Aφιέρωμα σε ομάδες που (μας) λείπουν…

0

ΠΟΥ’ ΝΑΙ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ…

Aπο τον Ανδρέα Λεντάκη

Αφιέρωμα σε ομάδες που (μας) λείπουν από την ελίτ του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου.

Είμαστε πολλοί στη σελίδα αυτή αλλά και στο φίλαθλο κοινό γενικότερα που νοσταλγούμε το ποδόσφαιρο μιας περασμένης εποχής, είτε προλάβαμε μεγάλο κομμάτι του είτε όχι.

Είχε άλλο ρομαντισμό, άλλη αύρα αλλά και άλλη ποιότητα το άθλημα μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 2000, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Και ένας λόγος γι’ αυτό ήταν ότι στην ελίτ τουευρωπαϊκού ποδοσφαίρου είχαν μπει δυνατά κι άλλες ομάδες εκτός από τις διαχρονικά πανίσχυρες και έδιναν το δικό τους χρώμα.

Οι ομάδες αυτές σήμερα, λιγότερο ή περισσότερο, δεν είναι στο ίδιο επίπεδο και η απουσία τους είναι αισθητή.

Αυτές αφορά το σημερινό αφιέρωμα.

ΛΑΤΣΙΟ

Ξεκινάμε με την ομάδα της ιταλικής πρωτεύουσας, γιατί είναι πιο κοντά απ’όλες στην επιστροφή της σ’ ένα πολύ υψηλό επίπεδο.

Τα στάνταρ που είχε φτάσει, όμως, εκεί γύρω στην αλλαγή της χιλιετίας είναι δύσκολο να τα πιάσει.

Η ομαδάρα που είχε στήσει ο βαθύπλουτος Σέρτζιο Κρανιότι έμοιαζε με dream team.

Με παίκτες όπως οι Νέστα, Μιχαϊλοβιτς, Αλμέιδα, Σιμεόνε,Νέντβεντ, Στάνκοβιτς, Βερόν, Βιέρι και Κρέσπο κατέκτησε το τελευταίο Κύπελλο Κυπελλούχων (1999), το Σούπερ Καπ Ευρώπης την ίδια χρονιά καιτο Σκουντέτο το 2000.

Ποιοτικά στεκόταν στο ίδιο επίπεδο με τις κορυφαίες ομάδες της Ευρώπης, κάτι που δεν εκμεταλλεύτηκε μόνο στο Τσάμπιονς Λιγκ, όπου είχε ταβάνι τα προημιτελικά.

Κάπου εκεί (2002) τα χρήματα στέρεψαν, οι παικταράδες που είχαν μαζευτεί στη Ρώμη έπρεπε να πουληθούν (και μάλιστα οι περισσότεροι έφυγαν για ανταγωνιστικά κλαμπ εντός Ιταλίας) και μοιραία η ομάδα αποδυναμώθηκε.

Την είδαμε μια τελευταία φορά στο Τσάμπιονς Λιγκ τη σεζόν 2007-2008, όπου τερμάτισε τέταρτη στον όμιλο του Ολυμπιακού.

Η αλήθεια είναι ότι δε χάθηκε όπως άλλες ομάδες του αφιερώματος, την τελευταία δεκαετία έχει σχεδόν μόνιμη παρουσία στο Γιουρόπα Λιγκ.

ΒΑΛΕΝΘΙΑ

Αμφιταλαντεύτηκα αρκετά για το αν έπρεπε να τη συμπεριλάβω, καθώς σε σχέση με τις υπόλοιπες ομάδες του αφιερώματος είναι σε σαφώς καλύτερη κατάσταση και υπό μία έννοια παραμένει στην ελίτ, συχνά πυκνά συμμετέχοντας στο Τσάμπιονς Λιγκ.

Σε σχέση όμως με τη Βαλένθια της περιόδου 1998-2004, είναι φτωχός συγγενής.

Οι νυχτερίδες του Έκτορ Ραούλ Κούπερ και μετέπειτα του Ράφα Μπενίτεθ ήταν –μακράν της τρίτης- η δεύτερη δύναμη στην Ισπανία, πίσω μόνο από τη Ρεάλ Μαδρίτης των τριών Τσάμπιονς Λιγκ σε μια πενταετία.

Με παίκτες όπως οι Κανιθάρες, Αγιάλα,Καρμπόνι, Μεντιέτα, Αλμπέλδα, Βιθέντε, Κάριου και Λόπεζ παρουσίασαν ένα δεμένο σύνολο, σφιχτό αμυντικά αλλά και τρομακτικό επιθετικά όποτε χρειαζόταν.

