντερ στο πρώτο πρωτάθλημα μετά από 8 χρόνια.

Ήταν ο ποδοσφαιριστής που έδινε το ρυθμό ή τον άλλαζε ανάλογα με τις συνθήκες του αγώνα.

Ένας σοβαρός τραυματισμός του τον Απρίλιο του 1992 απέναντι στην Πάρμα τον άφησε εκτός δράσης για πάνω από τρεις μήνες.

Επέστρεψε στην Μπάγερν το 1992 και παρόλο που ήταν ήδη 31 ετών έμεινε εκεί άλλα 8 χρόνια έως το 2000.

Ο τραυματισμός του περιόρισε τις δυνατότητές του και έτσι προτιμήθηκε η θέση του να είναι ως λίμπερο.

Κατέκτησε με την ομάδα άλλες 4 φορές την Μπουντεσλίγκα 1993–94, 1996–97, 1998–99, 1999–2000 και μια φορά ακόμα το 1998 το Κύπελλο Γερμανίας.

Το 1996 κατέκτησε εκ νέου το Κύπελλο ΟΥΕΦΑ μετά την επικράτηση επί της Μπορντό με 3–1 και ο μόνος τίτλος που δεν κατάφερε να κερδίσει στην καριέρα του ήταν το Τσάμπιονς Λιγκ που ούτε στον τελικό του 1999 κατάφερε.

Βρέθηκε πολύ κοντά όταν μέχρι το 89ο λεπτό η Μπάγερν νικούσε τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ με 1–0, αλλά σε μία από τις εντυπωσιακότερες ανατροπές στην ιστορία του θεσμού οι Άγγλοι νίκησαν με 2–1.

Το 1999, εξελέγη και πάλι Γερμανός ποδοσφαιριστής της χρονιάς παρά το γεγονός ότι ήταν σε ηλικία 38 ετών.

Στις 8 Μαρτίου 2000 έπαιξε το τελευταίο παιχνίδι της ευρωπαϊκής πορείας του απέναντι στη Ρεάλ Μαδρίτης.

Το 2000 μετακόμισε στις Η.Π.Α για να αγωνιστεί με την ομάδα Μέτροσταρς της Νέας Υόρκης όπου παρέμεινε έως το Σεπτέμβριο του 2001 αποχωρώντας από την ενεργό δράση σε ηλικία 40 ετών.

Έκανε το ντεμπούτο του στην Εθνική ομάδα το 1980 συμμετέχοντας στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα στην Ιταλία μπαίνοντας σαν αλλαγή στον αγώνα με την Ολλανδία (14 Ιουνίου) που έληξε με νίκη της γερμανικής ομάδας με 3–2, ενώ δύο χρόνια αργότερα ήταν στην ομάδα της Δυτικής Γερμανίας που έφτασε στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου αγωνιζόμενος σε δύο συναντήσεις της πρώτης φάσης.

Μετά από αυτή τη διοργάνωση κερδίζει θέση βασικού και στον τελικό του επόμενου Παγκοσμίου Κυπέλλου (1986) είναι ο προσωπικός φρουρός του Ντιέγκο Μαραντόνα, ο οποίος τον έχει χαρακτηρίσει ως τον καλύτερο αντίπαλο που είχε αντιμετωπίσει.

Ο Ματέους έκτοτε καθιερώθηκε και ως ανασταλτικός μέσος, όταν αυτό κρίνονταν απαραίτητο.

Από το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1988 ήταν και αρχηγός της εθνικής, διοργάνωση στην οποία η Δυτική Γερμανία αποκλείστηκε στον ημιτελικό από την Ολλανδία.

Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1990 ήταν από τους πρωταγωνιστές της νικηφόρου πορείας της Δυτικής Γερμανίας, αγωνίστηκε και πάλι σε θέση επιτελικού μέσου δίνοντας επιθετικό χαρακτήρα στην ομάδα κάτω από τις οδηγίες του Φραντς Μπεκενμπάουερ, σημείωσε 4 τέρματα, δύο στην πρεμιέρα απέναντι στη Γιουγκοσλαβία που ήταν και το καλύτερο παιχνίδι του.

