Γκεόργκε Χάτζι ”Ο Μαραντόνα των Καρπαθίων”

0

“Παρακολουθούσα τον Γκεόργκι Χάτζι από την εφηβεία του.

Κάποια στιγμή αποφάσισα να στείλω έναν απεσταλμένο στο Βουκουρέστι, που σίγουρα με εξαπάτησε, γιατί είχε μείνει περίπου δεκαπέντε μέρες εκεί και μετά επέστρεψε και απαίτησε περισσότερα χρήματα.

Το πιο περίεργο είναι, ότι όταν μου τηλεφωνούσε όλα ήταν υπό έλεγχο, συνήθιζε να μου τηλεφωνεί από την Ρουμανία λέγοντας…

” Το γιαούρτι είναι καλό” αν η διαπραγμάτευση πήγαινε καλά ή “το γιαούρτι είναι κακό ” αν τα πράγματα περιπλέκονταν.

Συνεχίστηκε αυτό για τρία χρόνια, μέχρι να ανοίξει η αγορά και ο Μπεκάλι να πάρει τον Χάτζι και να τον πάει στην Ρεάλ.

Τον ”Μαραντόνα των Καρπαθίων”, έτσι τον έλεγαν τότε τον Χάτζι, κατάφερα να τον φέρω στην Μπρέσια το 1992.

Έμεινε στην Μπρέσια για κάνα δυο χρόνια, μαζί του κατακτήσαμε το Αγγλο-Ιταλικό Κύπελλο.

Τεράστιο ταλέντο (μετά πήγε στην Μπαρτσελόνα) αλλά μερικές φορές είχε στραβό φεγγάρι και όταν στράβωνε δεν υπήρχε περίπτωση να του αλλάξεις γνώμη, αγύριστο κεφάλι “.

Τζίνο Κοριόνι για τον Γκεόργκε Χάτζι

”Ήμουν πολύ κοντά στον Παναθηναϊκό, είχα σχεδόν συμφωνήσει αλλά το παλαιό καθεστώς του Τσαουσέσκου στην Ρουμανία δεν με άφησε.

Ήμουν πάρα πολύ κοντά, είναι η αλήθεια.

Με την Ρουμανία το 1994 είχαμε την χρυσή γενιά στο ποδόσφαιρο της χώρας. Ήταν το κράμα, που έδεσε. Χάσαμε στα πέναλτι από τη Σουηδία στα προημιτελικά.

Είναι σπουδαία εκείνη η ομάδα.

Μπορούσαμε να πάμε πιο μακριά, αλλά έτσι είναι το ποδόσφαιρο, ήμασταν άτυχοι.”

Γκεόργκι Χάτζι

Ο Γκεόργκε “Τζίκα” Χάτζι γεννήθηκε στις 5 Φεβρουαρίου 1965, είναι Ρουμάνος, με βλάχικη καταγωγή ο οποίος θεωρούταν ένας από τους σπουδαιότερους μεσοεπιθετικούς στον κόσμο, κατά τη διάρκεια των δεκαετιών 1980 και 1990 και ο σπουδαιότερος Ρουμάνος ποδοσφαιριστής όλων των εποχών.

Είχε το παρατσούκλι ο «Μαραντόνα των Καρπαθίων» και θεωρούνταν ήρωας στη χώρα του, όπου τον αποκαλούσαν Regele (“Ο Βασιλιάς”).

Οι οπαδοί της τουρκικής ομάδας Γαλατασαράι τον αποκαλούσαν Comandante.

Επτά φορές ήταν Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς στη Ρουμανία (επίδοση ρεκόρ) και θεωρείται ως ένας από τους καλύτερους ποδοσφαιριστές της γενιάς του διεθνώς.

Ξεκίνησε την καριέρα του παίζοντας για τις ομάδες νέων στη Κωστάντζα στη δεκαετία του 1970.

Αναδείχθηκε στην ομάδα της Σπορτούλ, όπου σημείωσε 53 τέρματα σε 93 αγώνες στη διάρκεια μιας τριετίας και το 1986 μεταγράφηκε στη μεγαλύτερη ομάδα της χώρας, τη Στεάουα Βουκουρεστίου, λίγο πριν τον αγώνα με την Ντιναμό Κιέβου.

