Κριστόφ Βαζέχα, ο θρυλικός Πολωνός του Παναθηναικού

0

”Εμείς, τα παιδιά στη γειτονιά που έζησα, αγαπήσαμε το ποδόσφαιρο πολύ νωρίς.

Δηλαδή αμέσως μετά το σχολείο αφήναμε τα πράγματα σε μία γωνία και προσπαθούσαμε τον υπόλοιπο χρόνο της μέρας, να παίζουμε ποδόσφαιρο και για να λέμε την αλήθεια δεν δώσαμε πολύ προσοχή στα μαθήματα.

Πολλές φορές μετά το σχολείο παίζαμε κάποια διπλά στη γειτονιά.

Οταν ένας φίλος μου ξεκίνησε προπονήσεις στις υποδομές της Ρουχ Χορζόφ, έβλεπε ότι κι εγώ δεν ήμουν τόσο άσχετος με τη μπάλα και μου είπε…

”Γιατί δεν έρχεσαι εκεί να σε δει ο προπονητής μήπως γίνει κάτι??”

Και πραγματικά πήγα εκεί, έκανα μάλλον σωστή επιλογή, με κράτησε ο προπονητής και από εκεί και πέρα ξεκίνησα από δέκα χρονών και έμεινα στην Ρουχ Χορζόφ μέχρι τα 25, μέχρι το 1989 που ήρθα στον Παναθηναϊκό.

Ξεκίνησα στην ομάδα 18 χρονών, το πρώτο παιχνίδι μου, έπαιξα μέχρι 25 αλλά πρέπει να πω μια ιστορία που στεναχωρήθηκα πάρα πολύ, διότι πρώτη φορά η ομάδα όταν έπαιξα εγώ έπεσε στην Β Εθνική.

Μετά δεν μπορούσε η ομάδα να κάνει μεταγραφές λόγω μιας τιμωρίας από την Ομοσπονδία.

Ανεβήκαμε τον επόμενο χρόνο στην Α Εθνική, παίρνουμε το πρωτάθλημα, εγώ βγαίνω πρώτος σκόρερ και μετά έρχεται η πρόταση από τον Παναθηναϊκό.

Εκείνη την εποχή έρχονταν πάρα πολλοί μάνατζερ από τη Γερμανία γιατί η Πολωνία με τη Γερμανία είναι δίπλα-δίπλα, αλλά δεν υπήρχε κάτι σοβαρό.

Δηλαδή λέγανε ότι υπάρχει πρόταση από κάποια Γερμανική ομάδα, αλλά χωρίς ουσία, χωρίς λεπτομέρεια.

Ο Παναθηναϊκός ήρθε με έτοιμη πρόταση, τότε θυμάμαι με τον κύριο Πέιτς και με τον κύριο Τάσο Πρίντση.

Ήρθαν, μίλησαν με την διοίκηση, μετά η διοίκηση ήρθε στην Αθήνα κι έτσι να πούμε με το καλό ότι συμφωνήσανε και ξεκίνησα την καριέρα μου στην Ελλάδα.

Βεβαίως, συμβουλεύτηκα και τον Κράσιμιρ Γκόρσκι ο οποίος είχε πει και καλά λόγια για μένα.

Έμαθα ότι ο κύριος Γιώργος Βαρδινογιάννης ρώτησε τον Κράσιμιρ Γκόρσκι τι ποδοσφαιριστής είναι ο Βαζέχα.

Εγώ ρώτησα τον κύριο Στρέιλαου, τον κύριο Γκμοχ, τον κύριο Γκόρσκι γιατί αυτοί είχαν εμπειρία από την Ελλάδα.

Όλοι μου είπαν τα καλύτερα λόγια γενικά για την Ελλάδα αλλά και για τον Παναθηναϊκό.

Σίγουρα αυτές οι αποφάσεις δεν είναι εύκολες για μία οικογένεια. Εμείς τότε είχαμε τον Αρκάδιο δύο χρονών.

Εκείνη την εποχή σταματάει το πρωτάθλημα στην Πολωνία, δηλαδή έχει διακοπή από τέλη Νοεμβρίου μέχρι τέλη Φεβρουαρίου, αρχές Μαρτίου.

