ΑρχικήΔιαφοραH πολιορκία και η άλωση της Πόλης

H πολιορκία και η άλωση της Πόλης

Το πρωί (της 7ης Μαίου) πάλι οι Τούρκοι έβαλαν με το μεγάλο τηλεβόλο λίγο χαμηλότερα κι εγκρέμισαν ένα μεγάλο κομμάτι – τα ίδια δεύτερη και τρίτη φορά. Κι όταν ήταν πια μεγάλο το χάλασμα, αμέσως πλήθος ασκέρια όρμησαν αλαλάζοντας στο μέρος αυτό πατώντας ο ένας πάνω στον άλλον -τα ίδια και οι Ελληνες από τη μεριά της πόλης: και χτυπούσαν πρόσωπο με πρόσωπο ουρλιάζοντας σαν θηρία. Ήταν φριχτό να βλέπει κανείς και των δυο τη δύναμη και παρατολμία. Ο Γιουστινιάνης με κάμποσους πολεμιστές όρμησε κραυγάζοντας απάνω στους Τούρκους με τόση αφοβία, ώστε εν ριπή οφθαλμού τους επέταξε κάτω από τα τείχη κι εγέμισε το χαντάκι σκοτωμένους. Ενας δε γενίτσαρος, ο Αμουράτ, πολύ δυνατός στο κορμί, έφτασε ως το Γιουστινιάνη κι άρχισε να τον χτυπά με θηριωδία. Τότε κάποιος από τους Ελληνες επήδησε από το τείχος και του πήρε το κεφάλι με το πελέκι κι έτσι έσωσε το Γιουστινιάνη από το θάνατο.
Η πολιορκία και η άλωση της Πόλης από τους Τούρκους το 1453. ΤοΡωσικό Χρονικό του Νέστορα Ισκεντέρη, απόδ. Μ. Αλεξανδρόπουλος, Αθήνα 1978,58.

Ο γιος του άρχοντα της Σινώπης, κάποιος Ισμαήλ, έκανε προτάσεις στους Έλληνες για ειρήνευση, λέγοντάς τους τα εξής: ” Έλληνες, δεν καταλαβαίνετε ότι βρίσκεσθε στην κόψη του ξυραφιού; Γιατί δεν στέλνετε μία πρεσβεία για ειρήνη στο Σουλτάνο; Αν θελήσετε, μπορώ να μεσολαβήσω εγώ να γίνει μία συμφωνία με το Σουλτάνο με την απαραίτητη βέβαια αμοιβή. Αν δε γίνει αυτή η συμφωνία, ο πληθυσμός όλος θα σκλαβωθεί, ακόμη και τις γυναίκες και τα παιδιά και όλους σας ο Σουλτάνος θα σας εξοντώσει, και δε θα υπάρξει μεγαλύτερη συμφορά. Γι’ αυτό λοιπόν να στείλετε όσο πιο γρήγορα μπορείτε ένα έμπιστο πρόσωπο στο στρατόπεδο του Σουλτάνου, έτσι ώστε όταν πάει εκεί να μπορώ εγώ να διαπραγματευτώ την ειρήνη”. Αυτά έλεγε στους Έλληνες, οι οποίοι συσκέπτονταν. θεώρησαν τελικά ότι έπρεπε να στείλουν έναν αγγελιαφόρο για να πληροφορηθούν τις προθέσεις του Σουλτάνου και τότε να αποφασίσουν ποιο είναι το καλύτερο και πιο συμφέρον για αυτούς. Έστειλαν λοιπόν έναν άσημο άντρα για να μάθουν ποια ήταν η γνώμη του Σουλτάνου. Όταν αυτός έφτασε στο τουρκικό στρατόπεδο, αφού είχε προηγηθεί και ο Ισμαήλ, ο Σουλτάνος πρόσταξε να πληρώνεται στον ίδιο κάθε χρόνο φόρος, ύψους 100000 (νομισμάτων). Αν οι Έλληνες δεν ήταν σε θέση να κάνουν αυτό, θα μπορούσαν να πάνε όπου ήθελαν, αφού εγκαταλείψουν την πόλη παίρνοντας μαζί τα υπάρχοντά τους. Μόλις αυτές οι προτάσεις ανακοινώθηκαν στους Έλληνες, αυτοί αποφάσισαν να αγωνιστούν με κίνδυνο της ζωής τους, παρά έτσι χωρίς αντίσταση να εγκαταλείψουν την πόλη και να φύγουν μακριά με τα πλοία.
(Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, Ιστοριών Αποδείξεις δέκα, Απόδειξη,VIII).