Στον αγώνα αυτόν, ο οποίος ήταν ο τελικός του Ευρωπαϊκού Σούπερ Κυπέλλου, σημείωσε το μοναδικό γκολ χαρίζοντας στη νέα του ομάδα το τρόπαιο.

Με τη νέα του ομάδα κέρδισε τρία συνεχόμενα πρωταθλήματα και Κύπελλα Ρουμανίας (1987–89).

Γρήγορα ξεχώρισε για τη δημιουργικότητά του, τις ντρίπλες του, την τεχνική του κατάρτιση, την πρόβλεψη των φάσεων, τις πάσες του και για τα τελειώματά του.

Κατά τη διάρκεια των χρόνων στο σύλλογο (1987–90) έπαιξε σε 97 παιχνίδια πρωταθλήματος, σημειώνοντας 76 γκολ, και συνολικά 98 σε 107 αγώνες σε όλες τις διοργανώσεις.

Με τον σύλλογο έφτασε στον ημιτελικό του Ευρωπαϊκού Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1988 και στον τελικό τον επόμενο χρόνο, ενώ ο ίδιος ήταν ένας από τους κορυφαίους σκόρερ στην προηγούμενη χρονιά της διοργάνωσης.

Αφού εντυπωσίασε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1990, υπέγραψε με τη Ρεάλ Μαδρίτης στις 27 Ιουνίου την ίδια χρονιά.

Έπαιξε δύο σεζόν με τη Ρεάλ Μαδρίτης, οι οποίες ήταν σε μεγάλο βαθμό ανεπιτυχείς, στις οποίες σκόραρε 20 γκολ σε 84 παιχνίδια και κέρδισε μόνο ένα Σούπερ Κύπελλο.

Μερικές από τις πιο αξιομνημόνευτες παραστάσεις του για τον σύλλογο περιελάμβαναν ένα χατ-τρικ σε νίκη με 5–0 επί της Ατλέτικο Μπιλμπάο στο Στάδιο Σαντιάγκο Μπερναμπέου, την 22η αγωνιστική της σεζόν 1991–92, και μία λόμπα 40 μέτρων απέναντι στην Οσασούνα κατά την ίδια περίοδο.

Την αγωνιστική περίοδο 1992–93 αγωνίστηκε με τη Μπρέσια στην Ιταλία, αλλά ο σύλλογος είχε υποβιβαστεί την ίδια χρονιά στην δεύτερη κατηγορία.

Την επόμενη σεζόν βοήθησε τον σύλλογο να κερδίσει το Αγγλο-Ιταλικό Κύπελλο, με την Μπρέσια να νικάει τη Νοτς Κάουντι 1–0 στον τελικό, και επίσης βοήθησε την ομάδα να πετύχει την άνοδο στην πρώτη κατηγορία.

Μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994 επέστρεψε στην Ισπανία και στην Μπαρτσελόνα για δύο χρόνια, κερδίζοντας ένα ακόμα Σούπερ Κύπελλο.

Οι εμφανίσεις του στον καταλανικό σύλλογο δεν ήταν στο αναμενόμενο επίπεδο, σημειώνοντας μόνο 7 τέρματα πρωταθλήματος.

Ήταν εξαιρετικά επιτυχημένος και έγινε πολύ δημοφιλής στον επόμενο σταθμό της καριέρας του στην τουρκική Γαλατασαράι, οι οπαδοί της οποίας τον αποκαλούσαν Commandante.

Κέρδισε τέσσερις συνεχόμενους τίτλους πρωταθλήματος μεταξύ 1996 και 2000.

Το 2000, σε ηλικία 35 ετών, είχε μια από τις καλύτερες σεζόν της καριέρας του, κερδίζοντας κάθε πιθανό μεγάλο τίτλο με το σύλλογο.