Το 2000 έφτασαν στον πρώτο τελικό Τσάμπιονς Λιγκ της ιστορίας τους, διασύροντας Λάτσιο και Μπαρτσελόνα στην πορεία, αλλά εκεί μίλησε η πείρα της Ρεάλ, που καθάρισε εύκολα.

Απτόητη η Βαλένθια, ικανή να κοιτάξει στα μάτια τους πάντες στην Ευρώπη, ξαναπήρε θέση στο μεγάλο ραντεβού και την επόμενη χρονιά, για να χάσει μετά από μια διαδικασία πέναλτι – θρίλερ από την Μπάγερν Μονάχου.

Την ίδια χρονιά έχασε και τη συμμετοχή στο Τσάμπιονς Λιγκ της επόμενης περιόδου στο 90 με το ιστορικό ψαλιδάκι του Ριβάλντο που έστειλε την Μπαρτσελόνα στην κορυφαία διασυλλογική διοργάνωση.

Κάπου εκεί ήταν εμφανής η ανάγκη για ανανέωση, που έγινε κυρίως σε επίπεδο τεχνικής ηγεσίας:

Ο Ράφα Μπενίτεθ αντικατέστησε τον Κούπερ.

Το ρίσκο αυτό στέφθηκε από απόλυτη επιτυχία: η Βαλένθια κατέκτησε το πρωτάθλημα τόσο το 2002 όσο και το 2004, χρονιά που κέρδισε και το Κύπελλο ΟΥΕΦΑ.

Εκεί τοποθετείται η αφετηρία της σταδιακής παρακμής:

Ο Ισπανός κόουτς εξαργύρωσε το καλό όνομα που έχτισε πηγαίνοντας στη Λίβερπουλ, ο κορμός των παικτών διαλύθηκε(κάποιοι είχαν φύγει και από νωρίτερα), ανέβηκε επίπεδο και η Μπαρτσελόνα με μπροστάρη τον Ροναλντίνιο και η μάχη για την κορυφή έγινε άνιση.

Όπως είπαμε, η Βαλένθια δεν βίωσε την μεγάλη πτώση της Λάτσιο ή – πολύ περισσότερο – της Πάρμα, συνέχισε να προκρίνεται τακτικά στο Τσάμπιονς Λιγκ και έχει κατακτήσει Κύπελλα στην Ισπανία.

Καταδικασμένη, όμως, να πουλά όποιον σπουδαίο παίκτη φορά τη φανέλα της, δύσκολα θα την ξαναδούμε άμεσα να πρωταγωνιστεί.

ΠΑΡΜΑ

Η απόλυτη ομάδα 90s, μια ακόμη ιταλική ομάδα που γέμισε σταρ, κατέκτησε τρόπαια και εντυπωσίασε όλη τη φίλαθλη Ευρώπη.

Λίγο νωρίτερα από τη Λάτσιο, από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, ξεκίνησε με προπονητή τον Νέβιο Σκάλα και στη συνέχεια με τον Κάρλο Αντσελότι στην πρώτη του μεγάλη δουλειά να στήνει ένα εντυπωσιακό σύνολο, ξοδεύοντας μάλιστα λιγότερα χρήματα από τη Λάτσιο.

Οι Ιταλοί διεθνείς του τελικού του 1994 Μούσι, Μπεναρίβο, Ντίνο Μπάτζιο και Απολόνι, οι μετέπειτα παγκόσμιοι πρωταθλητές Μπουφόν, Καναβάρο, αλλά και άλλοι σπουδαίοι παίκτες, όπως οι Κιέζα, Μπρολίν, Στόιτσκοφ, Μπογκοσιάν, Σενσίνι, Τουράμ, Βερόν,Ασπρίγια και Κρέσπο, πέρασαν από το κλαμπ, οδηγώντας το σε σπουδαίες επιτυχίες που συνδυάστηκαν με όμορφο ποδόσφαιρο.

Το Κύπελλο Κυπελλούχων του 1993, ο χαμένος τελικός μία χρονιά αργότερα, Κύπελλα ΟΥΕΦΑ του 1995 και του 1999 αλλά και εγχώρια Κύπελλα και Σούπερ Καπ έκαναν την Πάρμα το ελκυστικότερο αουτσάιντερ της Ευρώπης.