Έκανα εγώ μια βόλτα με τον Αρκάδιο το μεσημέρι, έρχεται η γυναίκα μου από το σπίτι και μου λέει σε παίρνουν τηλέφωνο από την ομάδα.

Εγώ σκέφτηκα τι με παίρνουν αφού έχουμε ρεπό, τι με θέλουν.

Δε μου πήγε στο μυαλό ότι υπήρχε πρόταση από τον Παναθηναϊκό.

Μου είπαν ότι υπάρχει αυτή η πρόταση και ότι έπρεπε να αποφασίσουμε σε μία μέρα.

Ε και λέω πάμε να το προχωρήσουμε.

Κι έτσι έγιναν όλα πολύ γρήγορα, δεν είχα και πολύ χρόνο για να σκεφτώ γιατί κι εδώ ο κύριος Γιώργος Βαρδινογιάννης ήθελε όσο πιο γρήγορα να βρει κάποιον φορ γιατί εκείνη την εποχή ο Δημήτρης Σαραβάκος είχε πρόβλημα και δεν μπορούσε να παίξει και ο πρόεδρος έψαχνε να βρει κάποιον ποδοσφαιριστή που να καλύπτει αυτή τη θέση.

Το πρώτο παιχνίδι με την ΑΕΚ δεν μπορούμε να πούμε ότι ήταν και τόσο καλό, θυμάμαι ότι έχασα και μία φοβερή ευκαιρία για να κερδίσουμε το ματς 1-0 αλλά δεν στεναχωρήθηκα γι’ αυτό, γιατί ήξερα ότι, από τη στιγμή που θα κάνω σουτ στην προπόνηση με την ομάδα, θα γίνω καλύτερος.

Δηλαδή δεν το είδα σαν εμπόδιο, δεν σκέφτηκα ότι δεν κάνω γι’ αυτή την ομάδα.

Όπως είπαμε εκείνη την εποχή ο Δημήτρης Σαραβάκος είχε πρόβλημα και δεν μπορούσε να παίξει, οπότε ξεκίνησα να παίζω με το 7.

Μετά μου είπαν ότι εδώ ο φορ παίζει με το 9 και μόλις γύρισε ο Δημήτρης πήρε το 7 κι εγώ το 9 και από τότε σχεδόν συνέχεια έπαιζα με το 9.

Με τον Σαραβάκο εντάξει, είχαμε χημεία, δεν μπορείς να αποδώσεις κάπου αυτή τη συνεργασία.

Σίγουρα και οι πολλές προπονήσεις που κάναμε μαζί, πολλές ασκήσεις που κάναμε ιδιαίτερα στα τελειώματα, σκοράραμε. Πιστεύω ότι ο Δημήτρης αν δούμε κάποια γκολ που έκανα μου έδινε πάρα πολλές πάσες, δηλαδή είχαμε φοβερή συνεργασία μέσα στο γήπεδο.

Εκτός γηπέδου η αλήθεια είναι ότι δεν ήμασταν και τόσο κολλητοί φίλοι.

Δεν ξέρω, δεν μπορώ να το εξηγήσω για ποιο λόγο, αλλά στο γήπεδο βρισκόμασταν με κλειστά μάτια.

Εγώ πάντα ήμουν δυνατός σαν χαρακτήρας.

Πίστευα ότι είμαι καλός κι ότι μπορώ να προσφέρω και αυτό με βοήθησε.

Όπως με βοήθησε ότι από τα πρώτα παιχνίδια έκανα γκολ.

Οταν ένας καινούριος επιθετικός έρχεται σε μία ομάδα και στα πρώτα παιχνίδια βοηθάει, σκοράρει μία-δύο –τρεις φορές, οι υπόλοιποι συμπαίκτες βλέπουν ότι αυτός μπορεί να μας βοηθήσει κι έτσι μπαίνεις πιο εύκολα στο κλίμα της ομάδας.

Μεγάλη εντύπωση μου έκανε ο φανατισμός στα γήπεδα.

Πολύς κόσμος και πολλή ένταση.

Δεν μπορώ να πω ότι από τις πρώτες μέρες γνώρισα την αγάπη του κόσμου γιατί τις πρώτες μέρες πάντα είναι δύσκολο.