Στον τελικό αγωνίστηκε ως επιθετικός μέσος.

Ήταν αυτός που έδωσε την ασίστ από την οποία προήλθε το πέναλτι που έκρινε τον αγώνα.

Ο ίδιος κέρδισε την ασημένια μπάλα ως δεύτερος καλύτερος παίκτης της διοργάνωσης και συμπεριλήφθηκε στην καλύτερη ομάδα.

Το 1990 κατέκτησε το βραβείο της Χρυσής Μπάλας.

Το Νοέμβριο του 1993 αγωνίστηκε για 104η φορά με την Εθνική Γερμανίας ξεπερνώντας την επίδοση του Μπεκενμπάουερ.

Αγωνίστηκε για τελευταία φορά με την Γερμανία στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 2000 συμπληρώνοντας 150 διεθνείς εμφανίσεις, επίδοση ρεκόρ κόσμου εκείνη την εποχή.

Το ρεκόρ διεθνών συμμετοχών το κατείχε από τις 23 Φεβρουαρίου 2000 όταν σε αγώνα με την Ολλανδία κατέρριψε το ρεκόρ του Σουηδού Τόμας Ραβέλι με την 144η συμμετοχή του.

Είναι ο Γερμανός παίκτης με της περισσότερες συμμετοχές (150 εμφανίσεις, 83 για τη Δυτική Γερμανία) και 23 γκολ για τη γερμανική εθνική ομάδα.

Έχοντας συμμετάσχει σε πέντε Παγκόσμια Κύπελλα (Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου 1982, Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου 1986, Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου 1990, Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου 1994, Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου 1998), ήταν ο δεύτερος που κατάφερε κάτι τέτοιο (μετά το Μεξικανό Αντόνιο Καρμπαχάλ) και κατέχει το ρεκόρ για τα περισσότερα παιχνίδια από έναν παίκτη σε Παγκόσμια Κύπελλα (25 συνολικά).

Το 2011 ήταν ένα από τα 15 πρώτα μέλη που εισήχθησαν στην Αίθουσα Φήμης του Ποδοσφαίρου (FIFA Hall of Fame) στην Πατσούκα, της πολιτείας Ιδάλγο του Μεξικού.

Τελευταία Αρθρα

Κάρλες Πουγιόλ, ο ”Ταρζάν” της Μπαρτσελόνα

''Την πρώτη φορά που ήμουν στις επιλογές της Μπαρτσελόνα, ήμουν 12 ετών και έπαιζα...

Ο Αλνταίρ, χρίζει τον Φραντσέσκο Τόττι, αρχηγό της Ρόμα

''Ήταν Νοέμβριος του 1998... Μετά τον αγώνα του πρώτου νοκ άουτ γύρου του Κυπέλλου Ιταλίας...

Αντσελότι: ”Ο Φαν Μπάστεν ξεχώριζε μέσα στο γήπεδο”

«Αυτό που με εντυπωσίαζε περισσότερο στον Φαν Μπάστεν ήταν η ευκινησία του και η...

Ο Πάουλο Ντιμπάλα και η υπόσχεση στον πατέρα του

''O πατέρας μου, πέθανε όταν ήμουν 15 χρονών. Πάλεψε με τον καρκίνο του παγκρέατος για...

Παρομοια αρθρα

Κάρλες Πουγιόλ, ο ”Ταρζάν” της Μπαρτσελόνα

''Την πρώτη φορά που ήμουν στις επιλογές της Μπαρτσελόνα, ήμουν 12 ετών και έπαιζα...

Ο Αλνταίρ, χρίζει τον Φραντσέσκο Τόττι, αρχηγό της Ρόμα

''Ήταν Νοέμβριος του 1998... Μετά τον αγώνα του πρώτου νοκ άουτ γύρου του Κυπέλλου Ιταλίας...

Αντσελότι: ”Ο Φαν Μπάστεν ξεχώριζε μέσα στο γήπεδο”

«Αυτό που με εντυπωσίαζε περισσότερο στον Φαν Μπάστεν ήταν η ευκινησία του και η...