«Έληξε! Έληξε! Έληξε!».
Για πρώτη φορά μία λέξη, ειπωμένη τρεις φορές, έλεγε τόσα πολλά για έναν λαό.
Διότι αυτά τα λόγια του ραδιοσχολιάστη Χέρμπερτ Τσίμερμαν στις 4 Ιουλίου 1954, ύστερα από τη νίκη της Δυτικής Γερμανίας επί της Ουγγαρίας με 3-2, δεν ήταν μία απλή έκρηξη χαράς για μία απρόσμενη ποδοσφαιρική επιτυχία. Συμβόλιζε και το τέλος μίας μακράς περιόδου εσωστρέφειας για τους ηττημένους του Βʼ Παγκοσμίου Πολέμου.
«Η Γερμανία είναι παγκόσμια πρωταθλήτρια», συνέχιζε στην περιγραφή του ο παραληρών Τσίμερμαν, την ώρα που οι 60.000 φίλαθλοι που βρίσκονταν στις κερκίδες προσπαθούσαν να συνειδητοποιήσουν τι είχε συμβεί. Πώς έγινε και έχασε η υπέροχη ομάδα της Ουγγαρία για πρώτη φορά έπειτα από 31 αγώνες και μάλιστα από την ομάδα την οποία είχε συντρίψει με 8-3 στον πρώτο γύρο.
Το «θαύμα της Βέρνης», όπως έχει μείνει στην ιστορία, παραμένει η μεγαλύτερη έκπληξη σε τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου, έδωσε πίσω στον λαό της Γερμανίας την χαμένη του αξιοπρέπεια και αποτέλεσε πηγή έμπνευσης του σκηνοθέτη Σένκε Βόρτμαν, για την εξαιρετική ταινία με τον ίδιο τίτλο, η οποία προβλήθηκε στις κινηματογραφικές αίθουσες το 2003.
Το σοκ που προκάλεσε το αποτέλεσμα ήταν μεγάλο. Η Ουγγαρία του Πούσκας, του Κότσις, του Χιντεγκούτι, του Τσίμπορ και του Λόραντ, η ομάδα που είχε ταπεινώσει δύο φορές τους υπερόπτες Άγγλους πριν το Μουντιάλ, αλλά και τους ίδιους Δυτικογερμανούς κατά τη διάρκεια της διοργάνωσης, είχε βρεθεί στο καναβάτσο. «Όταν σταθήκαμε μπροστά στην εξέδρα για να πάρουμε τα μετάλλια μας και άρχισε να παίζει ο γερμανικός εθνικός ύμνος, συνειδητοποίησα ξαφνικά ότι είχε συμβεί κάτι απρόσμενο», εξομολογείται ο τερματοφύλακας των Ούγγρων, Γκιούλα Γκρόσιτς. Πράγματι, αυτό το 3-2 και μάλιστα με τον τρόπο με τον οποίο επιτεύχθηκε, ήταν ένα πραγματικό θαύμα και, σίγουρα, έχει παίξει τον πιο καθοριστικό ρόλο για τη δημιουργία του μύθου που θέλει τους Γερμανούς ικανούς για τα πιο απίθανα πράγματα που μπορεί να φανταστεί κανείς στο ποδόσφαιρο.
Ήρωας του τελικού ήταν ο Χέλμουτ Ραν, στον οποίο εστιάζεται και το κινηματογραφικό «Θαύμα της Βέρνης». Όπως κι άλλοι πρωταγωνιστές στις μεγάλες ποδοσφαιρικές επιτυχίες των Γερμανών που ακολούθησαν, έτσι κι εκείνος είχε αρχίσει τη διοργάνωση ως εφεδρικός. Στον όμιλο αγωνίστηκε μόνο στη συντριβή με 8-3 από τους Ούγγρους, μαζί με αρκετούς ακόμα αναπληρωματικούς συμπαίκτες του, μια και ο Ζεπ Χερμπέργκερ προτιμούσε για τη θέση του δεξιού εξτρέμ τον Μπέρνι Κλοντ. Όμως, ο πολυμήχανος προπονητής των «πάντσερ» αποφάσισε να εμπιστευθεί τον Ραν στον προημιτελικό με τη Γιουγκοσλαβία, ποντάροντας στο αντισυμβατικό παιχνίδι του, το οποίο συμβάδιζε με τον παρορμητικό χαρακτήρα του. Ήξερε ότι έτσι όπως έπαιζε η ομάδα του θα δυσκολευόταν απέναντι σε πιο σοβαρούς αντιπάλους και ρίσκαρε χρησιμοποιώντας έναν λιγότερο πειθαρχημένο ποδοσφαιριστή, ο οποίος όμως μπορούσε να κάνει τη διαφορά. Η δικαίωση ήλθε, μια και ο Ραν πέτυχε το γκολ της νίκης επί των «πλάβι» και ήταν εξίσου καλός, αν και δεν σκόραρε, στο άνετο 6-1 επί της Αυστρίας στον ημιτελικό.
