ΑρχικήΜπασκετΆρβιντας Σαμπόνις, το θαύμα της φύσης

Άρβιντας Σαμπόνις, το θαύμα της φύσης

Ο Άρβιντας Σαμπόνις αγωνιζόταν στη θέση του σέντερ, θεωρούμενος ως ο καλύτερος στη θέση του εκτός ΗΠΑ και ένας από τους κορυφαίους Ευρωπαίους καλαθοσφαιριστές όλων των εποχών.

Το 1991 ψηφίστηκε τρίτος καλύτερος καλαθοσφαιριστής στην ιστορία της FIBA.

Από το 1981 που ξεκίνησε την καριέρα του μέχρι το 2005, αγωνίστηκε σε συλλόγους της πατρίδας του, της Ισπανίας και στο NBA.

Κέρδισε έξι φορές το βραβείο Euroscar, δύο το βραβείο Mr. Europa και μία τον τίτλο του MVP του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος.

Είναι μέλος των Hall of Fame της FIBA και του Naismith Memorial Basketball Hall of Fame. Με την Εθνική ΕΣΣΔ κέρδισε το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Σεούλ (1988).

Με την Εθνική Λιθουανίας κέρδισε το χάλκινο μετάλλιο στους Ολυμπιακούς της Βαρκελώνης (1992) και της Ατλάντας (1996), ενώ συνολικά κέρδισε δέκα μετάλλια στις διεθνείς διοργανώσεις.

Ξεκίνησε να παίζει μπάσκετ στην ηλικία των 9 ετών στο σχολείο.

Σύμφωνα με τις αναμνήσεις του παίκτη, δύο χρόνια μετά την έναρξη της προπόνησης, αποφάσισε να εγκαταλείψει το άθλημα, το γυμναστήριο ήταν μακριά από το σπίτι και μετά την προπόνηση, επέστρεφε συχνά πολύ αργά.

Επιπλέον το ύψος του δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλο, μόλις τρίτος σε ύψος στην τάξη του και του άρεσε η μουσική ασχολούμενος με το ακορντεόν.

Ωστόσο, υπέκυψε στην πειθώ του προπονητή και επέστρεψε στις προπονήσεις, ενώ το 1979, στα 15 του, το ύψος του ήταν ήδη 1,98 και οι ικανότητες ενασχόλησης με την καλαθοσφαίριση εμφανείς.

Το 1979 κλήθηκε στην εφηβική εθνική ομάδα της Σοβιετικής Ένωσης.

Το 1981, ως μέλος της ομάδας μαθητών της Λιθουανίας, ο Σαμπόνις ήταν πρωταθλητής με τη σχολική ομάδα στη μαθητική Ολυμπιάδα που διοργανώθηκε στην Ελλάδα.

Έκανε το επαγγελματικό ντεμπούτο του τον Αύγουστο του 1981 (τότε με ύψος 2,13 μέτρα), με μία από τις παλαιότερες ομάδες μπάσκετ στη Λιθουανία, τη Ζάλγκιρις στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Κάουνας.

Οι πέντε πρώτες αγωνιστικές του πρωταθλήματος διεξήχθησαν στη Μόσχα και έτσι είχε την ευκαιρία να εντυπωσιάσει τον κορυφαίο προπονητή της Σοβιετικής Ένωσης, Αλεξάντερ Γκομέλσκι, που τον ήθελε και στην ΤΣΣΚΑ Μόσχας.

Έναν χρόνο αργότερα, ο Γκομέλσκι κάλεσε τον Σαμπόνις στην εθνική ανδρών της ΕΣΣΔ, αλλά εκείνος κατέθεσε ψεύτικο καρδιογράφημα, όπου αναφερόταν ότι έπασχε από αρρυθμίες.

Έτσι, δεν ενσωματώθηκε στο αντιπροσωπευτικό συγκρότημα της χώρας άμεσα, ενώ παράλληλα έδωσε κατατακτήριες εξετάσεις και πέρασε στο πανεπιστήμιο για αγροτικές σπουδές.

Η επιλογή του συγκεκριμένου πανεπιστημίου δεν ήταν τυχαία, καθώς οι φοιτητές που φοιτούσαν σε εκείνη τη σχολή δεν είχαν υποχρεωτική στρατιωτική θητεία.

Συνεπώς, κατάφερε να κερδίσει το δικαίωμα να αποφύγει να παίξει στην ΤΣΣΚΑ Μόσχας, ομάδα που συγκέντρωσε όλους τους κορυφαίους παίκτες της χώρας και είχε κατακτήσει 22 από τα 24 τελευταία πρωταθλήματα μέχρι το 1983.