Κατέκτησε το Κύπελλο UEFA 1999–00, όπου η Γαλατασαράι νίκησε την Άρσεναλ στον τελικό, στα πέναλτι, μετά από ισοπαλία 0–0 κατά τη διάρκεια του αγώνα, η οποία και έγινε ο πρώτος τουρκικός σύλλογος που κέρδισε τίτλο σε διοργάνωση της ΟΥΕΦΑ.

Ο θρίαμβος της ομάδας ακολούθησε αμέσως και τον τίτλο του Ευρωπαϊκού Σούπερ Κυπέλλου, με μια ιστορική νίκη 2–1 εναντίον του πρώην συλλόγου του Χάτζι, Ρεάλ Μαδρίτης, στην παράταση.

Η μαζική υστερία που προκλήθηκε από αυτές τις νίκες στην Κωνσταντινούπολη αύξησε τη δημοτικότητά του στους οπαδούς ακόμη περισσότερο.

Όταν αποσύρθηκε το 2001 ήταν ένας από τους πιο δημοφιλείς παίκτες τόσο στην Τουρκία όσο και στη Ρουμανία. Ωστόσο, η διεθνής αναγνώρισή του ήταν υποδεέστερη των ικανοτήτων του.

Έκανε το ντεμπούτο του με την Εθνική Ρουμανίας το 1982 σε ηλικία 18 ετών σε αγώνα εναντίον της Νορβηγίας στο Όσλο, και συμμετείχε σε τρία Παγκόσμια Κύπελλα, το 1990, το 1994, στο οποίο συμπεριλήφθηκε στην καλύτερη ομάδα της διοργάνωσης και το 1998.

Στη διοργάνωση του 1994 σημείωσε τρία τέρματα, όπου ένα από τα οποία απέναντι στην Κολομβία θεωρήθηκε από τα ωραιότερα της διοργάνωσης και ίσως όλων των Παγκοσμίων Κυπέλλων, και με τη Ρουμανία να φτάνει μέχρι τα προημιτελικά.

Αγωνίστηκε, επίσης, και σε τρία Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα, το 1984, το 1996 και το 2000.

Συνολικά φόρεσε 125 φορές τη φανέλα με το εθνόσημο της χώρας σε επίσημους αγώνες, επίδοση που ήταν ρεκόρ στην εποχή του και είναι ο δεύτερος σε συμμετοχές πίσω από τον Ντορινέλ Μουντεάνου, και πρώτος σκόρερ (μαζί με τον Αντριάν Μούτου) με 35 γκολ (Κατάλογος κορυφαίων διεθνών σκόρερ ποδοσφαίρου ανδρών ανά χώρα).

Το περιοδικό World Soccer τον συμπεριέλαβε στους 100 καλύτερους ποδοσφαιριστές του 20ού αιώνα, στην 25η θέση.

Τον Νοέμβριο του 2003, στην επετειακή εκδήλωση της ΟΥΕΦΑ, ήταν “Χρυσός Παίκτης”, τίτλος που του απονεμήθηκε από τη Ρουμανική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου, ως ο καλύτερος Ρουμάνος των τελευταίων 50 ετών.

Το 2004, συμπεριλήφθηκε στη λίστα του Πελέ, με τους 125 καλύτερους ζώντες ποδοσφαιριστές του κόσμου, σε τελετή της FIFA.

Μετά το τέλος της καριέρας του ασχολήθηκε και με την προπονητική, χωρίς μεγάλες, όμως, επιτυχίες. Ωστόσο, τη σεζόν 2004–05 πανηγύρισε ένα Κύπελλο Τουρκίας με τη Γαλατασαράι.

Πέρα από αυτό, το 2009 ίδρυσε δική του ομάδα, την Βιιτόρουλ Κονστάντσα ( FC Viitorul Constanța), στην οποία έως και σήμερα είναι ιδιοκτήτης και πρόεδρος, ενώ την ίδια χρονιά ίδρυσε και τη δική του ακαδημία ποδοσφαίρου, την “Ακαδημία Ποδοσφαίρου Γκεόργκε Χάτζι”, η οποία θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες ακαδημίες στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