Στον τελικό, το «αφεντικό» (όπως ήταν το παρατσούκλι του Ραν) δημιούργησε το πρώτο γκολ με το οποίο η Δυτική Γερμανία ξαναμπήκε στο ματς μετά τα δύο γρήγορα γκολ των Πούσκας (ο οποίος έπαιζε χωρίς να είναι 100% έτοιμος, μετά τον τραυματισμό του από τον Λίμπριχ στο 8-3 του ομίλου) και Τσίμπορ. Λίγο αργότερα πέτυχε ο ίδιος το 2-2 με κοντινό πλασέ, εκμεταλλευόμενος και το φάουλ που έκανε ο Σέφερ στον Γκρόσιτς. Η βροχή που έπεφτε στη Βέρνη πριν από την έναρξη του τελικού είχε βαρύνει τον χλοοτάπητα και αυτό δυσχέραινε τις προσπάθειες των Μαγυάρων, οι οποίοι όμως συνέχισαν να διατηρούν τον έλεγχο του παιχνιδιού και να χάνουν σωρηδόν τις ευκαιρίες. Μέχρι το 84ʼ. Η μπάλα έφτασε στον Ραν λίγο έξω από την περιοχή, ύστερα από απόκρουση αμυνόμενου. Κι αυτός ψύχραιμα, έφερε την μπάλα στο αριστερό του πόδι και σούταρε. «Γκολ! Γκολ! Γκολ!», φώναξε ο Τσίμερμαν, ο οποίος έμεινε αμίλητος για τα επόμενα οκτώ δευτερόλεπτα μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι πράγματι η Δυτική Γερμανία ήταν μπροστά στο σκορ. Την ίδια ώρα, ο ι φίλαθλοι στις κερκίδες παρακολουθούσαν αποσβολωμένοι. Ακόμα και οι Δυτικογερμανοί, μες στην χαρά τους για το γκολ, δυσκολεύονταν να πιστέψουν ότι όλα αυτά που έβλεπαν είχαν συμβεί στʼ αλήθεια.
Η ακύρωση του γκολ του Πούσκας ως οφσάιντ λίγο πριν τη λήξη, επέτρεψε την ολοκλήρωση του θαύματος. Το τρόπαιο «Ζιλ Ριμέ» κατέληξε στα χέρια του Φριτς Βάλτερ, του αρχηγού και «μυαλού» της ομάδας του Χερμπέργκερ μέσα στο γήπεδο. Λίγο πιο πέρα, οι Ούγγροι απέμειναν να παρακολουθούν τους πανηγυρισμούς των αντιπάλων τους σαν πληγωμένα θηρία. Όσο σημαντικός ήταν για τον λαό της Δυτικής Γερμανίας αυτός ο θρίαμβος, άλλο τόσο πόνο προκάλεσε στην πλευρά των ηττημένων. Οι πληγές που προκάλεσε αυτή η ήττα δεν έχουν κλείσει ακόμα και σήμερα κι ας αποδείχθηκε πρόσφατα από έρευνες του Πανεπιστημίου της Λειψίας ότι πριν τον τελικό οι Δυτικογερμανοί είχαν χορηγήσει στους ποδοσφαιριστές τους την ίδια διεγερτική ουσία (μεταμφεταμίνη) που έπαιρναν οι στρατιώτες στον Βʼ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Δυτική Γερμανία – Ουγγαρία 3-2
(10ʼ Μόρλοκ, 18ʼ, 84ʼ Ραν – 6ʼ Πούσκας, 8ʼ Τσίμπορ)
Δυτική Γερμανία (Ζεπ Χερμπέργκερ): Τούρεκ, Πόζιπαλ, Κολμάιερ, Έκελ, Λίμπριχ, Μάι, Ραν, Μόρλοκ, Ότμαρ Βάλτερ, Φριτς Βάλτερ, Σέφερ.
Ουγγαρία (Γκούσταβ Σέμπες): Γκρόσιτς, Μπουζάνσκι, Λάντος, Μπόζικ, Λόραντ, Ζακάριας, Πούσκας, Χιντεγκούτι, Τσίμπορ, Γιόζεφ Τοτ, Κότσις.