(Ο Μεχεμέτ), αφού ετοίμασε τα πάντα όπως καλύτερα νόμιζε, έστειλε μήνυμα λέγοντας στο βασιλιά: «Μάθε ότι έχουν τελειώσει οι πολεμικές προετοιμασίες. Ήρθε πια η ώρα να κάνουμε πράξη αυτό που θέλουμε εδώ και πολύ καιρό. Την έκβασή του την αφήνουμε στο Θεό. Τι λες; Θέλεις να εγκαταλείψεις την Πόλη και να φύγεις, όπου θέλεις, μαζί με τους άρχοντές σου και τα υπάρχοντά τους, αφήνοντας αζήμιο το λαό και από μένα και από σένα; Ή θέλεις να αντισταθείς και να χάσεις τη ζωή σου και τα υπάρχοντά σου και συ και οι μετά σου, κι ο λαός αφού αιχμαλωτιστεί από τους Τούρκους, να διασκορπιστεί σ’ όλη τη γη;»
Κι ο βασιλιάς (Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος Δραγάτσης) με την (Ρωμαϊκή) σύγκλητο αποκρίθηκε: «Αν θέλεις να ζήσεις μαζί μας ειρηνικά, όπως και οι πρόγονοί σου, ας έχεις την ευλογία του Θεού. Γιατί εκείνοι θεωρούσαν τους γονείς μου ως πατέρες τους και τους τιμούσαν ανάλογα, κι αυτή την πόλη τη θεωρούσαν ως πατρίδα τους. Σε καιρό ανάγκης όλοι τους έτρεχαν μέσα να σωθούν και κανένας αντίπαλός της δεν έζησε πολλά χρόνια. Κράτα τα κάστρα και τη γη που μας άρπαξες άδικα, όρισε και ετήσιους φόρους ανάλογα με τη δύναμή μας κα φύγε ειρηνικά. Σκέφτηκες ότι ενώ νομίζεις πως θα κερδίσεις μπορεί να βρεθείς χαμένος; Το να σου παραδώσω την Πόλη ούτε δικό μου δικαίωμα είναι ούτε κανενός άλλου από τους κατοίκους της γιατί όλοι με μια ψυχή προτιμούμε να πεθάνουμε με τη θέλησή μας και δε λυπόμαστε για τη ζωή μας».
(κείμενο Γεώργιου Φραντζή)