Οι κανόνες διεξαγωγής όμως άλλαξαν εκείνη τη χρονιά, μέχρι τότε το πρωτάθλημα το κατακτούσε η ομάδα που τερμάτιζε στην πρώτη θέση της κανονικής περιόδου, αφού δεν υπήρχαν πλέι-οφ.

Εκείνη τη χρονιά, η ΤΣΣΚΑ τερμάτισε στη δεύτερη θέση, οπότε εφαρμόστηκε η ιδέα των τελικών ανάμεσα στον πρώτο και τον δεύτερο.

Οι δύο πρώτοι τίτλοι πήγαν στην ομάδα της Μόσχας που διαθέτοντας το γίγαντα Βλαντίμιρ Τκατσένκο κατάφερε να αναχαιτίσει την επιθετική δραστηριότητα του πολυτάλαντου αλλά σαφώς πιο αδύνατου Λιθουανού.

Το παιχνίδι του Σαμπόνις ήταν συχνά με την πλάτη στο καλάθι, με το γιγάντιο ανάστημά του να μην τον εμπόδιζε να έχει την κινητικότητα, τον συντονισμό και την ταχύτητα των κινήσεων.

Έκανε τα πάντα καλά, ριμπάουντ, κοψίματα, ασίστ, εξαιρετικό σουτ στα 4 μέτρα και όχι μόνο, φοβερό σουτ και από τη γραμμή των τριών πόντων.

Από το 1985 η κυριαρχία πέρασε στα χέρια της Ζαλγκίρις με την ενδυνάμωση του Σαμπόνις, που κέρδισε τρεις διαδοχικούς τίτλους του Σοβιετικού πρωταθλήματος και το Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων της FIBA (FIBA Intercontinental Cup) το 1986.

Στον τελικό του Μπουένος Άιρες με αντίπαλο τη Φέρρο Καρρίλ Οέστε σημείωσε 26 πόντους οδηγώντας τη σοβιετική ομάδα στη νίκη με 84–78.

Το 1986, η Ζαλγκιρις, ως πρωταθλήτρια της ΕΣΣΔ, εκπροσώπησε τη χώρα στην Ευρωλίγκα και έφτασε στον τελικό, όπου έπρεπε να αντιμετωπίσει την Τσιμπόνα Ζάγκρεμπ, που υπεράσπιζε τον τίτλο.

Το παιχνίδι διεξήχθη στη Βουδαπέστη στις 3 Απριλίου και δεν τελείωσε με τον καλύτερο τρόπο για το Σαμπόνις.

Η ομάδα του έχασε 94–82, αφού οι διαιτητές Φιορίτο και Ρήγας τον απέβαλαν για αντιαθλητική συμπεριφορά, έχοντας μέχρι εκείνο το σημείο 27 πόντους και 14 ριμπάουντ.

Η επιθετική του παραγωγικότητα έφθασε σε ρεκόρ καριέρας σε αγώνα με την Ντιναμό Μόσχας πετυχαίνοντας 57 πόντους.

Ο τραυματισμός του το 1986 (συχνά αναφέρεται σε αγώνα με την Τσιμπόνα Ζάγκρεμπ) τον οδήγησε να χάσει τον πρώτο τελικό αγώνα του πρωταθλήματος εναντίον της ΤΣΣΚΑ στον οποίο ο Λιθουανικός σύλλογος έχασε.

Μετά από αυτό, ο Σαμπόνις επανήλθε (δεχόμενος ισχυρή εξωτερική πίεση), η Ζαλγκίρις νίκησε την ομάδα της Μόσχας δύο φορές στη σειρά και έγινε ξανά πρωταθλήτρια της χώρας. Αλλά δύο μήνες αργότερα, ο παίκτης είχε υποτροπή- ρήξη Αχίλλειου τένοντα.

Ακολούθησε νέα υποτροπή κατά τη διάρκεια προπόνησης στις αρχές του 1988.

Χρειάστηκε χρονικό διάστημα ενάμιση χρόνου συνολικά για να ανακάμψει.

Το 1989, η Σοβιετική Ομοσπονδία μετά την κατάκτηση του χρυσού Ολυμπιακού μεταλλίου, επέτρεψε στους παίκτες της εθνικής ομάδας να αγωνιστούν στο εξωτερικό και ο Σαμπόνις υπέγραψε με την ισπανική Βαγιαδολίδ της ACB Λίγκας.

Εκεί παρέμεινε για τρία χρόνια επιβεβαιώνοντας την ανάκαμψή του, παρά το γεγονός ότι η ταχύτητά του δεν ήταν αυτή του παρελθόντος και η αυτοπεποίθηση του περιορισμένη.