Μελανά σημεία αυτής της υπέροχης ιστορίας ήταν μόνο η αποτυχία να κατακτηθεί ένα πρωτάθλημα και, συναφώς, η μόλις μία παρουσία στους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ, με το τότε σύστημα πρόκρισης να μην ευνοεί την ομάδα του Αντσελότι, καθώς βγήκε δεύτερη αλλά όχι μέσα στους τέσσερις καλύτερους δεύτερους των έξι γκρουπ.

Ακόμη κι έτσι, η ομάδα είχε κερδίσει επάξια μία θέση μεταξύ των μεγάλων.

Όπως σε τόσες και τόσες περιπτώσεις, το πρόβλημα ήταν ότι τα λεφτά τελείωσαν.

Απότομα.

Όπως και στην περίπτωση της Λάτσιο, οι σπουδαίοι άσοι πουλήθηκαν (αρκετοί εξ αυτών στο ρωμαϊκό κλαμπ, που ακόμη ήταν πιο εύρωστο) και η ομάδα χρεωκόπησε.

Έγινε ασανσέρ μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης κατηγορίας, ώσπου στη δεκαετία του 2010 έζησε τα…Τάρταρα.

Δεύτερη χρεωκοπία και υποβιβασμός στην τέταρτη (!) κατηγορία.

Εκεί, όμως, φάνηκε το μέγεθος του συλλόγου.

Ο κόσμος έβαλε πλάτη και με ηγέτη τον σπουδαίο Λουκαρέλι, η νέα Πάρμα αναγεννήθηκε. Αν και απέχει παρασάγγας από το γαλαξία αστέρων που παρουσίασε στη δεκαετία του ’90.

ΒΕΡΝΤΕΡ ΒΡΕΜΗΣ

Η πιο επιτυχημένη περίοδος στην ιστορία των Πρασίνων είναι ταυτισμένη με μια προσωπικότητα που κατέχει εκλεκτή θέση και στο ελληνικό ποδόσφαιρο: τον Ότο Ρεχάγκελ.

Επί της τεχνικής του ηγεσίας, η ομάδα κατέκτησε τα πρωταθλήματα του 1988 και του 1993, το κύπελλο του 1991 και κυρίως το Κύπελλο Κυπελλούχων του 1992.

Στο Τσάμπιονς Λιγκ της περιόδου 1993-1994 έφτασε μέχρι τη φάση των ομίλων, ήτοι στις οκτώ κορυφαίες ομάδες της Ευρώπης, όπου δεν κατάφερε να μπει στην προνομιούχο δυάδα, αλλά χάρισε στη διοργάνωση την κορυφαία ανατροπή στην ιστορία της: κέρδισε με 5-3 την Άντερλεχτ, ενώ είχε βρεθεί να χάνει με 0-3.

Με τη φυγή του Ρεχάγκελ για την Μπάγερν όλα αυτά αποτέλεσαν παρελθόν και η Βέρντερ βίωσε ένα παρατεταμένο διάστημα κάμψης, αρκούμενη στην παρουσία της στην Μπουντεσλίγκα.

Ο άνθρωπος που αναμόρφωσε το σύλλογο και του ξαναέδωσε προοπτική ήταν ο πρώην παίκτης του, Τόμας Σάαφ, που ανέλαβε το 1999, έσωσε την ομάδα από τον υποβιβασμό και την οδήγησε στην κατάκτηση του Κυπέλλου.

Γρήγορα έχτισε μια ομάδα με πρωταρχικό στόχο την παραγωγή ελκυστικού, επιθετικού ποδοσφαίρου – επρόκειτο για έναν από τους τελευταίους προπονητές με τόσο ρομαντική προσέγγιση στο άθλημα,καθώς έβαζε το αποτέλεσμα σε δεύτερη μοίρα και επικεντρωνόταν στην τέρψη του θεατή.

Αυτό το σύνολο έφτασε στο απόγειό του τη σεζόν 2003-2004.

Εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι η Μπάγερν βρισκόταν σε φάση αναδόμησης και έχοντας μια συναρπαστική μεσοεπιθετική γραμμή, με μαέστρο τον Ζοάν Μικού και εκτελεστή κυρίως τον φονικό Αϊλτον, αλλά και τους Κλάσνιτς, Χαριστέα να συμβάλλουν με δικά τους γκολ, η Βέρντερ κατέκτησε το νταμπλ στη Γερμανία.

Δυστυχώς, αυτό ήταν το ταβάνι της.

Παρότι διατηρήθηκε στις θέσεις που οδηγούσαν στο Τσάμπιονς Λιγκ, δεν μπόρεσε να ξανακάνει πρωταθλητισμό με επιτυχία.