Κατ’ αρχήν δεν καταλάβαινα τι λένε στο δρόμο όταν πήγαινα για ψώνια, για βόλτα.

Αλλά σιγά-σιγά μετά έμαθα και ήταν κάτι καλό.

Στην Πολωνία δεν είχαμε φανατισμό.

Υπήρχαν οπαδοί και των δύο ομάδων χωρίς να υπάρχει θύρα κενή χωρίς κόσμο και δεν κουνιόταν κανείς.

Αν κουνιόταν θα ήταν και το τελευταίο παιχνίδι που έβλεπε.

Μου έκανε εντύπωση και μένα η γρήγορη προσαρμογή μου στον Παναθηναϊκό γιατί σχεδόν έναν μήνα ήμουν χωρίς προπόνηση.

Το πρώτο πρωτάθλημα το χάρηκα διπλά, γιατί όταν πήρα την απόφαση να πάω στην Ελλάδα και τον Παναθηναϊκό , στην Πολωνία λέγανε, που πάει…

Τότε η Εθνική Πολωνίας ήταν πιο ψηλά από την Εθνική Ελλάδος και λέγανε όλοι φεύγει από δω που παίζει στην Εθνική Πολωνίας και πάει σε μια χώρα που είναι πιο κάτω επίπεδο από μας.

Εγώ όμως έκλεισα τα αυτιά, δεν ασχολήθηκα καθόλου με αυτό και τη στιγμή που πήραμε το πρωτάθλημα χάρηκα διπλάσια γιατί μέσα μου έλεγα ότι ήταν καλή επιλογή ο Παναθηναϊκός, γιατί είναι πολύ γνωστός σύλλογος στην Ευρώπη και μου έδωσε τη δυνατότητα να παίξω στο Champions League.

Με την ομάδα μου στην Πολωνία πήγαμε μία φορά, παίξαμε δύο παιχνίδια και βγήκαμε αμέσως έξω.

Εγώ πιστεύω ότι είχαμε πάρα πολύ κλίμα και πολύ καλούς ποδοσφαιριστές, δουλευταράδες.

Μου άρεσε πάρα πολύ ότι ο Παναθηναϊκός είχε τον εγωισμό. Έβλεπα ότι τα παιδιά σε κάθε παιχνίδι θέλουν να κερδίσουν, ότι υπάρχει το πάθος.

Το πάθος μπορώ να πω ότι είναι χαρακτηριστικό του Έλληνα ποδοσφαιριστή από όλα αυτά τα χρόνια που ζω στην Ελλάδα. Και είναι θετικό ότι σε βοηθάει να πάρεις τα αποτελέσματα που θέλεις.

Ασφαλώς με βοήθησε ότι στην ομάδα ήρθε κι ο Βάντσικ.

Με τον Γιόζεφ ήμασταν συνέχεια μαζί και στο ίδιο δωμάτιο, ήμασταν μαζί τόσα χρόνια, νομίζω εννιά.

Τον ήξερα και από την Εθνική Πολωνίας και ήξερα ότι είναι ένας πάρα πολύ καλός τερματοφύλακας.

Μόλις πλησίασε το καλοκαίρι, ο πρόεδρος κύριος Γιώργος Βαρδινογιάννης με ρώτησε αν υπάρχει κάποιος καλός τερματοφύλακας στην Πολωνία.

Τότε ο Σαργκάνης επρόκειτο να τελειώσει την καριέρα του και ο πρόεδρος ήθελε κάποιον πιο νέο τερματοφύλακα και είπα για τον Γιόζεφ.

Και πιστεύω ότι κάναμε πολύ καλή επιλογή.

Πάντως εκείνος πάντα είχε παράπονο από μένα.

Μόλις ήρθε στην Ελλάδα μου είπε για τα δυο-τρία γκολ που του είχα βάλει, αλλά μετά ευτυχώς ήμασταν στην ίδια ομάδα και ήταν πιο ήρεμος.

Το ντέρμπι με τον Ολυμπιακό, για να πω την αλήθεια είναι μια ατμόσφαιρα που μου άρεσε, αλλά μερικές φορές ήταν πολύ φανατισμένη.