Ο μεσολαβητής των διαπραγματεύσεων μεταξύ του ισπανικού συλλόγου και της σοβιετικής πλευράς ήταν ο Γκομέλσκι, ο κύριος πρωταγωνιστής στην αλλαγή στάσης της πολιτικής ηγεσίας στα ζητήματα μεταγραφών των παικτών.

Στις 7 Νοεμβρίου 1989 σημείωσε ρεκόρ καριέρας στην Ισπανία με 44 πόντους απέναντι στη Ρεάλ Μαδρίτης έχοντας 17 στις 23 προσπάθειες και ακόμα 12 ριμπάουντ.

Με τη μικρή ισπανική ομάδα κατάφερε να φτάσει στα πλέι-οφ του πρωταθλήματος και τις τρεις χρονιές, ενώ έφτασε και στα ημιτελικά του Κυπέλλου Κόρατς.

Το 1992, μετά τη Βαγιαδολίδ, εντάχθηκε στην ισπανική Ρεάλ Μαδρίτης, μαζί με την οποία κέρδισε δύο τίτλους Ισπανικού πρωταθλήματος και τον τίτλο της Ευρωλίγκας το 1995 με νίκη στον τελικό επί του Ολυμπιακού με 73–61.

Ήταν πρώτος σκόρερ της συνάντησης με 23 πόντους και πολυτιμότερος παίκτης των τελικών.

Ο τεχνικός των «ερυθρόλευκων» Γιάννης Ιωαννίδης δήλωσε τότε ότι «πέντε ημέρες να παίζαμε τον τελικό, όσο ήταν ο Σαμπόνις στο γήπεδο δεν κερδίζαμε ποτέ».

Κατά τη διάρκεια της κανονικής περιόδου 1994–95 με τη Ρεάλ, οι μέσοι όροι ήταν 22,8 πόντοι, 13,2 ριμπάουντ, 2,6 κοψίματα και 2,4 ασίστ ανά παιχνίδι.

Με τη Ρεάλ έφτασε σε τρεις τελικούς του πρωταθλήματος κερδίζοντας τον τίτλο του πολυτιμότερου παίκτη και τις τρεις φορές.

Στις 31 Μαρτίου 1995 και το εκτός έδρας παιχνίδι της Ρεάλ Μαδρίτης με την Ορένσε για την 36η αγωνιστική της Ισπανικής Λίγκας ο Λιθουανός σέντερ είχε συγκεντρώσει 66 βαθμούς στο σύστημα αξιολόγησης, επίδοση που παραμένει ρεκόρ μέχρι και σήμερα.

Συγκεκριμένα είχε τελειώσει τον αγώνα έχοντας 32 πόντους με 10/15 δίποντα, 2/2 τρίποντα, 6/6 βολές, 27 ριμπάουντ, 3 ασίστ, 5 κλεψίματα, 5 κοψίματα και 6 λάθη σε 40 λεπτά.

Στα 31 του χρόνια, έφυγε από το Ισπανικό Πρωτάθλημα μετά από 235 αγώνες και με μέσο όρο 20,3 πόντους, 12,4 ριμπάουντ και 2,0 ασίστ σε 33 λεπτά αγωνιστικής παρουσίας.

Παρά το συγκριτικά μικρό χρονικό διάστημα παραμονής στη Ισπανία είναι 6ος ριμπάουντερ στην ιστορία του ισπανικού πρωταθλήματος έχοντας τον υψηλότερο μέσο όρο.

Επιλέχθηκε αρχικά από τους Ατλάντα Χοκς, όντας η 77η συνολική επιλογή του ντραφτ του 1985.

Ωστόσο, η επιλογή ακυρώθηκε, επειδή ο Σαμπόνις ήταν κάτω των 21 ετών κατά το χρόνο του ντραφτ.

Παρά τον σοβαρό τραυματισμό στον Αχίλλειο τένοντα, επιλέχθηκε από τους Πόρτλαντ Τρέιλ Μπλέιζερς, με την 24η συνολική επιλογή στο ντραφτ του NBA του 1986.

Ο Σαμπόνις δεν είχε το δικαίωμα να παίξει στις ΗΠΑ, παρά την προσπάθεια του προπονητή της LSU Tigers, Ντέιλ Μπράουν, που είχε σχεδιάσει με τον παίκτη να σπουδάζει και να παίζει στο κρατικό πανεπιστήμιο της Λουιζιάνα, διατηρώντας έτσι τον ερασιτεχνικό του χαρακτήρα. Ο παίκτης ήθελε να συμμετάσχει στους επερχόμενους Ολυμπιακούς Αγώνες, ευκαιρία που είχε χάσει το 1984 με το πολιτικό μποϊκοτάζ της ΕΣΣΔ.