Τρομερά παραγωγική σε ευκαιρίες, μετά τη φυγή του Αϊλτον όμως δεν ξαναβρήκε φορ που να τις κεφαλαιοποιεί στον ίδιο βαθμό, ενώ κυρίως η άμυνά της έπασχε σοβαρά,προεξάρχοντος του ασταθούς τερματοφύλακα, Τιμ Βίζε.

Κάπως έτσι δεν ξεπέρασε ποτέ τη φάση των ”16” στο Τσάμπιονς Λιγκ, παρότι είχε το υλικό για να το καταφέρει.

Τη σεζόν 2004-2005, με τον αέρα της πρωταθλήτριας, έφτασε στα νοκ άουτ αφήνοντας πίσω της τη Βαλένθια, αλλά εκεί ταπεινώθηκε από τη Λυών με δύο συντριβές (0-3, 2-7).

Την επόμενη χρονιά έφτασε πιο κοντά από ποτέ, έχοντας κερδίσει τη Γιουβέντους με 3-2 στο ”Βεζερστάντιον” και κρατώντας το 1-1 μέχρι τα τελευταία λεπτά.

Το τραγικόλάθος του Βίζε έδωσε, όμως, τη νίκη – πρόκριση στους μπιανκονέρι.

Το 2006-2007 βρέθηκε σε όμιλο – φωτιά με Τσέλσι και Μπαρτσελόνα, και παρότι το πάλεψε μέχρι τέλους, ήταν αδύνατον να προκριθεί.

Στο Κύπελλο ΟΥΕΦΑ έκανε σπουδαία πορεία, αποκλείοντας Άγιαξ, Θέλτα και Άλκμααρ, αλλά στα ημιτελικά η Εσπανιόλ του Βαλβέρδε αποτέλεσε ανυπέρβλητο εμπόδιο.

Τις επόμενες δύο χρονιές, η ομάδα του Σάαφ ήταν η…χαρά των ελληνικώ νομάδων.

Και τις δύο φορές εκκίνησε τη φάση των ομίλων ως φαβορί για τη δεύτερη θέση, με ηγέτη πλέον τον χαρισματικό Βραζιλιάνο Ντιέγκο, που είχε ακόμη ψηλότερο ταβάνι απ’ αυτά που μας έδειξε, αλλά και με άλλους σπουδαίους παίκτες, όπως ο Φρινγκς και ο Πιζάρο, ζωντανός θρύλος του κλαμπ που έκανε…ρουτίνα το πηγαινέλα από Βρέμη σε Μόναχο και πίσω.

Κι’όμως, εμφάνισε στο μέγιστο βαθμό την αφέλειά της, δεχόμενη ήττες και τριάρες και από τον Ολυμπιακό και από τον Παναθηναϊκό. Τουλάχιστον ο αποκλεισμός από το τριφύλλι (2008-2009) της έκανε καλό, υπό την έννοια ότι έφτασε στον τελικό του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ, πετώντας έξω μεταξύ άλλων τη Μίλαν και το Αμβούργο.

Η ευκαιρία για έναν ευρωπαϊκό τίτλο που θα επιβράβευε το όμορφο ποδόσφαιρο που απέδιδε η ομάδα ήταν μεγάλη, αλλά χάθηκε στην παράταση, καθώς η Σαχτάρ αποδείχθηκε πιο ικανή.

Κάπου εκεί άρχισε η παρακμή, καθώς πουλήθηκε και ο Ντιέγκο και η Βέρντερ θα έλειπε από το Τσάμπιονς Λιγκ για πρώτη φορά από το 2003.

Με ηγέτη τον ταλαντούχο Μεσούτ Οζίλ, η ομάδα του Σάαφ έκανε μια τελευταία καλή χρονιά στην Μπουντεσλίγκα και επέστρεψε στα…αστέρια τη σεζόν 2010-2011, αλλά έχοντας πουλήσει και το νέο της δεκάρι και παραμένοντας ευάλωτη αμυντικά,τερμάτισε τελευταία, πίσω από την πρωτάρα Τβέντε.

Αυτή ήταν και η τελευταία ευρωπαϊκή συμμετοχή της, όσο σοκαριστικό και αν φαίνεται. Το συναισθηματικό δέσιμο για τον Σάαφ δεν αρκούσε, ο κύκλος έκλεισε οριστικά το 2013, αλλά η συνεέχεια ήταν ακόμη χειρότερη.

