Ο Ζοζέ Ρομπέρτο Γκάμα ντε Ολιβέιρα γεννήθηκε στις 16 Φεβρουαρίου 1964 στο Σαλβαδόρ της Μπαΐα από εκείνα τα λιμάνια της Βραζιλίας που βγάζουν μουσική και ποδοσφαιριστές. Τον έλεγαν Μπεμπέτο, παρατσούκλι που είχε κληρονομήσει από παιδί και τελικά κάλυψε το πραγματικό του όνομα σαν σκιά.
Ο Ρομάριο, αργότερα, θα του έδινε ένα άλλο: «Τσορόν», ο κλαψιάρης — για τη συνήθειά του να παραπονιέται στους διαιτητές. Αλλά αυτό το παρατσούκλι έμεινε στα αποδυτήρια. Το άλλο έμεινε στην ιστορία.
Ξεκίνησε από τη Βιτόρια, πέρασε στη Φλαμένγκο — 144 γκολ σε 286 αγώνες, Δύο πρωταθλήματα Βραζιλίας, ένα πρωτάθλημα Καριόκα, τρία Κύπελλα Καρίοκα και το 1989 και ενώ είχε αναδυχθεί πρώτος σκόρερ με τη “Φλα” πήρε μεταγραφή σε μία άλλη μεγάλη ομάδα του Ρίο τη Βάσκο ντα Γκάμα. Εκεί, στον πρώτο του χρόνο, ξανακέρδισε το πρωτάθλημα και το Κύπελλο Καριόκα σκοράροντας 18 γκολ τελειώνοντας ξανά ως κορυφαίος σκόρερ της διοργάνωσης. Ο Μπεμπέτο έμεινε εκεί τρία χρόνια (115 συμμ. / 59 γκολ) ήταν αρκετά καλός για να ανεβάσει επίπεδο την ομάδα και αρκετά λαμπερός ώστε να φύγει για την Ευρώπη.
Το 1992 έφτασε στη Ντεπόρτιβο Λα Κορούνια, μια μικρομεσαία ομάδα της Λα Λίγκα. Στην πρώτη σεζόν, 1992-93, σκόραρε 29 φορές στη Λίγκα και κέρδισε το Πιτσίτσι. Στη δεύτερη, έγινε πρωταγωνιστής μιας από τις πιο δραματικές στιγμές στην ιστορία του ισπανικού ποδοσφαίρου. Η ομάδα πήγαινε στην τελευταία αγωνιστική ξέροντας πως με νίκη επί της Βαλένθια θα κατακτούσε το πρώτο πρωτάθλημα στην ιστορία της. Στο 89ο λεπτό δόθηκε πέναλτι.
Ο Μπεμπέτο ήταν ο συνήθης εκτελεστής όλη τη σεζόν, αλλά τον τελευταίο καιρό είχε κάποιες κακές εκτελέσεις και αρνήθηκε να πάρει αυτή την ευθύνη. Ο Ντζούκιτς πήρε τη μπάλα, χτύπησε το πέναλτι ο τερματοφύλακας έπεσε στη σωστή γωνία— και το τρόπαιο πήγε στη Βαρκελώνη. Ο Μπεμπέτο αποχώρησε από το Ριαθόρ το 1996 με 104 γκολ σε 154 αγώνες, συν δύο τίτλους το Κόπα ντε Ρέι του 1995 και το Σούπερ Καπ της ίδιας χρονίας αφήνοντας πίσω του μια ομάδα ψυχολογικά πληγωμένη αλλά ποδοσφαιρικά αναβαθμισμένη. Μετά τις Φλαμένγκο και Βάσκο ντα Γκάμα η Λα Κορούνια ήταν ο τρίτος πετυχημένος σταθμός του. Πράγμα δύσκολο για οποιονδήποτε ποδοσφαιριστή.
Λίγους μήνες μετά το ατυχές πέναλτι του Ντζούκιτς, η Βραζιλία έφτανε στο Μουντιάλ των ΗΠΑ — και εκεί ο Μπεμπέτο βρήκε τη λύτρωσή του. Μαζί με τον Ρομάριο σχημάτισε ένα δίδυμο που δεν έχασε ούτε έναν αγώνα. Οι δύο ποδοσφαιριστές δεν είχαν και τις καλύτερες σχέσεις — ο Ρομάριο είχε πεί ότι δεν θα καθόταν δίπλα του στο αεροπλάνο — αλλά στο γήπεδο μιλούσαν την ίδια γλώσσα και σκόραραν μαζί 8 από τα 11 γκολ της Σελεσάο.
Στα προημιτελικά κόντρα στην Ολλανδία στο Κότον Μπάουλ του Ντάλας, ο Μπεμπέτο πέρασε τον ολλανδό τερματοφύλακα πλασάροντας σε κενή εστία. Μετά στράφηκε προς τις κερκίδες και άρχισε να λικνίζεται σαν να νανουρίζει μωρό — η γυναίκα του μόλις είχε γεννήσει τον γιο τους Μάτεους. Ο Μαζίνιο και ο Ρομάριο έτρεξαν δίπλα του να τον μιμηθούν. Εκείνη η εικόνα τριών ανδρών που νανουρίζουν ένα φανταστικό μωρό σε γήπεδο μπήκε αμέσως στην αιωνιότητα και έγινε ένας από τους διασημότερους πανυγηρισμούς στην ιστορία των Μουντιάλ.