Ωστόσο, πήγε στο Πόρτλαντ μετά και τη δεύτερη χειρουργική επέμβαση που απαιτήθηκε από την υποτροπή του, για να αποκαταστήσει τον τραυματισμό του με το ιατρικό προσωπικό των Μπέιζερς τον Απρίλιο του 1988, προπονούμενος παράλληλα και με την ομάδα.

Μετά την περίοδο 1994–95, Σαμπόνις και Πόρτλαντ επικοινώνησαν για την πιθανή μετακίνηση στο NBA.

Πριν υπογράψει τον Σαμπόνις, ο γενικός διευθυντής των Μπλέιζερς, ζήτησε από τον ιατρό της ομάδας να εξετάσει τις ακτινογραφίες του Λιθουανού σέντερ.

Ανεξάρτητα από τον αντίκτυπο των πολυάριθμων τραυματισμών του Σαμπόνις, ο Μπομπ Γουίτσιτ γενικός διευθυντής στους Μπλέιζερς εκείνη την εποχή υπενθύμισε σε συνέντευξη του 2011 ότι όταν ο γιατρός ανέφερε τα αποτελέσματα, «δήλωσε ότι ο Άρβιντας θα μπορούσε να είναι κατάλληλος για μια θέση στάθμευσης στη θέση ανθρώπων με ειδικές ανάγκες, με βάση μόνο την ακτινογραφία».

Οι Μπλέιζερς τελικά συμφώνησαν με τον αθλητή.

Στις 30 Σεπτεμβρίου 1995, ο 31χρονος Λιθουανός υπέγραψε με τους Μπλέιζερς και στις 3 Νοεμβρίου έκανε το ντεμπούτο του στο ΝΒΑ με αντίπαλο τους Βανκούβερ Γκρίζλις με 10 πόντους και 7 ριμπάουντ.

Είχε μία επιτυχημένη πρώτη χρονιά με μέσο όρο 14,5 πόντους, με 55 % ποσοστό ευστοχίας και 8,1 ριμπάουντ ανά παιχνίδι, ενώ έπαιζε λιγότερο από 24 λεπτά ανά παιχνίδι.

Ο Σαμπόνις επιλέχθηκε στην πρώτη ομάδα All-Rookie και ήταν επιλαχόντας και για τον τίτλο του καλύτερου ρούκι και του έκτου παίκτη της χρονιάς.

Οι μέσοι όροι έφτασαν τους 23,6 πόντους και 10,2 ριμπάουντ ανά παιχνίδι, στην πρώτη σειρά πλέι-οφ της καριέρας του ΝΒΑ αλλά το Πόρτλαντ έχασε από τη Γιούτα, σε πέντε παιχνίδια. Κατά μέσο όρο έφτασε τους 16,0 πόντους, 10,0 ριμπάουντ και 3,0 ασίστ ανά παιχνίδι, το 1997–98, όλα τα υψηλότερα στη σταδιοδρομία του στο ΝΒΑ.

Τον Ιανουάριο του 1997 πέτυχε και το ρεκόρ καριέρας στο NBA με 33 πόντους απέναντι στους Ντάλας Μάβερικς.

Κατά τη διάρκεια της πρώτης παρουσίας του στο Πόρτλαντ, οι Μπλέιζερς έφταναν πάντοτε τα πλέι-οφ, ενώ μεταξύ του 1998 και του 1999 η ομάδα του Όρεγκον άλλαζε μεγάλα τμήματα του ρόστερ της, προκειμένου να ανταγωνιστεί για το πρωτάθλημα NBA, με τον Σαμπόνις να παραμένει ο μόνος παίκτης στις αρχικές πέντε σεζόν.

Κατά τη διάρκεια της καριέρας του στο NBA κέρδισε τρεις φορές τον τίτλο Euroscar του καλύτερου Ευρωπαίου καλαθοσφαιριστή, μετά από τους τρεις πρώτους που είχε κατακτήσει τη δεκαετία του 1980.

Ο αριθμός τίτλων εξακολουθεί να παραμένει ακατάρριπτο ρεκόρ.

Τα σωματικά προσόντα με τις τέλειες αναλογίες και η τεχνική του Σαμπόνις ήταν απαράμιλλα γι’ αυτό και ονομάστηκε «θαύμα της φύσης».

Ήταν εξαιρετικός στις τελικές πάσες (ασίστ-συχνά με περίτεχνο τρόπο), σούταρε από την περιφέρεια με επιτυχία (προσπάθειες τρίποντων δεν ήταν τόσο σπάνιες) και ήταν ανίκητος, όπως είναι φυσικό στη ρακέτα.