Με εξαίρεση ένα προσωρινό πέρασμα του Κέβιν Ντε Μπρόινε και τον…τελευταίο χορό του αειθαλούς Πιζάρο, στο Βεζερστάντιον εδώ και χρόνια δεν αγωνίζονται πια σπουδαίοι παίκτες, η ομάδα έχει χάσει την ταυτότητά της και δεν κάνει σοβαρές επενδύσεις, απέχοντας και από τα ευρωπαϊκά ταμεία.

SV WERDER BREMEN – Bremen, Alemania – Temporada 2009-10 – ATHLETIC DE BILBAO 0, WERDER BREMEN 3 (Pizarro, Naldo y Rosenberg) – 16/12/2009 – Europa League, fase de grupos – Bilbao, estadio de San Mamés – Alineación: Wiese; Prödl, Mertesacker, Naldo, Pasanen; Frings (Niemeyer, 68′); Jensen, Borowski; Özil (Marin, 75′); Pizarro (Almeida, 62′) y Rosenberg – Los dos equipos se clasifican para la siguiente fase

ΛΥΩΝ

Ναι, παρηκμασμένη δεν μπορεί κανείς να την πει, τη βλέπουμε άλλωστε συχνά στο Τσάμπιονς Λιγκ.

Η απλώς καλή, συμπαθητική Λυών του σήμερα, όμως, δεν έχει καμία σχέση με την ομαδάρα της δεκαετίας του 2000.

Αναμορφωτής του συλλόγου ήταν ο σπουδαίος πρόεδρος Ζαν Μισέλ Ολάς, που έβαλε στόχο να κάνει τους gons κυρίαρχη δύναμη στο γαλλικό ποδόσφαιρο, τόσο αγοράζοντας σπουδαίους παίκτες όσο και επενδύοντας στην παραγωγική διαδικασία των φυτωρίων της ομάδας.

Και το πέτυχε.

Αρχής γενομένης από τη σεζόν 2001-2002, η Λυών κατέκτησε επτά (!)συνεχόμενα γαλλικά πρωταθλήματα, σερί που μέχρι τότε ήταν αδιανόητο στις προηγμένες λίγκες της Ευρώπης.

Αναδεικνύοντας παίκτες που έκαναν σπουδαία καριέρα στην εθνική Γαλλίας και σε κορυφαία ευρωπαϊκά κλαμπ (Ντιαρά, Αμπιντάλ, Μαλουντά, ακόμη κι ο…δικός μας Γκοβού), συστήνοντάς μας τον κορυφαίο αμυντικό χαφ της εποχής του, Μίκαελ Εσιέν, διανθίζοντας το ρόστερ με αξιόλογους ξένους επιθετικούς (Άντερσον, Νιλμάρ, Φρεντ, Κάριου), αλλά κυρίως καθιερώνοντας στην ευρωπαϊκή σκηνή τον καλύτερο εκτελεστή φάουλ όλων των εποχών, Ζουνίνιο Περναμπουκάνο, η Λυών ξεπερνούσε κάθε εμπόδιο στον εγχώριο ανταγωνισμό, αλλά ταυτόχρονα προόδευε και στην Ευρώπη.

Γρήγορα καθιερώθηκε ως παρουσία στα νοκάουτ, με πρώτη της πρόκριση εκεί τη σεζόν 2003-2004.

Απέκλεισε εύκολα τηΣοσιεδάδ, αλλά η Πόρτο του Μουρίνιο αποδείχθηκε αξεπέραστο εμπόδιο.

Την επόμενη χρονιά έκανε εμφανίσεις φαβορί απέναντι στη Βέρντερ (10-2 τοσυνολικό σκορ, με εκπληκτικό ποδόσφαιρο από μεριάς Γάλλων) και θεωρήθηκε ώριμη να φτάσει μέχρι πολύ ψηλά στη διοργάνωση, όμως έπεσεθύμα μεγάλης έκπληξης στα πέναλτι, από την Αϊντχόφεν.

Τα προημιτελικά αποδείχθηκαν το ταβάνι εκείνης της ομάδας και την επόμενη χρονιά, με θύτη τον Ιντσάγκι, που έδωσε την πρόκριση στη Μίλαν στο 88.

Highlight εκείνης της σεζόν ήταν η τριάρα στη Ρεάλ στη φάση των ομίλων.

Η…πελατειακή σχέση με τους Μαδριλένους συνεχίστηκε και την επόμενη χρονιά, καθώς η Λυών τούς ξανάφησε δεύτερους στον όμιλο, παραμένοντας αήττητη στις μεταξύ τους μάχες.

