Το βράδυ της 26ης Μαΐου 1453, η Κωνσταντινούπολη ήταν μια πόλη που δεν κοιμόταν πια. Κανείς δεν κοιμόταν πραγματικά πάνω στα τείχη.
Οι νύχτες δεν ανήκαν πλέον στην ανάπαυση, αλλά στον Φόβο.
Στους ήχους από το οθωμανικό στρατόπεδο. Στα τύμπανα. Στις φωνές. Στα κανόνια που είχαν πληγώσει τα τείχη και είχαν κάνει την ίδια τη γη να τρέμει.
Η Πόλη στεκόταν ακόμη. Αλλά κάθε μέρα στεκόταν πιο δύσκολα.
Η είδηση πως δεν ερχόταν βοήθεια είχε ήδη απλωθεί σαν σκιά. Το μικρό πλοίο που είχε γυρίσει στον Κεράτιο δεν είχε φέρει σωτηρία. Είχε φέρει την αλήθεια.
Κανένας στόλος δεν ερχόταν. Καμία μεγάλη δύναμη δεν πλησίαζε.
Η Κωνσταντινούπολη ήταν μόνη.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, λίγες ημέρες πριν, μέσα σε λιτανεία, η εικόνα της Θεοτόκου είχε πέσει στους δρόμους της Βασιλεύουσας. Για τους ανθρώπους της Πόλης, που για αιώνες πίστευαν πως η Παναγία σκέπαζε τα τείχη τους, εκείνη η πτώση δεν ήταν απλώς ατύχημα. Ήταν Σημάδι.
Έτσι, όταν ήρθε η νύχτα της 26ης Μαΐου, οι ψυχές ήταν ήδη βαριές.
Και τότε, μέσα στο σκοτάδι, εμφανίστηκε κάτι παράξενο.
Ένα Φως.
Πάνω από τον τρούλο της Αγίας Σοφίας.
Δεν ήταν η αυγή. Δεν ήταν φωτιά. Δεν ήταν το φως κάποιας γιορτής.
Ήταν μια παράξενη λάμψη που φάνηκε να στέκεται πάνω από τον μεγάλο ναό της Πόλης, πάνω από την καρδιά της χριστιανικής αυτοκρατορίας, πάνω από το σύμβολο που για αιώνες ένωνε ουρανό και γη.
Οι άνθρωποι κοίταξαν ψηλά.
Ίσως κάποιοι σταμάτησαν να μιλούν. Ίσως κάποιοι σταυροκοπήθηκαν.
Όμως οι περισσότεροι ένιωσαν πως εκείνη τη στιγμή δεν έβλεπαν απλώς ένα φαινόμενο στον ουρανό, αλλά την ίδια τη Μοίρα της Πόλης να αποκαλύπτεται.
Γιατί σε μια πολιορκημένη πόλη, τίποτα δεν είναι απλώς φυσικό.
Ο ουρανός γίνεται Μήνυμα. Η βροχή γίνεται Προειδοποίηση. Η σιωπή γίνεται Απειλή. Και το φως γίνεται Κρίση.
Το παράξενο εκείνο φως το ανέφεραν άνθρωποι που ζούσαν τις τελευταίες ημέρες μέσα στα τείχη. Το μνημόνευσε και ο Κριτόβουλος, που βρισκόταν έξω από την Πόλη και είδε κι εκείνος το φαινόμενο.
Μα οι δύο πλευρές δεν το διάβασαν με τον ίδιο τρόπο.
Για τους πολιορκημένους, ήταν Κακό Σημάδι.
Ίσως η Θεία προστασία απομακρυνόταν.
Ίσως η Υπέρμαχος Στρατηγός δεν στεκόταν πια πάνω από τα τείχη.
Ίσως η Αγία Σοφία, ο μεγάλος ναός που είχε δει αυτοκράτορες, λιτανείες, θριάμβους, στέψεις και προσευχές αιώνων, έμενε τώρα μόνη μπροστά στο τέλος.
Για τους Οθωμανούς, αντίθετα, το φως μπορούσε να σημαίνει νίκη.
Ένα σημάδι πως η Πόλη ήταν έτοιμη να πέσει.
Έτσι, το ίδιο φαινόμενο έγινε δύο διαφορετικές προφητείες.
Για τους έξω, υπόσχεση κατάκτησης.
Για τους μέσα, προμήνυμα απώλειας.
Και η Αγία Σοφία στεκόταν εκεί, μέσα στη νύχτα, με τον τρούλο της να σηκώνει το τελευταίο βλέμμα της Πόλης προς τον ουρανό.
Πόσοι άραγε την κοίταξαν εκείνη τη νύχτα και θυμήθηκαν τα παλιά;
Τον Ιουστινιανό. Τις μεγάλες λειτουργίες. Τα χρυσά ψηφιδωτά. Τις φωνές των ψαλτών. Την αυτοκρατορία τότε που ακόμη πίστευε πως ήταν αιώνια.
Και τώρα;
Τώρα, γύρω της, τα τείχη ράγιζαν. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι φόβο. Οι άνθρωποι περίμεναν το αναπόφευκτο. Και πάνω από τον τρούλο, ένα φως εμφανιζόταν σαν τελευταία, αινιγματική φλόγα πριν από το σκοτάδι.
Ίσως σήμερα να το εξηγούσαμε αλλιώς.
Ίσως να μιλούσαμε για ατμοσφαιρικό φαινόμενο, για αντανάκλαση, για ομίχλη, για φως που διαθλάστηκε μέσα στη νύχτα.
Αλλά εκείνοι δεν το είδαν έτσι. Δεν μπορούσαν να το δουν έτσι.
Γιατί όταν μια πόλη πεθαίνει, ακόμη και ο ουρανός μοιάζει να παίρνει θέση.
Στις 26 Μαΐου 1453, η Αγία Σοφία δεν είχε ακόμη πέσει.
Η Κωνσταντινούπολη δεν είχε ακόμη αλωθεί.
Ο τελευταίος αυτοκράτορας στεκόταν ακόμη άγρυπνος πάνω στα τείχη.
Μα εκείνη τη νύχτα, στα μάτια των ανθρώπων της, κάτι είχε ήδη αρχίσει να φεύγει από πάνω της.
Όχι στρατός. Όχι πλούτος. Όχι ελπίδα μόνο.
Το Φως.
Και όταν το Φως φεύγει από μια πόλη, το Σκοτάδι δεν αργεί να μπει…
πηγή: ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ-ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ-
George Dio Galanis