Η νοημοσύνη που έδειχνε με τον τρόπο παιχνιδιού του ήταν ιδιαίτερα υψηλή, στοιχείο που του επέτρεψε να αγωνιστεί με επιτυχία και σε μεγάλη ηλικία, παρά τα προβλήματα τραυματισμών, που εκτός του Αχίλλειου τένοντα περιελάμβαναν μικρότερους στα γόνατα και τους αστραγάλους.

Η έφεσή του στα ριμπάουντ με το ογκώδες, δυνατό σώμα των 2,20 μέτρων και των 127–132 κιλών (στην περίοδο μετά τον τραυματισμό του), αλλά και η μαεστρία με την οποία έστηνε τα σκριν για τους συμπαίκτες του, τον μετέτρεψαν σε κορυφαία απειλή για κάθε άμυνα.

Το ερώτημα που συχνά περιβάλλει την καριέρα του στο ΝΒΑ, περιστρέφεται γύρω από το πόσο καλός θα μπορούσε να ήταν, αν έπαιζε στο NBA κατά τη διάρκεια της ακμής του.

Ο Σαμπόνις ήταν σχεδόν 31 ετών όταν μπήκε στους Μπλέιζερς, οπότε και είχε ήδη κερδίσει πολλούς τίτλους και χρυσά μετάλλια, υπέφερε από πολλούς τραυματισμούς και είχε χάσει μέρος της κινητικότητας και του αθλητισμού του.

Στο «Βιβλίο του Μπάσκετ l» του Bill Simmons, ο Σαμπόνις, ως διεθνής παίκτης είναι εξιδανικευμένος, ενώ ο Άρβιντας Σαμπόνις των Μπλέιζερς, περιγράφεται ως «ξυλεμένος πάνω και κάτω από το γήπεδο».

Στην άποψη του Ντέιβιντ Θορπ του ESPN, θα ήταν ο καλύτερος ψηλός στην ιστορία του NBA και ενδεχόμενα ένας κορυφαίος πάουερ φόργουορντ, αν είχε παίξει ολόκληρη τη σταδιοδρομία του εκεί.

Ο Μπομπ Γουίτσιτ -ανέλαβε την αναμόρφωση των Μπλέιζερς το 1994- έχει δηλώσει ότι εάν πήγαινε στο Πόρτλαντ χωρίς προβλήματα θα είχε επίδραση στο άθλημα ανάλογη με αυτή του Μάικλ Τζόρνταν.

Σύμφωνα με την άποψη του Κλάιντ Ντρέξλερ, εάν ο Σαμπόνις ήταν σε θέση να περάσει την ακμή του στο Πόρτλαντ, δίπλα στην πληθώρα σπουδαίων παικτών της ομάδας, «οι Μπλέιζερς θα είχαν πέντε ή έξι τίτλους ΝΒΑ».

Μετά τη σεζόν 2000–01, ο Σαμπόνις αρνήθηκε να υπογράψει επέκταση συμβολαίου με τους Πόρτλαντ Τρέιλ Μπλέιζερς και αποσύρθηκε από το NBA.

Με τα δικά του λόγια, «ήταν κουρασμένος ψυχικά και σωματικά».

Αντί αυτού, επέστρεψε στην Ευρώπη, όπου υπέγραψε μονοετή συμφωνία με τη Ζαλγκίρις Κάουνας, αναμένοντας να συμμετάσχει στην ομάδα για τα πιο σημαντικά παιχνίδια της σεζόν. Εντούτοις, κατέληξε να λείπει όλη τη σεζόν, να ξεκουράζεται και να αναρρώνει από τους τραυματισμούς.

Ο Σαμπόνις επέστρεψε στην ομάδα του Πόρτλαντ για μία τελευταία περίοδο, το 2002–03, όπου αγωνίστηκε κατά μέσο όρο για 15,5 λεπτά.

Συνολικά στο ΝΒΑ μέτρησε 5.629 πόντους, 3.436 ριμπάουντ και 964 ασίστ.

Ο τελευταίος σταθμός της μακρόχρονη καριέρα του ήταν η Ζάλγκιρις για να παίξει μία ακόμη σεζόν, το 2003–04. Αγωνιζόταν για περίπου 30 λεπτά και το βάρος του είχε ανέβει στα 140 κιλά.

Ο ίδιος οδήγησε την ομάδα στο τοπ-16 της Ευρωλίγκας εκείνο το έτος και ονομάστηκε MVP της κανονικής περιόδου και του τοπ-16 στην ηλικία των 39 ετών.

Ο τελευταίος του αγώνας σε διεθνή διασυλλογική διοργάνωση ήταν με τη Μακάμπι Τελ Αβίβ (107–99), όπου σημείωσε 29 πόντους σε 30 λεπτά και ως είθισται, στις μεγάλες συναντήσεις είτε με την εθνική Λιθουανίας ή με τη Ζαλγκίρις, αποβλήθηκε με 5 φάουλ.