Μονομαχώντας με τη Ρόμα στους 16 και παίρνοντας ισοπαλία στο Ολίμπικο, θεωρητικά η ομάδα του Ουγέ είχε τα φόντα να συνεχίσει, αλλά με γκολ του Τότι και…γκολάρα του Μαντσίνι οι τζιαλορόσι απέδρασαν από το Ζερλάν.

Και τις δύο επόμενες χρονιές, παρότι είχε χτίσει έναν νέο, επίσης πολλά υποσχόμενο κορμό με Κρις, Κάλστρομ, Τουλαλάν και τον ταχύτατα ανερχόμενο Μπενζεμά να πλαισιώνουν τον Ζουνίνιο, η Λυών είδε εξίσου νωρίς την έξοδο, πέφτοντας πάνω στις μετέπειτα πρωταθλήτριες Ευρώπης, Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και Μπαρτσελόνα.

Το 2009 ήταν σημαδιακή χρονιά για τους λιονε.

Αφενός χάθηκε για πρώτη φορά από το 2001 το πρωτάθλημα, με την Μπορντό να ολοκληρώνει την έκπληξη που άφησε μισή το 2008, και αφετέρου αποχώρησαν από την ομάδα οι δύο καλύτεροί της παίκτες, Ζουνίνιο και Μπενζεμά.

Το κλείσιμο του κύκλου άφηνε μια πικρία, καθώς η ομάδα αδίκησε τον εαυτό της στην Ευρώπη και παρότι τα έβαλε στα ίσια με ομάδες όπως η Μπάγερν (ιστορικό γκολ – φάουλ του Ζουνίνιο απέναντι στους Βαυαρούς) και η Ρεάλ είναι σαφές ότι μπορούσε να πάει και πιο μακριά από τα προημιτελικά.

Παραδόξως, το έκανε την αμέσως επόμενη σεζόν, χωρίς να έχει την ποιότητα των προηγούμενων ετών.

Μίλησε όμως η συσσωρευμένη πείρα στην Ευρώπη, το μέταλλο που είχαν χτίσει έστω και μέσα από αποτυχίες.

Με τον Κλοντ Πιέλ πια στον πάγκο, οι γκον εξέπληξαν όλη την Ευρώπη αποκλείοντας τη Ρεάλ, που έχτιζε τους δεύτερους Γκαλάκτικος της ιστορίας της, έχοντας μόλις αποκτήσει Κριστιάνο Ρονάλντο,Κακά, Μπενζεμά και Τσάμπι Αλόνσο!

Ήταν ο Μίραλεμ Πιάνιτς που ισοφάρισε στο Μπερναμπέου και γρήγορα θεωρήθηκε διάδοχος του Ζουνίνιο – καθ’υπερβολή βέβαια. Στα προημιτελικά βρήκε την τέλεια ευκαιρία για εκδίκηση στο γαλλικό ”εμφύλιο” με την άπειρη Μπορντό, και την…καθάρισε αρκετά άνετα, σε μια ιστορική πρόκριση στους ”4”που ήρθε λίγο αργοπορημένα αλλά πανάξια για το κλαμπ.

Εκεί, η Μπάγερν με όργια του Ίβιτσα Όλιτς έκοψε την όρεξη για περαιτέρω όνειρα, αλλά ακόμη κι έτσι είχε γραφτεί ιστορία. Το πρωτάθλημα βέβαια χάθηκε κι εκείνη τη χρονιά, τα επτά χρόνια…δικτατορίας της Λυών ακολούθησε μια τρελή πενταετία για τη γαλλική λίγκα, με ισάριθμους διαφορετικούς πρωταθλητές, μέχρι να γίνει η Παρί…χαλίφης στη θέση του χαλίφη, με πολύ πιο άνισους όρους βέβαια.

Προς τιμήν τους, οι gons δεν έχουν πετάξει λευκή πετσέτα, μετά από μια φυσιολογική κάμψη έχουν καθιερωθεί πάλι στην κορυφαία τριάδα του πρωταθλήματος, μάλλον ελλείψει σοβαρού ανταγωνισμού βέβαια.

Έχουν αναδείξει στο διάστημα αυτό αξιόλογους παίκτες (Φεκίρ, Τολισό, Εντομπελέ), αλλά στη σύγχρονη ποδοσφαιρική πραγματικότητα είναι αναγκασμένοι να τους πουλούν.

ΝΤΕΠΟΡΤΙΒΟ ΛΑ ΚΟΡΟΥΝΙΑ

Η ”Σούπερ Ντέπορ” ήταν πιθανότατα η πιο συναρπαστική ισπανική ομάδα της εποχής της.