Το πρώτο ντέρμπι που έπαιξα στο Καραϊσκάκη, που οι φίλαθλοι δεν ήταν τόσο ήρεμοι και το παιχνίδι ουσιαστικά διήρκεσε δυόμιση ώρες αν δεν κάνω λάθος με τις διακοπές κι όλα αυτά που συνέβησαν.

Αλλά εμένα όπως είπα και πριν μου άρεσε αυτή η ατμόσφαιρα και μου άρεσαν αυτά τα ντέρμπι που είχαν μεγάλο ενδιαφέρον.

Δεν μπορώ να πω ότι φοβήθηκα, απλά υπήρχαν κάποιες επικίνδυνες καταστάσεις όπως όταν έπεφταν πέτρες στο γήπεδο. Ουσιαστικά πέρασαν τόσα χρόνια και δε βλέπουμε κάτι καλύτερο.

Όταν ανέλαβε ο Ρότσα, ήξερε τη φιλοσοφία της ομάδας, άλλαξε λίγο τον τρόπο της προπόνησης και ήρθε πιο κοντά στους παίκτες δημιουργώντας μια καλή σχέση.

Μας μίλαγε συνέχεια και εμείς σιγά-σιγά βλέπαμε ότι μόνο με αυτόν τον τρόπο, να είμαστε αγαπημένοι μεταξύ μας, μπορούμε να κάνουμε κάτι.

Είχαμε καλή ομάδα, είχαμε καλό ρόστερ και μετά αυτό που λέγαμε εμείς συνέχεια, είναι ότι φτάσαμε σε ένα σημείο να πηγαίνουμε για προπόνηση στην Παιανία και να φτάνουμε δύο-δυόμιση ώρες πριν ώστε να παίξουμε τάβλι, να κάνουμε λίγο πλάκα, να πιούμε καφέ.

Μετά την προπόνηση το ίδιο.

Νιώθαμε πραγματικά σαν μια οικογένεια και πιστεύω αυτό ήταν πολύ σημαντικό που φτάσαμε εκείνη τη χρονιά τόσο ψηλά.

Ήρθε ο Ρότσα, άλλαξε λίγο την ψυχολογία, έδωσε ελευθερία στην κίνηση στον αγωνιστικό χώρο, με τον Όσιμ ήμασταν λίγο πιο αγχωμένοι.

Με τον Ρότσα πιστεύω πως εκείνη την εποχή παίξαμε πολύ καλό ποδόσφαιρο και γι’ αυτό είχαμε και πολύ καλά αποτελέσματα.

Από τη στιγμή που περάσαμε από τον όμιλο και είχαμε καλή κλήρωση πιστέψαμε σε κάτι καλό.

Κληρωθήκαμε με την Λέγκια Βαρσοβίας και αντιμετωπίσαμε δυσκολίες μόνο στο πρώτο παιχνίδι.

Παίξαμε σε συνθήκες πολύ δύσκολες στη Βαρσοβία, με πολύ χιόνι το γήπεδο, ουσιαστικά δε θα έπρεπε να παίζεται ποδόσφαιρο σε τέτοια γήπεδα.

Πήραμε το αποτέλεσμα, περάσαμε στους τέσσερις και μετά είχαμε τον Άγιαξ.

Αλλά θέλω να πω ότι το κλίμα πριν τα παιχνίδια, θυμάμαι ήταν πολύ χαλαρό.

Ακούγεται περίεργο πως πριν από τόσο σημαντικά παιχνίδια το κλίμα ήταν χαλαρό.

Είχαμε και τον Μπορέλι που του άρεσε πάντα να κάνει πλάκα πριν από αυτά τα παιχνίδια.

Θυμάμαι που έλεγε “παιδιά friendly game, φιλικό παιχνίδι πάμε να παίξουμε”.

Έτσι για πλάκα, γιατί μερικές φορές πριν από τα παιχνίδια κάποιοι παίκτες ήταν σφιγμένοι, είχαν άγχος, οπότε ο Μπορέλι έλεγε “παιδιά φιλικό είναι” να χαλαρώσουμε λίγο.

Ο Μπορέλι κι ο Αποστολάκης ήταν κορυφή στην πλάκα, ήταν τα πειραχτήρια της ομάδας.