Στον τελικό, με τον Μπάτζιο να χάνει το καθοριστικό πέναλτι, η Βραζιλία σήκωσε το τέταρτο Μουντιάλ της. Στη φάση των “16” ήταν εκείνος που έδωσε τη δύσκολη πρόκριση επί των ΗΠΑ με γκολ στο 72′ ανήμερα της ημέρας ανεξαρτησίας της οικοδέσποινας την 4η Ιουλίου.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, στη Γαλλία το 1998, ο Μπεμπέτο επέστρεψε στο Μουντιάλ σε ηλικία 34 ετών. Κλείνοντας τη διεθνή καριέρα του με 3 γκολ στο τουρνουά όντας παρτενέρ του Ρονάλντο στην επίθεση της “Σελεσάο”. Την παραμονή του μεγάλου τελικού ο Ρονάλντο, ο καλύτερος παίκτης του κόσμου εκείνη την εποχή, κατέρρευσε στο δωμάτιό του με σπασμούς, και η ομάδα βγήκε στο γήπεδο με διαλυμένο το ηθικό. Ο Ζιντάν σκόραρε δύο φορές με κεφαλιά, η Γαλλία κέρδισε 3-0. Ήταν το τελευταίο διεθνές ματς του Μπεμπέτο.
Στην εθνική ομάδα αγωνίστηκε 75 φορές και σκόραρε 39 γκολ κερδίζοντας κυριολεκτικά εκεί τα πάντα. Έπαιξε σε τρία Μουντιάλ — το 1990, το 1994 και το 1998 — και σε δύο Κόπα Αμέρικα το 1989 όπου και το κατέκτησε, επίσης αναδύχθηκε κορυφαίος σκόρερ, αργότερα την ίδια χρονιά βραβεύτηκε και ως ο κορυφαίος Νοτιοαμερικανός Ποδοσφαιριστής του 1989.
Κέρδισε επίσης το Κόνφεντερέισιονς Καπ του 1997, αργυρό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1988 και χάλκινο το 1996 στην Ατλάντα, όπου σκόραρε χατ-τρικ στον αγώνα για το μετάλλιο κόντρα στην Πορτογαλία. και το Παγκόσμιο Κύπελλο νέων του 1983 επικρατώντας στον τελικό της Αργεντινής με 1-0.
Μετά τον Ντεπόρτιβο ακολούθησαν σύντομοι σταθμοί στη Σεβίλλη, Φλαμένγκο, Βάσκο, Μποτάφογκο, Κρεσίουμα, Κάσιμα Άντλερς και Αλ-Ιτίχαντ — αποσύρθηκε το 2002 σε ηλικία 38 ετών. Δοκίμασε για ένα διάστημα την προνητική αλλά σύντομα σταμάτησε. Έπειτα στράφηκε στην πολιτική. Το 2010 εκλέχτηκε στη Νομοθετική Συνέλευση του Ρίο ντε Τζανέιρο, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι το 2023.
Μπεμπέτο και Ρομάριο συνέχισαν τη κόντρα που είχαν στα γήπεδα ως αντίπαλοι και στην πολιτική αφού ο Ρομάριο δήλωσε δημόσια: «Είναι προδότης. Με πρόδωσε στην πολιτική. Δεν θέλω να τον ξέρω πια». Ο Μπεμπέτο απάντησε αποκαλώντας τον Ρομάριο «εγωπαθή που λέει ασυναρτησίες καθώς γερνάει» . Για περίπου δύο χρόνια, οι δυο τους δεν αντάλλαζαν κουβέντα..
Όταν η μητέρα του Ρομάριο έφυγε από τη ζωή ο Μπεμπέτο τον κάλεσε στο τηλέφωνο για να του δώσει τα συλλυπητήριά του. Ήταν η μέρα που οριστικά έσπασε ο πάγος. Αργότερα σε μία εκδήλωση για την επέτειο των 30 χρόνων από την κατάκτηση του Μουντιάλ 1994, οι δύο παλαιοί συμπαίκτες βρέθηκαν μαζί σε ένα εστιατόριο στο Ρίο.
Ο Ρομάριο πήρε το μικρόφωνο μπροστά σε όλη την ομάδα του 1994, κοίταξε τον Μπεμπέτο λέγοντας του: «Είχαμε μια τριβή λόγω της πολιτικής, αυτής της γαμημένης της πολιτικής. Όμως σήμερα θέλω να σου πω κάτι: Σε αγαπώ. Σε ευχαριστώ που κάναμε αυτό το δίδυμο» βάζοντας οριστικά τέλος στην πολυετή τους κόντρα.
Γιατί στο τέλος της ημέρας αυτά που ένωσαν τον ήρεμο και ευγενικό Μπεμπέτο με τον εκρηκτικό Ρομάριο ήταν πολύ περισσότερα και πολύ δυνατότερα από εκείνα που πήγαν να τους χωρίσουν.