Έγινε επίσης πρόεδρος της ομάδας και μέτοχος ενισχύοντας το σύλλογο που βρισκόταν σε οικονομικό αδιέξοδο.

Αποχώρησε επίσημα από το επαγγελματικό μπάσκετ το 2005 στα 41 του χρόνια.

Παρά την αρχική του αποφυγή, έκανε το ντεμπούτο του με την εθνική ομάδα της ΕΣΣΔ στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του 1982, κατακτώντας το χρυσό μετάλλιο με νίκη επί της εθνικής ομάδας των ΗΠΑ με σκορ 95–94 στον τελικό.

Στον τελευταίο αγώνα, καθώς και σε άλλους σημαντικούς αγώνες της διοργάνωσης, ο Γκομέλσκι δεν τον χρησιμοποίησε αρκετά επικαλούμενος την έλλειψη εμπειρίας. Ο μέσος όρος του ήταν 9,6 πόντοι.

Την ίδια χρονιά είχε συμμετάσχει σε περιοδεία της εθνικής στις ΗΠΑ και είχε εντυπωσίασε με το Μπόμπι Νάιτ να τον θεωρεί τον καλύτερο νέο παίκτη του κόσμου.

Η καθιέρωση στην εθνική ομάδα ήρθε στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1983 στη Γαλλία, όπου ήταν πρώτος σκόρερ της Σοβιετικής ομάδας με μέσο όρο 17,7 πόντους, καλύτερη εμφάνιση με 28 πόντους με αντίπαλο την Ολλανδία, επίδοση ρεκόρ για παίκτη κάτω των 20 ετών που παραμένει, ενώ στο χαμένο ημιτελικό με την Ισπανία (95–94) 26 πόντους.

Τότε το ύψος του είχε ανέβει στα 2,16 μέτρα.

Το 1985 η εθνική ομάδα της ΕΣΣΔ στη Στουτγκάρδη της Γερμανίας έγινε πρωταθλήτρια Ευρώπης.

Ο Σαμπόνις ήταν πρώτος σκόρερ της ομάδας με μέσο όρο 20,1 πόντους, σημείωσε 34 πόντους στο ντέρμπι του πρώτου γύρου με τη Γιουγκοσλαβία (105–97) και 36 πόντους στον ημιτελικό με την Ιταλία (112–96).

Στον τελικό, η ΕΣΣΔ νίκησε την εθνική ομάδα της Τσεχοσλοβακίας με μεγάλη διαφορά (120–89), ο Σαμπόνις σημείωσε 23 πόντους και είχε 15 ριμπάουντ, ψηφίστηκε καλύτερος παίκτης της διοργάνωσης και έτσι καθιερώθηκε ως ο καλύτερος παίκτης στην ευρωπαϊκή ήπειρο στα 21 του χρόνια κερδίζοντας για δεύτερη συνεχή χρονιά τον τίτλο Euroscar που απονέμεται ετήσια στον κορυφαίο Ευρωπαίο παίκτη από την ιταλική εφημερίδα Gazzetta dello Sport.

Στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του 1986 ήταν πρωταγωνιστής του ημιτελικού με τη Γιουγκοσλαβία (91–90) σημειώνοντας 25 πόντους και ένα τρίποντο, που επέστρεψε στους Σοβιετικούς να ανέτρεψαν διαφορά εννέα πόντων (85–76) στα τελευταία 47 δευτερόλεπτα κερδίζοντας το εισιτήριο του τελικού στην παράταση, με το Σαμπόνις να έχει και τις δύο τελευταίες προσπάθειες επιτυχημένες στον επιπλέον χρόνο.

Στον τελικό όμως η Αμερικανοί επικράτησαν με 87–85.

Μετά τον τραυματισμό του έκανε την εμφάνισή του στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Σεούλ σε αγώνα με αντίπαλο την εθνική Γιουγκοσλαβίας.

Οι γιατροί του Πόρτλαντ προσπάθησαν να ασκήσουν έφεση κατά της απόφασης να αγωνιστεί, θεωρώντας επισφαλή την επιστροφή του ποσού στην ενεργό δράση αλλά η απόφαση του ιδίου ήταν να αγωνιστεί.

Η εθνική ομάδα της ΕΣΣΔ έχασε καθαρά (79–92), με το Λιθουανό να αγωνίζεται σχεδόν σε ολόκληρο τον αγώνα, ουσιαστικά χωρίς αντικαταστάσεις.

Οι άλλοι αγώνες της διοργάνωσης ήταν νικηφόροι για την ΕΣΣΔ.