«Ευγενέστατοι άρχοντες, εκλαμπρότατοι δήμαρχοι και στρατηγοί, γενναιότατοι στρατιώτες, τιμημένοι και πιστοί πολίτες, ξέρετε όλοι πολύ καλά ότι έφτασε η ώρα που ο εχθρός της πίστης μας αποφάσισε να μας πιέσει ακόμα περισσότερο με όλα τα πολεμικά μέσα και τεχνάσματα που διαθέτει…Γιαυτό τον λόγο σας παρακαλώ να φερθείτε, με γενναιότητα και θάρρος, όπως κάνατε μέχρι τώρα, απέναντι στους εχθρούς της πίστης μας. Αφήνω στα χέρια σας την τύχη της δοξασμένης και λαμπρής πατρίδας μας, της μεγαλοπρεπέστατης και ευγενούς βασιλεύουσας όλων των πόλεων. Ξέρετε πολύ καλά, αδέρφια μου, ότι για τέσσερις λόγους είμαστε υποχρεωμένοι να προτιμήσουμε το θάνατο παρά τη ζωή. Πρώτον, για την πίστη και τη θρησκεία μας, δεύτερον για την πατρίδα, τρίτον, για το Βασιλιά, τον αντιπρόσωπο του Κυρίου μας και τέταρτον για τους συγγενείς και τους φίλους μας.» Σε τρείς αξίες αναφέρεται εδώ ο αυτοκράτορας που έχουν δαιμονοποιηθεί τα μαλα, από τους ψευτοπροοδευτικούς και τους αποδομητές της ιστορίας μας, Πατρίδα, Θρησκεία και Οικογένεια. «Αν λοιπόν αδέρφια μου, πρέπει να αγωνιζόμαστε μέχρι θανάτου για έναν από τους παραπάνω λόγους, τότε έχουμε υποχρέωση να πολεμάμε ακόμα σκληρότερα όταν πρόκειται και για τα τέσσερα μαζί, διαφορετικά θα χάσουμε τα πάντα. Αν ο Θεός, εξαιτίας των αμαρτιών μας, δώσει τη νίκη στους απίστους, διατρέχουμε τον κίνδυνο να χάσουμε την αγία πίστη που μας έδωσε ο Χριστός με το αίμα του και είναι το σημαντικότερο πράγμα από όλα. Τι όφελος μπορεί να έχει κανείς αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο αλλά χάσει την ψυχή του; Δεύτερον, θα χάσουμε την ένδοξη πατρίδα και την ελευθερία μας. Τρίτον, το άλλοτε ένδοξο κράτος μας που τώρα πια είναι εξασθενημένο και ταπεινωμένο, θα πέσει στα χέρια του άπιστου τυράννου. Τέλος θα χάσουμε τα αγαπημένα μας πρόσωπα.
Ο βάρβαρος σουλτάνος μας έχει αποκλείσει 57 ημέρες τώρα με όλες τις δυνάμεις του και μας πολιορκεί μέρα νύχτα με κάθε μέσο που διαθέτει, αλλά καταφέραμε να τον αποκρούσουμε με τη βοήθεια του Κυρίου μας Χριστού που βλέπει τα πάντα…Ξέρω ότι η τεράστια αγέλη των απίστων θα επιτεθεί εναντίων μας, όπως συνηθίζει, με βάναυση ορμή, αλαζονεία και θράσος επειδή είμαστε λίγοι, ώστε να μας τρομάξουν, να μας κουράσουν και να μας κάνουν να χάσουμε το ηθικό μας με τις φωνές και τους αλαλαγμούς τους. Εσείς όμως γνωρίζετε καλά πόσο ανόητα είναι αυτά και δεν χρειάζεται να σας τα θυμίσω. Σε λίγο θα επιτεθούν και θα ρίξουν εναντίον μας πέτρες και βέλη αμέτρητα σαν την άμμο της θάλασσας, αλλά ελπίζω ότι δεν θα πετύχουν τίποτα. Σας βλέπω και χαίρομαι επειδή αν και λίγοι, όλοι σας είστε, έμπειροι γενναίοι, αποφασιστικοί, δυνατοί και καλά προετοιμασμένοι. […] Οι εχθροί μας είναι χειρότεροι και από τα ζώα. Χτυπήστε τους με δόρατα, σπαθιά, τόξα και ακόντια. Φανταστείτε ότι έχετε βγει για κυνήγι αγριοχοίρων και δώστε στους άπιστους να καταλάβουν ότι δεν έχουν απέναντί τους ζώα αλλά τους απογόνους Ελλήνων και Ρωμαίων που εξουσιάζουν ζώα. […]
Ήρθε λοιπόν αδέρφια μου ο σουλτάνος μας πολιόρκησε και έχει ορθάνοιχτο το στόμα του για να καταβροχθίσει τόσο εμάς όσο και την πόλη που έχτισε ο αείμνηστος μεγάλος αυτοκράτορας, ο Κωνσταντίνος, ο οποίος την αφιέρωσε στην Παναγία Δέσποινα Θεοτόκο και αειπαρθένο Μαρία… ελπίδα και χαρά των Ελλήνων και καύχημα όλου του κόσμου. Ο άπιστος σουλτάνος όμως θέλει να υποδουλώσει την Πόλη που ήταν κάποτε ένδοξη, ανθούσε σαν τριαντάφυλλο του αγρού και είχε υποτάξει ολόκληρη την υφήλιο[…] Αδέλφια και συμπολεμιστές μου θέλω να τα σκεφτείτε αυτά καλά, για να μείνει το όνομα, η δόξα και η ελευθερία σας στην αιωνιότητα.[…]Αφού τελείωσε τον λόγο του και ευχαρίστησε τον Θεό με αναστεναγμούς και δάκρυα στα μάτια, όλο το ακροατήριο απάντησε συγκινημένο με μια φωνή «Ας πεθάνουμε όλοι για την πίστη του Χριστού και για την πατρίδα μας!»
(Την τελευταία του συγκλονιστική ομιλία την οποία διασώζει ο Γεώργιος Φραντζής, Πρωτοβεστιάριος, Μέγας Λογοθέτης και αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων, στο κείμενό του με τίτλο «Το χρονικό της Πολιορκίας και της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης»).
Μια ημέρα της παγκόσμιας ιστορίας: 29η Μαΐου 1453

Τελευταία Αρθρα

Παναθηναικός – Α.Ε.Κ. εν έτει 1942

Ήταν άνοιξη του 1942, στην καρδιά της γερμανικής Κατοχής. Η Αθήνα βίωνε τον εφιάλτη της...

Oυκ εάλω η Ρίζα, ουκ εάλω το Φως

«Ο Τελευταίος Έλληνας - Εκεί που τελείωσε το Βυζάντιο και άρχισε η Ελλάδα» «Οὐκ ἑάλω...

Η ιστορία της μεταγραφής του Γκασκόιν στην Τότεναμ

«Καθόμουν σπίτι με τον μπαμπά μου και χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο Κένι Νταλγκλίς: «Θέλω...

H δίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη

1834... Η ημέρα που ένα νεοσύστατο κράτος κάθισε στο εδώλιο έναν από τους ανθρώπους που...

Παρομοια αρθρα

Oυκ εάλω η Ρίζα, ουκ εάλω το Φως

«Ο Τελευταίος Έλληνας - Εκεί που τελείωσε το Βυζάντιο και άρχισε η Ελλάδα» «Οὐκ ἑάλω...

H δίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη

1834... Η ημέρα που ένα νεοσύστατο κράτος κάθισε στο εδώλιο έναν από τους ανθρώπους που...

H Σαγαλασσός στην Μικρά Ασία

Η Σαγαλασσός είναι αρχαιολογική τοποθεσία στην Μικρά Ασία περίπου 100 χιλιόμετρα βόρεια της Αττάλειας...