Mαρτυρία από τον Alan Ruschel, έναν από τους επιζώντες της αεροπορικής τραγωδίας της Chapecoense.
“Θυμάμαι την προειδοποίηση του πιλότου ότι θα προσγειωθούμε, κάναμε έναν γύρο, άλλον έναν γύρο και τίποτα… δεν προσγειωθήκαμε.
Ξαφνικά, σε έναν από αυτούς τους γύρους, όλα τα φώτα του αεροπλάνου έσβησαν, όλα σιωπήσαν.
Κανείς δεν ούρλιαξε, δεν υπήρξε πανικός, μόνο αυτή η αίσθηση του «τι συμβαίνει;»
Ήρθε μια πολύ ισχυρή ανατάραξη, χτύπησε ο συναγερμός και δεν μπορώ να θυμηθώ τίποτα άλλο.
Ήθελα να ταξιδέψω μόνος μου, να κάτσω λίγο ήσυχα, οπότε πήγα να ξαπλώσω στην πίσω σειρά, αλλά δίπλα μου κάθισε ένας δημοσιογράφος.
Μετά πήγαμε στον Follmann, που ήταν μόνος, για να μπορέσω να κάτσω μαζί του…
Και έτσι σώσαμε ο ένας τον άλλον.
Οι διασώστες μου είπαν ότι ήμουν σοκαρισμένος, ότι ζήτησα να τηλεφωνήσουν στον μπαμπά μου, ότι έψαχνα την βέρα μου, αλλά εγώ δεν θυμάμαι τίποτα από αυτά.
Μου είπαν ότι επαναλάμβανα συνεχώς ότι κρύωνα, ότι με πονούσε η πλάτη και το χέρι μου. Είχα ένα ξυλάκι καρφωμένο στο χέρι μου, γι’ αυτό έχω μια τεράστια ουλή εκεί, και η πλάτη μου πονούσε τρομερά . Μάλιστα, έπρεπε να με χειρουργήσουν επειδή είχα αρκετά κατάγματα σπονδύλων”.