Ο Γκομέλσκι έδωσε στον Σαμπόνις αυτοπεποίθηση και του είχε περάσει το μήνυμα της συνετής αγωνιστικής παρουσίας, κάτι που δεν ήταν χαρακτηριστικό του σε αρκετούς αγώνες πριν τον τραυματισμό του.

Στους ημιτελικούς, η ομάδα της ΕΣΣΔ ξεπέρασε την εθνική ομάδα των ΗΠΑ με σκορ 82–76, έχοντας πρωταγωνιστή το Σαμπόνις.

Σημείωσε 13 πόντους και είχε ισάριθμα ριμπάουντ, εξουδετέρωσε τον Ντέιβιντ Ρόμπινσον, καλύτερο Αμερικανό παίκτη με σπουδαία καριέρα μετέπειτα στο NBA και με μακρινές πάσες έδωσε την ευκαιρία σε συμπαίκτες του να σημειώσουν εύκολα καλάθια σε αιφνιδιασμούς.

Ο αγώνας της 28ης Σεπτεμβρίου 1988 ονομάστηκε τότε «ο αγώνας του αιώνα» και ίσως ήταν η σημαντικότερη αιτία για την απόφαση της FIBA ένα χρόνο αργότερα στο συνέδριο του Ελσίνκι να επιτρέψει τη συμμετοχή και επαγγελματιών στους Ολυμπιακούς Αγώνες, κάτι που ξεκίνησε στην αμέσως επόμενη διοργάνωση.

Στον τελικό, η εθνική ομάδα της ΕΣΣΔ πήρε τη ρεβάνς από τη Γιουγκοσλαβία νικώντας 76–63 (με 20 πόντους και 15 ριμπάουντ του Λιθουανού παρά την παρουσία των σπουδαίων αντιπάλων Βλάντε Ντίβατς, Στόγιαν Βράνκοβιτς και Ντίνο Ράτζα, οι οποίοι αποδείχθηκαν αδύναμοι να τον αντιμετωπίσουν), η οποία επέτρεψε στους σοβιετικούς παίκτες να κερδίσουν το χρυσό μετάλλιο του Ολυμπιακού τουρνουά για δεύτερη φορά στην ιστορία τους μετά το 1972.

Το 1992, ο Σαμπόνις αγωνίστηκε με την εθνική ομάδα της Λιθουανίας στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Βαρκελώνης.

Κατά τη διάρκεια της διοργάνωσης, οι Λιθουανοί έχασαν δύο φορές, για πρώτη φορά στο προκαταρκτικό στάδιο η εθνική ομάδα της Λιθουανίας έχασε από την Ενωμένη ομάδα της πρώην ΕΣΣΔ (80–92) και στους ημιτελικούς με σκορ 76–127 από την εθνική ομάδα των ΗΠΑ με το Ρόμπινσον να παίρνει τη ρεβάνς από το Σαμπόνις, αν και σημείωσαν ίδιο αριθμό πόντων. Στον αγώνα για το χάλκινο μετάλλιο, η Λιθουανία κατάφερε να νικήσει την ομάδα από τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες με 82–77.

Ο Σαμπόνις σημείωσε 27 πόντους και μάζεψε 16 ριμπάουντ στη συνάντηση, ενώ οι μέσοι όροι της διοργάνωσης ήταν 25,3 πόντοι και 13,2 ριμπάουντ.

Αυτός ο αγώνας του χάλκινου μεταλλίου ήταν ιδιαίτερα σημαντικός δεδομένης της αμφισβητούμενης ιστορίας μεταξύ των δύο ομάδων τόσο σε πολιτικό όσο και σε αθλητικό επίπεδο.

Ο Σαμπόνις είπε χαρακτηριστικά: «Το μετάλλιο στη Σεούλ (το 1988 με την ΕΣΣΔ) ήταν χρυσό, αλλά αυτό το χάλκινο είναι η ψυχή μας» αφιερώνοντας τη νίκη στο λαό της πατρίδας του.

Η τρίτη θέση – μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κροατία – ανέβασε τους παίκτες στην κατάταξη των εθνικών ηρώων, οι οποίοι στη Λιθουανία, πιθανά η πιο μπασκετική χώρα στην Ευρώπη με το άθλημα πρώτο σε δημοτικότητα, έτυχαν υποδοχής σαν να είχαν επιστρέψει μετά την ολοκλήρωση της πρώτης αποστολής στον Άρη στο ιστορία της ανθρωπότητας.

Στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα της Αθήνας το 1995 είχε πολύ καλές εμφανίσεις, ήταν πρώτος ριμπάουντερ της διοργάνωσης με μέσο όρο 15,3 ανά αγώνα, 22,0 πόντους (δεύτερος σκόρερ) και κατέκτησε το αργυρό μετάλλιο μετά από μεγάλη μονομαχία στον τελικό με τη Γιουγκοσλαβία.