Δεν μπορώ να πω τι σκέφτονταν τα παιδιά, εγώ για μένα μιλάω και πιστεύω πως το κλίμα ήταν πολύ καλό.

Εγώ έλεγα ότι δεν πάμε σε αυτά τα παιχνίδια για να χάσουμε κάτι.

Μόνο να κερδίσουμε μπορούμε.

Πιστεύω πως μόνο ένας το πίστεψε αυτό από τη μέρα που έγινε η κλήρωση, ότι θα κερδίσουμε εκεί.

Μας το έλεγε πάντα, αλλά δεν ξέρω γιατί το έλεγε, ίσως για να μην υπάρχει άγχος.

Ο Άγιαξ τότε ήταν φοβερή ομάδα, μετά το παιχνίδι αυτό πήρανε όλοι μεταγραφές.

Ποιος ήταν αυτός που το πίστευε;

Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης.

Μας έλεγε μη φοβάστε, θα το κερδίσουμε το ματς.

Για να βγεις πρώτος σκόρερ πρέπει να έχεις και καλούς συμπαίκτες.

Πρέπει να έχεις και το δεκάρι που σου δίνει τις περισσότερες πάσες κι εγώ ήμουν τυχερός που είχα παίκτες όπως ο Κόλεφ στην αρχή που ήταν πάρα πολύ καλός ποδοσφαιριστής, ο Πάρις Γεωργακόπουλος, ο Μπορέλι μετά, ο Μίκλαντ, ο Λούπου, πολύ καλοί ποδοσφαιριστές που και για λίγο διάστημα και για δύο τρία γκολ με έσωζαν.

Ο Λούπου για παράδειγμα αν και δεν έπαιξε πολλά παιχνίδια, καταλάβαινε κι αυτός την κίνηση μου και για δύο τρεις φορές που μου έδωσε πάσα έκανε πιο εύκολο το γκολ για μένα.

Δεν φανταζόμουν ποτέ φεύγοντας από την Πολωνία ότι θα γίνω ο πρώτος σκόρερ του Παναθηναϊκού.

Κανείς δεν μπορεί να το σκεφτεί αυτό.

Παίρνεις την πρόταση από τον Παναθηναϊκό μπορεί να πας καλά και να έρθει πρόταση από άλλη ομάδα.

Θα πω ψέματα τώρα αν πω ότι υπολόγιζα να παίξω 15 χρόνια στον Παναθηναϊκό, δεν γίνεται αυτό.

Χάρηκα που μπορούσα τόσα χρόνια να δίνω χαρές στον κόσμο και να παίζω καλό ποδόσφαιρο με μία καλή ομάδα, με πορείες στην Ευρώπη, ήταν μια τεράστια εμπειρία για μένα αυτό.

Είναι λίγοι οι ποδοσφαιριστές που δεν αλλάζουν ομάδες.

Εμένα ο χαρακτήρας μου δεν είναι για πολλές αλλαγές.

Θα ήθελα κάποια στιγμή τότε να πάω σε κάποιο πιο δυνατό πρωτάθλημα να δοκιμαστώ αλλά δυστυχώς δεν έτυχε αυτό.

Αλλά εντάξει από την άλλη ήταν καλά, αλλά αναρωτιέσαι μέσα σου πως θα ήταν σε μια άλλη ομάδα, σε μια άλλη χώρα.

Και να υπήρχαν προτάσεις σε μένα δε φτάσανε ποτέ.

Τότε με πρόεδρο τον Γιώργο Βαρδινογιάννη, όλοι περνούσαν από το γραφείο του.

Σε μένα δεν ερχόταν κανείς.

Και νομίζω ότι ο πρόεδρος δεν ήθελε να με δώσει, τις σταματούσε τις προτάσεις.

Έτσι άκουσα μετά όταν σταμάτησα, δεν ξέρω αν αληθεύει.

Δεν ήξερα λεπτομέρειες.

Δεν είναι όπως τη σημερινή εποχή που έρχεται κάποιος μάνατζερ στον ποδοσφαιριστή και του λέει έχω πρόταση για σένα από την τάδε ομάδα, σκέψου το να το δούμε μαζί.