Το διάστημα 1994-2004 κατέκτησε τίτλους, κατέγραψε σπουδαίες ευρωπαϊκές πορείες και καθήλωσε με το φρενήρες ποδόσφαιρό της και τους παίκτες που παρουσίασε.

Κι όμως, η ομάδα από τη Γαλικία ξεκίνησε την περίοδο της ακμής της με μια τεράστια απογοήτευση, που θα είχε κλονίσει πολλές άλλες ομάδες.

Τη σεζόν 1993-1994, με προπονητή τον Αρσένιο Ιγκλέσιας, φλέρταρε με το πρώτο πρωτάθλημα της ιστορίας της και της αρκούσε μία νίκη επί της Βαλένθια την τελευταία αγωνιστική για να το πετύχει.

Το χαμένο πέναλτι του Τζούκιτς, όμως, στο ενενηκοστό λεπτό, τηνκαταδίκασε στην ισοπαλία και έμεινε με την απογοήτευση. Διέπετο, όμως, από τόσο μαχητικό πνεύμα ως σύνολο, που δεν το έβαλε κάτω.

Την επόμενη σεζόν ξαναβγήκε δεύτερη, κατέκτησε το Κύπελλο, στη συνέχεια εδραιώθηκε κατά το δυνατόν στην πρώτη τριάδα του ισπανικού πρωταθλήματος και το 2000, με τον Χαβιέρ Ιρουρέτα πλέον στον πάγκο της, στέφθηκε πρωταθλήτρια, αφήνοντας πίσω της τις φιναλίστ του Τσάμπιονς Λιγκ, Ρεάλ και Βαλένθια, αλλά και τη γεμάτη σταρ Μπαρτσελόνα.

Εξίσου ιστορικό ήταν το Κύπελλο που κατέκτησε δύο χρόνια αργότερα, καθώς αντίπαλος στον τελικό ήταν η Ρεάλ, που γιόρταζε τα 100 χρόνια ιστορίας της, και ετοιμαζόταν να το γιορτάσει με το ματς να παίζεται στο Σαντιάγο Μπερναμπέου.

Η νίκη της Ντέπορ με 2-1 κατέδειξε τον ατρόμητο χαρακτήρα της ομάδας.

Στην Ευρώπη είχε επίσης αρκετές διακρίσεις η Λα Κορούνια, αν και κοινή διαπίστωση είναι ότι θα μπορούσε να έχει κάνει και περισσότερα.

Έπαιξε για πέντε συνεχόμενες σεζόν στο Τσάμπιονς Λιγκ (2000-2005) και τις δύο πρώτες έφτασε στα προημιτελικά επιβιώνοντας μετά από δύο φάσεις ομίλων, για να αποκλειστεί από τις Λιντς και Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ.

Τα καλύτερά της, όμως, τα παρουσίασε τη σεζόν 2003-2004.

Στους 16 απέκλεισε με δύο νίκες τη φιναλίστ της προηγούμενης χρονιάς, Γιουβέντους.

Όταν στα προημιτελικά βρέθηκε αντιμέτωπη με την κάτοχο Μίλαν και έχασε το πρώτο ματς με 4-1, κανείς δεν της έδινε τύχη. Απάντησε, ομως, με μια επική ανατροπή, με το εκκωφαντικό 4-0 που την έστειλε πανάξια στην τετράδα της Ευρώπης.

Μετά από μια τέτοια πορεία, είναι πραγματικά χαμένη ευκαιρία το ότι δεν έφτασε στον τελικό.

Αποκλείστηκε…σβηστά από την Πόρτο, χάνοντας 0-1 στο Ριαθόρ, και έκτοτε δεν ξαναέφτασε τόσο κοντά σ’ έναν ευρωπαϊκό τίτλο.

Τι την έκανε, όμως, τόσο ξεχωριστή στην ακμή της;;

Κατάφερε να παντρέψει ιδανικά ένα σύνολο ταλαντούχων Ισπανών παικτών που έφτασαν μέχρι την εθνική τους (Φραν, Τριστάν, Βαλερόν) με ξένους, ως επί το πλείστον Βραζιλιάνους, που είτε έμειναν χρόνια εκεί είτε την είδαν ως ”σκαλοπάτι” για την καριέρα τους, αλλά έδωσαν το κάτι παραπάνω(Μπεμπέτο, Μάουρο Σίλβα, Ριβάλντο, Τζαλμίνια) και φυσικά, τον Ολλανδό Μακάι.