Το 1996, η εθνική ομάδα της Λιθουανίας με επικεφαλής το Σαμπόνις, στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα επανέλαβε την επιτυχία κατακτώντας το χάλκινο μετάλλιο όπως πριν από τέσσερα χρόνια έχοντας μέσους όρους 16,8 πόντους και 10,1 ριμπάουντ στο τουρνουά. Οι βασικότεροι παίκτες της ομάδας ήταν ακόμα οι πρωταθλητές της Σεούλ του 1988.

Ο Σαμπόνις ψηφίστηκε καλύτερος Λιθουανός αθλητής της χρονιάς για τέταρτη φορά στην καριέρα του.

Μετά την αποχώρησή του από το άθλημα ίδρυσε σχολή μπάσκετ στη χώρα του.

Το 2008 συμπεριλήφθηκε από την Ευρωλίγκα στους 50 σπουδαιότερους συνεισφέροντες στην ιστορία της διοργάνωσης.

Στις 24 Οκτωβρίου 2011, ψηφίστηκε ως ο επόμενος Πρόεδρος της Λιθουανικής Ομοσπονδίας Μπάσκετ, αντικαθιστώντας τον Βλάδας Γκαράστας, ο οποίος είχε τη θέση στην LBF από το 1991.

Αποχώρησε από τη θέση στις 2 Οκτωβρίου 2013, αλλά επέστρεψε σε αυτήν στις 10 Οκτωβρίου 2013.

Στις 6 Ιουνίου 2016, επανεκλέχθηκε πρόεδρος της Ομοσπονδίας για τα επόμενα τέσσερα χρόνια.

Τον Ιούνιο του 2020, ανακοινώθηκε η παραμονή του στη θέση για ακόμα ένα χρόνο.

Ο Σαμπόνις θεωρείται ο κορυφαίος αθλητής της Λιθουανίας του 20ού αιώνα.

Το 1997 κυκλοφόρησε η ταινία ντοκιμαντέρ «Sabas» (συχνά τον αποκαλούσαν έτσι), δημιουργός της οποίας ήταν ο Λιθουανός σκηνοθέτης Vytautas Landsbergis.

Η ταινία ασχολήθηκε με τη σταδιοδρομία, τα γεγονότα από την προσωπική ζωή του αθλητή και τα επιτεύγματά του.

Ένας άλλος σκηνοθέτης, ο Rimvydas Vyekavičius, αποφάσισε να συνοψίσει τα αθλητικά επιτεύγματά του, δημοσιεύοντας ένα ντοκιμαντέρ με τίτλο «Κεφάλι και ώμοι πάνω».

Η ταινία παρουσιάστηκε στο ευρύ κοινό το 2014.

Τελευταία Αρθρα

H πρώτη κατάκτηση Euro απο την Ιταλία, εν έτει 1968

Στις 21:15 της 10ης Ιουνίου 1968, σε ένα μισοάδειo Ολίμπικο επρόκειτο να πραγματοποιηθεί η...

Μπουφόν: ”Είναι πολύ δύσκολη η θέση του τερματοφύλακα”

"Ο τερματοφύλακας είναι ο χειρότερος ρόλος που μπορεί να υπάρξει για έναν αθλητή. Οι ευθύνες...

Η αρχή της βασιλείας του Πελέ στον ποδοσφαιρικό κόσμο

Δεν ξεκινούν όλοι οι θρύλοι δυνατά. Άλλοι το κάνουν σιωπηλά, ίσως με τα πρώτα σημάδια,...

Ο Μοχάμεντ Σαλάχ, με πείσμα και επιμονή έφτασε στην κορυφή

Ο Μοχάμεντ Σαλάχ είναι χωρίς αμφιβολία ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς επιθετικούς παίκτες της...

Παρομοια αρθρα

Τζέρι Γουέστ, ένας θρύλος του NBA

Ξεκίνησε την καριέρα ως σμολ φόργουορντ και ξεχώρισε στο γυμνάσιο και στο Πανεπιστήμιο της...

Κάιλ Χάινς, ένας σέντερ στα 1,98 

"Ήμουν πολύ απογοητευμένος που δεν με επέλεξαν στο ντραφτ του ΝΒΑ. Ήξερα ότι το ύψος...

Ευθύμης Ρεντζιάς, ένα μεγάλο ταλέντο του ελληνικού μπάσκετ

Ο Ευθύμης Ρεντζιάς γεννήθηκε στην Πάτρα, στις 11 Ιανουαρίου 1976, είναι Έλληνας πρώην διεθνής...