Όπως οι Ολυμπιακοί Αγώνες του Βερολίνου το 1936 υπήρξαν αφορμή για επίδειξη δύναμης του ναζιστικού καθεστώτος του Αδόλφου Χίτλερ (με τον σπουδαίο Αφροαμερικανό σπρίντερ Τζέσε Όουενς να “χαλάει” τη γιορτή κατακτώντας τέσσερα χρυσά μετάλλια), έτσι και το Παγκόσμιο Κύπελλο το 1934 ήταν η ιδανική ευκαιρία για διεθνή προβολή του φασιστικού καθεστώτος του Μπενίτο Μουσολίνι.
Η φασιστική Ιταλία της εποχής έδινε μεγάλη έμφαση στον αθλητισμό και ιδίως στο ποδόσφαιρο, όπως αποδεικνύει η κατασκευή νέων και η ριζική ανακαίνιση παλαιών γηπέδων και η θεσμοθέτηση της Σέριε Α το 1929, ενώ ο ίδιος ο “Ντούτσε” ήταν ένθερμος οπαδός της Λάτσιο. Το “Κάλτσιο” είχε αναχθεί σε πατριωτικό σύμβολο υπεροχής του ιταλικού έθνους και ατσάλινης επιβολής των “υψηλών ιδανικών” του ολοκληρωτικού καθεστώτος.
Ήδη πριν τη σέντρα, η διοργάνωση χαρακτηρίστηκε από ιδιαίτερη ένταση μεταξύ των χωρών, με την -τροπαιούχο του πρώτου Μουντιάλ- Ουρουγουάη να παίρνει τη ρεβάνς για την απουσία της Ιταλίας από το πρώτο Μουντιάλ και να αρνείται να συμμετέχει σε ευρωπαϊκό έδαφος. Υπήρξε, μάλιστα, μεγάλη “μάχη” για το χρίσμα της διοργάνωσης, καθώς η Ιταλία επικράτησε κατά μόλις μιας ψήφου έναντι της δημοκρατικής Σουηδίας. Επίσης, αυτό που παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον είναι ότι για μια και μοναδική φορά στην ιστορία του Μουντιάλ η διοργανώτρια χώρα δεν εξασφάλιζε απευθείας την πρόκρισή της στην τελική φάση, αλλά έπρεπε να προκριθεί μέσω προκριματικών, όπως και συνέβη με αρκετές παρασκηνιακές διαβουλεύσεις.
Αναμφίβολα, ήταν μια διοργάνωση όπου ο Μουσολίνι άσκησε αφόρητη πίεση στους αξιωματούχους της FIFA για την επιτυχή έκβαση της προπαγάνδας του και υπήρξε ξεκάθαρη διαιτητική εύνοια. Από την άλλη, σε καθαρά αγωνιστικό επίπεδο, η “Σκουάντρα Ατζούρα” διέθετε μια καλοδουλεμένη ομάδα με εξαιρετική ανασταλτική λειτουργία, έναν φοβερά καταρτισμένο και μεθοδικό προπονητή όπως ο Βιτόριο Πότζο (ο μοναδικός προπονητής που έχει κατακτήσει δύο Παγκόσμια Κύπελλα και ο μοναδικός επίσης που έχει κατακτήσει Μουντιάλ και χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο) και σπουδαίους ποδοσφαιριστές (κάποιοι εκ των οποίων “oriundi”, δηλαδή Αργεντίνοι ή Βραζιλιάνοι με ιταλικές ρίζες, όπως ο Ραϊμούντο Όρσι και ο -φιναλίστ με την “Αλμπισελέστε” το 1930- Λουίς Μόντι) με αδιαφιλονίκητο ηγέτη τον θρύλο της Ίντερ, Τζουζέπε Μεάτσα.
Ο τελικός με αντίπαλο την πολύ ισχυρή τότε Τσεχοσλοβακία στο “Εθνικό Στάδιο του Φασιστικού Κόμματος” στη Ρώμη διεξήχθη εν μέσω καύσωνα και ήταν αμφίρροπος, με τη “Σκουάντρα Ατζούρα” να ανατρέπει το εις βάρος της 0-1 και να επικρατεί με 2-1 στην παράταση χάρη στα τέρματα των Όρσι και Σκιάβιο. Από την άλλη, στον υπόλοιπο πλανήτη, και ιδίως στις δημοκρατικές χώρες, το συγκεκριμένο Μουντιάλ άφησε πικρή γεύση, καθώς η επικράτηση της Ιταλίας αποδόθηκε στον τοπικό φανατισμό των οπαδών και τον πολιτικό καταναγκασμό του καθεστώτος.
Kάθε Κυριακή