Με τόσους Βραζιλιάνους αναπόφευκτο ήταν να παίζει ένα φαντεζί, τεχνικό ποδόσφαιρο, που στην έδρα της έπνιγε τον αντίπαλο.

Ήταν…κατηφόρα το ”Ριαθόρ” μια έδρα που ξεχείλιζε πάθος.

Χαρακτηριστικό είναι ότι η Ρεάλ Μαδρίτης αποτύγχανε να νικήσει εκεί επί 18 συναπτά έτη (1992-2010)!

Δυστυχώς, ο κύκλος της έκλεισε κάπου εκεί στον ημιτελικό με την Πόρτο.

Συμβιβάστηκε με τη μετριότητα στην Πριμέρα Ντιβισιόν και, όπως είναι φυσικό για μια ομάδα χωρίς ιδιαίτερη οικονομική επιφάνεια, ήρθε κι ο υποβιβασμός στη Σεγούντα, πρώτη φορά το 2011 και μετά ξανά το 2013 και το 2018.

Τώρα βολοδέρνει και μοιάζει μακρινή ακόμη κι η επιστροφή της στα ”σαλόνια”.

Πόσω μάλλον η εποχή που τα έβαζε με τα μεγαθήρια και τα κέρδιζε στο κολαστήριο του Ριαθόρ.

ΛΙΝΤΣ ΓΙΟΥΝΑΙΤΕΝΤ

Οι παλαιότεροι σίγουρα θα θυμούνται τη σπουδαία Λιντς των δεκαετιών ’60και ’70, που κυριάρχησε στην Αγγλία, κατέκτησε τίτλους εντός κι εκτός συνόρων και έφτασε να παίζει τελικό Κυπέλλου Πρωταθλητριών, για να χάσει μετά από μια σφαγιαστική διαιτησία από την πανίσχυρη Μπάγερν (1975).

Της πήρε χρόνια να ανακάμψει, κατέκτησε το τελευταίο της πρωτάθλημα το 1992 με ηγέτη τον Ερίκ Καντονά, αλλά δεν έχτισε πάνω στην επιτυχία της και συμβιβάστηκε με τη μετριότητα.

Μέχρι που το 1998 ανέλαβε την τεχνική ηγεσία ο Ντέιβιντ Ο’Λίρι, που έχτισε ένα ποιοτικό αλλά και σκληρό σύνολο που διακρίθηκε σε Αγγλία και Ευρώπη.

Το 2000, τα ”παγώνια” έφτασαν στα ημιτελικά του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ, όπου αποκλείστηκαν από τη μετέπειτα νικήτρια, Γαλατασαράι, με το θάνατο δύο οπαδών τους σε επεισόδια στην Κωνσταντινούπολη να επισκιάζει το αγωνιστικό σκέλος.

Τα κατάφεραν ακόμη καλύτερα, όμως, στην Πρέμιερ Λιγκ, καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση και κερδίζοντας διέξοδο στο Τσάμπιονς Λιγκ.

Στη διοργάνωση των αστεριών, η ομάδα έφτασε στο απόγειό της.

Άφησε έξω στην πρώτη φάση των ομίλων την Μπαρτσελόνα, στη δεύτερη τη Λάτσιο, για να προκριθεί στα προημιτελικά.

Εκεί ήρθε αντιμέτωπη με την πρωταθλήτρια Ισπανίας Λα Κορούνια, αλλά δε…μάσησε.

Την διέλυσε με 3-0 στο Έλαντ Ρόουντ, άντεξε να μη δεχτεί κι’εκείνη τόσα στο ”Ριαθόρ” (2-0) και έφτασε στα ημιτελικά, πρώτη φορά από το 1975!

Κάπου εκεί, όμως, της έβαλε φρένο η –πολύ ποιοτικότερη- Βαλένθια,που προκρίθηκε για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά στον τελικό.

Η πορεία της ομάδας και το νεανικό γκρουπ παικτών που την αποτελούσε (Σμιθ,Φέρντιναντ, Κιούελ, Βίντουκα) επέτρεπαν αισιόδοξες προβλέψεις για τη συνέχεια, όμως δεν έμελλε να μάθουμε τι παραπάνω θα κατάφερνε.

Βρέθηκε να χρωστάει δεκάδες εκατομμυρίων μετά από κάκιστη οικονομική διαχείριση,πούλησε τα αστέρια της, που έκαναν μεγάλη καριέρα σε άλλες αγγλικές ομάδες, και δε γλίτωσε ούτε εκείνη τον υποβιβασμό.

Βρέθηκε μέχρι και στην τρίτη κατηγορία.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here