Όταν έκανα το τελευταίο συμβόλαιο για άλλα πέντε χρόνια στα 35 μου, τότε είπα θα μείνω στην Ελλάδα για πάντα.

Τώρα είπα εδώ είμαι, μόνο πρέπει να βοηθήσω την ομάδα στα 35 μου όσο καλύτερα μπορώ ώστε να προσφέρω και αποφασίσαμε με την οικογένεια μου να κάνουμε σπίτι και να μείνουμε εδώ.

Έβλεπα ότι μπορούσα να παίξω τρία-τέσσερα χρόνια άνετα, το έβλεπα στην προπόνηση, δεν έβλεπα διαφορά.

Απλώς είχα καταλάβει ότι ο Γιάννης ήθελε να παίζει με αυτά τα παιδιά που είχαν έρθει. Είπα τότε στον κύριο Φιλιππίδη ότι θέλω να φύγω. Ακόμα είχα συμβόλαιο και συμφωνήσαμε να πάω στον ΟΦΗ.

Παίξαμε όμως αυτό το παιχνίδι με τον ΠΑΟΚ στη Λεωφόρο, χάσαμε 2-1, έφυγε μετά από ένα ακόμα ματς ο Γιάννης και άλλαξα γνώμη και είπα ότι δε φεύγω κι έτσι έμεινα.

Εγώ είμαι εγωιστής και από τη στιγμή που έβλεπα ότι μπορούσα να παίξω ακόμα σε επίπεδο Α Εθνικής, λέω γιατί να σταματήσω τώρα το ποδόσφαιρο.

Δεν ξέρω, κάτι ανώτερο ήθελε να γίνει έτσι.

Γιατί μετά φάνηκε ότι ήταν σωστό το ότι έμεινα.

Δηλαδή αν είχαμε κερδίσει το παιχνίδι με τον ΠΑΟΚ μάλλον θα είχα φύγει.

Δεν μετάνιωσα ποτέ που έμεινα σε όλη μου την καριέρα στον Παναθηναϊκό.

Απλώς περνάει μέσα από το μυαλό μου το αν θα μπορούσα να τα καταφέρω κι άλλου.

Εδώ πέρασα καταπληκτικές στιγμές, εντάξει υπήρχαν και πίκρες, αλλά τα περισσότερα χρόνια πέρασα πάρα πολύ ωραία και γνώρισα την αγάπη του κόσμου, όχι μόνο από τους φιλάθλους του Παναθηναϊκού, αλλά σχεδόν σε όλα τα γήπεδα.

Πάω στο Καραϊσκάκη, πάω στην Τούμπα, στην ΑΕΚ, όπου και να πάω, στη Θεσσαλονίκη, πάντα με χειροκροτάνε κι αυτό είναι που δεν μπορείς να το αγοράσεις με τίποτα.

Αυτό είναι κάτι πολύ σπουδαίο για μένα.

Από τη στιγμή που έμπαινα για τα 10′, 15′, 20′ λεπτά στον αγωνιστικό χώρο, έβλεπα ότι ο κόσμος δεν ξεχνάει.

Πάντα άκουγα το “Είναι τρελός ο Πολωνός” και μου άρεσε πάρα πολύ, γι’ αυτό θέλω να πω ότι όλα αυτά τα 15 χρόνια η αγάπη του κόσμου ήταν η ίδια.

Το σύνθημα είναι τρελός ο Πολωνός αν θυμάμαι καλά ξεκίνησε μετά το παιχνίδι στο Άμστερνταμ.

Πιστεύω η συνεχής κίνηση χωρίς τη μπάλα, ήταν στα δυνατά μου σημεία.

Δηλαδή δεν ήμουν σταθερός παίκτης μόνο στη μεγάλη περιοχή να περιμένω την τελική πάσα.

Έβγαινα και έξω από την μεγάλη περιοχή.

Άλλο δυνατό σημείο πιστεύω πως ήταν η γρήγορη εκτέλεση. Δηλαδή γρήγορο κοντρόλ και όσο πιο γρήγορα να σουτάρω. Αυτά τα δύο στοιχεία ήταν το μεγάλο αβαντάζ για μένα.”

Κριστόφ βαζέχα

NOVA Legend Stories